Αν καθίσουμε και το δούμε ψύχραιμα, οι ελληνικές τράπεζες, την τελευταία 15ετία, έχουν περάσει δύο το πολύ τρεις χρονιές σχετικής ηρεμίας και αυτές μαζεμένες τα τελευταία χρόνια. Σε αυτά τα λίγα καλά χρόνια πράγματι ανέκτησαν υψηλά επίπεδα κερδοφορίας, διατηρώντας μειούμενα, αλλά σε υψηλά επίπεδα, προβλήματα από αυτά που εύκολα μπορεί κανείς να τους καταλογίσει, όπως τις υψηλές προμήθειες και την υπέρογκη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων. Σε πλήρη κανονικότητα η αλήθεια είναι όμως ότι δεν επέστρεψαν ποτέ. Και σίγουρα δεν βοηθάει σε αυτή την εξέλιξη ούτε η εγχώρια «ρυθμισιολογία» μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου και τη διάταξη για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, ούτε το διεθνές κλίμα. Δύσκολα μπορεί να βρει κανείς περίοδο που δύο κεντρικοί τραπεζίτες της ΕΚΤ και της Γαλλίας να ετοιμάζονται να αποχωρήσουν πρόωρα από τη θέση τους, προκειμένου να προλάβουν την πολιτική αστάθεια που έρχεται και αφήνοντας τις επιλογές των διαδόχων τους στις σημερινές ηγεσίες. Προεξοφλούν με την αντισυστημική στάση τους τον κίνδυνο συστημικής τραπεζικής και νομισματικής αστάθειας, από μελλοντικές αντισυστημικές ηγεσίες, σε χώρες όπως η Γαλλία. Και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα, γιατί πολλές από αυτού του είδους τις κινήσεις λειτουργούν ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Το σίγουρο είναι ότι επηρεάζουν την τραπεζική λειτουργία, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βασίζεται στην πίστη.
Οταν ανατρέπεται μια εδραιωμένη διεθνής τραπεζική πρακτική υπολογισμού των τόκων, ανοίγουν παράθυρα διεκδικήσεων.
Γενικώς το 2026 δεν έχει μπει καλά στην Ελλάδα ούτε για τις τράπεζες ούτε για τους δανειολήπτες. Στις μεν τράπεζες, αυτό που τρομάζει από την απόφαση του Αρείου Πάγου για το «κούρεμα» των τόκων των ρυθμίσεων Κατσέλη, είναι η διάβρωση της ασφάλειας δικαίου. Οταν ανατρέπεται μια εδραιωμένη διεθνής τραπεζική πρακτική υπολογισμού των τόκων, ανοίγουν παράθυρα διεκδικήσεων. Γεννιούνται σενάρια μετάδοσης σε άλλες κατηγορίες οφειλετών και πολλαπλασιάζονται οι τεχνικές γκρίζες ζώνες. Οι αγορές από εκεί που κοίταζαν τα business plan τους, την αναβάθμιση των οίκων, την επέκτασή τους σε άλλες αγορές, αναρωτιούνται ξανά για τη ζημιά που θα τους προκαλέσει η απόφαση και αν θα επεκταθεί και σε πιθανές διεκδικήσεις άτοκων ρυθμίσεων και στα δάνεια του εξωδικαστικού. Επίσης, κανείς με ασφάλεια δεν ξέρει πως θα «χτυπήσει» στις τιτλοποιήσεις του σχεδίου «Ηρακλής» και τι θα γίνει με τις ανακτήσεις δανείων από τους servicers. Ολα αυτά έχουν κόστος. Αυξάνουν το ρίσκο, υποχρεώνουν τις τράπεζες σε ακόμα πιο επιλεκτικές δανειοδοτήσεις, η προβλεψιμότητα για τα μεγέθη και την πορεία τους απειλείται.
Από την άλλη οι περισσότεροι δανειολήπτες νιώθουν άβολα. Βλέπουν ξανά το ίδιο έργο, των ευνοϊκών ρυθμίσεων μόνο για κάποιους, που κάποτε –πριν από μία ή δύο δεκαετίες– μπορεί να είχαν μεγάλο πρόβλημα αλλά μπορεί στο μεταξύ και να έχουν ανακάμψει. Παραδόξως το τελευταίο ουδείς φαίνεται να το εξετάζει. Ακούν δε για αυστηροποίηση των κριτηρίων νέων δανείων, για αύξηση του spread από το κόστος που προκύπτει από τις νέες ρυθμίσεις. Μαθαίνουν ότι και στην Ευρώπη η κατάσταση σφίγγει, η αστάθεια προεξοφλείται και η ρευστότητα που ακούν ότι είναι τεράστια στην ελληνική και παγκόσμια οικονομία, μόνο για αυτούς δεν φαίνεται να υπάρχει.

