Η οικονομική πρόοδος μιας χώρας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των θεσμών της. Οι συγκυριακές παρεμβάσεις δεν αρκούν όταν το κανονιστικό πλαίσιο γεννά αβεβαιότητα, καθυστερήσεις και μετακύλιση ευθύνης. Η συνταγματική αναθεώρηση αποκτά οικονομικό περιεχόμενο όταν ενισχύει την ασφάλεια δικαίου, οριοθετεί καθαρά αρμοδιότητες και περιορίζει γκρίζες ζώνες που αυξάνουν ρίσκο και κόστος. Στόχος δεν είναι η συνταγματοποίηση ενός προγράμματος οικονομικής πολιτικής, αλλά κανόνες που επιτρέπουν έγκαιρο σχεδιασμό, λογοδοσία και προβλεψιμότητα για πολίτες, διοίκηση και επενδυτές.
Κρίσιμο πεδίο είναι η σχέση βιώσιμης ανάπτυξης και περιβαλλοντικής προστασίας. Η περιβαλλοντική προστασία αποτελεί συνταγματική κατάκτηση, όμως η θεσμική ασάφεια, ιδίως στη χωροταξία, μετατρέπει έργα μεγάλης κλίμακας σε διαδικασία υψηλού ρίσκου. Οταν οι συγκρούσεις δεν επιλύονται στον σχεδιασμό, μεταφέρονται στο ΣτΕ, με πολυετείς εκκρεμότητες και απώλεια παραγωγικού χρόνου. Απαιτείται συνταγματική αποσαφήνιση της βιώσιμης ανάπτυξης που να κατευθύνει τη Διοίκηση, με ρητή αναφορά στην αρχή της αναλογικότητας, στον προληπτικό χωροταξικό σχεδιασμό και στη σαφή κατανομή των βαρών τεκμηρίωσης. Παράλληλα, στο πλαίσιο της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και του τεκμηρίου νομιμότητας, πρέπει να κατοχυρωθεί η σταθερότητα των διοικητικών πράξεων, ώστε έργα που αδειοδοτήθηκαν βάσει του ισχύοντος πλαισίου να μην ανατρέπονται εκ των υστέρων λόγω τυπικών ελλείψεων της Διοίκησης, παρά μόνο για υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και εντός εύλογου χρόνου.
Εξίσου καθοριστική είναι η διάρκεια απονομής της Δικαιοσύνης. Οι καθυστερήσεις λειτουργούν ως μόνιμος ανασταλτικός παράγοντας, επειδή αυξάνουν το κόστος συναλλαγών, ευνοούν τη στρατηγική κωλυσιεργία και μετατρέπουν την ένδικη προστασία σε εργαλείο καθυστέρησης. Σε διοικητικές και εμπορικές διαφορές, ο χρόνος γίνεται πλεονέκτημα για τον ισχυρότερο και παγίδα για τον συνεπή. Χρειάζεται συνταγματική κατεύθυνση υπέρ της εύλογης διάρκειας, ιδίως σε οικονομικές και επενδυτικές υποθέσεις, με δυνατότητα ειδικών τμημάτων, συμπυκνωμένων δικασίμων και υποχρεωτικών προθεσμιών για την έκδοση αποφάσεων. Η επιτάχυνση πρέπει να συνδυάζεται με ποιοτικές εγγυήσεις, όπως ειδική και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση, διαφανείς διαδικασίες και φίλτρα για προδήλως καταχρηστικές πρακτικές που παραλύουν την οικονομική δραστηριότητα.
Η οικονομική δραστηριότητα δεν μπορεί να αναπτύσσεται εις βάρος της ελευθερίας της κοινωνικής πλειοψηφίας. Το άρθρο 106, ως πυλώνας του οικονομικού Συντάγματος, χρειάζεται σύγχρονη ανάγνωση που υπερβαίνει τον κρατικό παρεμβατισμό και εστιάζει στη διασφάλιση ίσων ευκαιριών. Η ρητή προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού και η θωράκιση της ανεξαρτησίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού αποτελούν εγγύηση απέναντι σε μονοπωλιακές πρακτικές και κλειστές αγορές. Η ανάπτυξη είναι βιώσιμη μόνο όταν είναι συμπεριληπτική, άρα απαιτείται κατευθυντήρια αρχή μείωσης περιφερειακών και κοινωνικών ανισοτήτων, διευκολύνοντας πρόσβαση στην αγορά εργασίας και στην επιχειρηματικότητα για λιγότερο ευνοημένες ομάδες. Η «κοινωνική ειρήνη» δεν επιτυγχάνεται με περιορισμούς, αλλά με δίκαιη διάχυση του οφέλους της μεγέθυνσης και προστασία δημόσιων αγαθών από υπερβολική εμπορευματοποίηση.
Στα ψηφιακά δικαιώματα, η αυτοματοποίηση στη δημόσια διοίκηση, από διασταυρώσεις δεδομένων μέχρι στοχευμένους ελέγχους, ενισχύει την οικονομικότητα αλλά αυξάνει τον κίνδυνο αδιαφάνειας και μεροληψίας. Συνταγματικές εγγυήσεις μπορούν να κατοχυρώσουν δικαίωμα ενημέρωσης όταν μια απόφαση στηρίζεται ουσιωδώς σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία, δικαίωμα ανθρώπινου επανελέγχου και υποχρέωση ειδικής, σαφούς και ελέγξιμης αιτιολόγησης. Η αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να νομιμοποιήσει απρόσωπη εξουσία χωρίς λογοδοσία, άρα ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει πότε μια απόφαση (φορολογική ή διοικητική) ελήφθη αλγοριθμικά, ώστε η τεχνολογία να υπηρετεί την οικονομική ελευθερία και όχι να την περιορίζει αυθαίρετα.
Κρίσιμο πεδίο είναι η σχέση βιώσιμης ανάπτυξης και περιβαλλοντικής προστασίας.
Κεντρικό ζήτημα παραμένει η φορολογική σταθερότητα. Συχνές μεταβολές συντελεστών, έκτακτες εισφορές και αιφνιδιασμοί υπονομεύουν την εμπιστοσύνη και ακυρώνουν τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό. Μια συνταγματική ρήτρα σταθερότητας σημαίνει ελάχιστες εγγυήσεις προβλεψιμότητας, με ειδική τεκμηρίωση για μεταβολές, επαρκή μεταβατικότητα στις δυσμενείς ρυθμίσεις και σαφή όρια στην αναδρομικότητα. Η συμμόρφωση συνδέεται και με την ανταποδοτικότητα, με αποτέλεσμα όταν η φορολογία δεν αντιστοιχεί σε μετρήσιμες υπηρεσίες να ενισχύεται η ανοχή στην παραβατικότητα, ενώ αποδυναμώνεται ο δεσμός κράτους και φορολογουμένου. Διαφάνεια και λογοδοσία για τη χρήση εσόδων, με δημόσια αποτύπωση στόχων και αποτελεσμάτων, καθώς και διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ενισχύουν δικαιοσύνη και μειώνουν την πίεση στους συνεπείς.
Στη δημοσιονομική υπευθυνότητα, κανόνες τύπου debt brake εκπέμπουν αξιοπιστία και υπηρετούν τη διαγενεακή δικαιοσύνη, αλλά η υπερσυνταγματοποίηση αριθμητικών δεικτών μπορεί να επιβάλει ακαμψία και να δικαστικοποιήσει την οικονομική πολιτική. Λειτουργικότερη επιλογή είναι μια συνταγματική υποχρέωση για διαφάνεια, μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό και τεκμηρίωση αποκλίσεων, με σαφείς και ευέλικτες ρήτρες διαφυγής για εξαιρετικές περιστάσεις και σαφείς δικλίδες λογοδοσίας, ώστε η δημοσιονομική αποτελεσματικότητα να συνδυάζεται με ανθεκτικότητα.
Παράλληλα, η πολυκεντρική ανάπτυξη απαιτεί ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας δήμων και περιφερειών με σταθερούς, προβλέψιμους πόρους και σαφείς αρμοδιότητες, ακόμη και μέσω θεσμοθετημένων μεριδίων από ευρείες φορολογικές βάσεις, με αυστηρή λογοδοσία, εσωτερικό έλεγχο και αξιολόγηση. Η Ελλάδα παραμένει υψηλά συγκεντρωτική, όπως αποτυπώνεται σε συγκριτικές καταγραφές του ΟΟΣΑ.
Η συνταγματική αναθεώρηση τελικά κρίνεται από τη μείωση της θεσμικής αβεβαιότητας και την αύξηση της εμπιστοσύνης. Με κανόνες καθαρούς εκ των προτέρων, οι συγκρούσεις εκ των υστέρων περιορίζονται, το κόστος για την οικονομία μειώνεται και αυξάνεται η δυνατότητα της χώρας να χρηματοδοτεί δημόσιες πολιτικές, να προσελκύει ιδιωτικά κεφάλαια και να αντέχει τις μελλοντικές κρίσεις.
*Η κ. Μυρτώ Λέτσου είναι δικηγόρος, LLM European Law, και ο κ. Δημήτρης Λιάκος, οικονομολόγος.

