Πριν από λίγες ημέρες (05.02) το Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης παρουσίασε την εμβληματική του έκδοση, τις Ενεργειακές Προοπτικές ΝΑΕ 2025-2026 («SEE Energy Outlook 2025-2026»), κατά τη διάρκεια ειδικής εκδήλωσης που διοργανώθηκε στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Η παρουσίαση αυτής της σημαντικής έκθεσης έστειλε τρία σαφή μηνύματα στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, στους συμμετέχοντες στην αγορά και στους επενδυτές:
– Πρώτον, παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις πολιτικής, κανονισμών και αγοράς την τελευταία δεκαετία, η νοτιοανατολική Ευρώπη (ΝΑΕ) παραμένει δομικά ενεργειακά εξαρτημένη, βασιζόμενη σε εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα για σχεδόν το 55% του συνολικού ενεργειακού της εφοδιασμού, ένα επίπεδο οριακά χαμηλότερο από τον μέσον όρο της Ε.Ε., που είναι 57%.
– Δεύτερον, παρά τις συστηματικές προσπάθειες και μεγάλες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές και εξοικονόμηση ενέργειας, η απανθρακοποίηση στην ευρύτερη περιοχή προχωράει με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, με τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια να ευθύνονται για το 82% της ενεργειακής κατανάλωσης.
– Τρίτον, και ίσως πιο σημαντικό, η περιοχή αναδεικνύεται πόλος έλξης για ξένα κεφάλαια, λόγω της αυξανόμενης στρατηγικής της σημασίας για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και του ανεκμετάλλευτου εγχώριου ενεργειακού της δυναμικού.
Τα ανωτέρω αποτυπώνουν τον ενεργειακό μετασχηματισμό που είναι σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή στη NAE. Ιστορικά, θεωρούμενη κυρίως ως διάδρομος διαμετακόμισης για τις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την Ευρωπαϊκή Ενωση, η περιοχή επαναπροσδιορίζει σταδιακά τον ρόλο της. Δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα πέρασμα μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών, αλλά έναν εξελισσόμενο ενεργειακό κόμβο από μόνος του, που συνδυάζει την ανάπτυξη υποδομών, τις διαφοροποιημένες οδούς εφοδιασμού, το εγχώριο παραγωγικό δυναμικό και την αυξανόμενη ανθεκτικότητα του συστήματος.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το IENE, το συνολικό δυναμικό επενδύσεων στην ενέργεια στις 16 βασικές χώρες της περιοχής (συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας) εκτιμάται πλέον σε 711 δισ. ευρώ έως το 2035. Αυτό αντιπροσωπεύει μια δραματική ανοδική αναθεώρηση από την εκτίμηση των 469 δισ. ευρώ που έγινε μόλις πριν από πέντε χρόνια, υπογραμμίζοντας τόσο το μέγεθος της πρόκλησης όσο και το μέγεθος της ευκαιρίας. Αυτές οι επενδύσεις καλύπτουν όλο το φάσμα της αλυσίδας αξίας της ενέργειας: δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και διασυνοριακές διασυνδέσεις, εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου, αγωγούς και τερματικούς σταθμούς LNG, διύλιση και διανομή πετρελαίου, έρευνα και παραγωγή υδρογονανθράκων, βιοκαύσιμα, μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις ΑΠΕ, αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, μονάδες υδρογόνου και συστήματα CCUS, καθώς και κατασκευή πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, συμβατικών μονάδων όσο και μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMR).
Το τεράστιο εύρος αυτού του επενδυτικού δυναμικού υπογραμμίζει μια κρίσιμη μετατόπιση στη στρατηγική σκέψη. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει επιστρέψει δυναμικά στην κορυφή της περιφερειακής ατζέντας, ξεπερνώντας, τουλάχιστον προς το παρόν, τη μείωση στις ανθρακούχες εκπομπές και τη μετάβαση σε καθαρά καύσιμα, τα οποία μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσαν στον πολιτικό διάλογο. Αυτός ο επαναπροσδιορισμός δεν οφείλεται σε ιδεολογικούς λόγους, αλλά αποτελεί ρεαλιστική επιλογή, διαμορφωμένη από ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Οπως διευκρινίζει η έκθεση του IENE, η ΝΑΕ βρίσκεται ολοένα και πιο εκτεθειμένη σε γεωπολιτικές αναταραχές σε πολλαπλά μέτωπα. Στα βόρεια, ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζει να αποσταθεροποιεί τις αγορές ενέργειας και τις υποδομές, ενώ στα νότια η Μέση Ανατολή και το Ιράν παραμένουν πηγές συνεχούς αβεβαιότητας. Στη θάλασσα, ζωτικές θαλάσσιες οδοί γίνονται πιο ευάλωτες, με συνεχιζόμενες επιθέσεις από ημικρατικούς φορείς όπως οι Χούθι και πειρατικές συμμορίες με σαλαφιστική στήριξη, περιστατικά με οπλισμένα drones στην Ανατολική Μεσόγειο και έναν αυξανόμενο αριθμό κυβερνοεπιθέσεων που στοχεύουν κρίσιμες εγκαταστάσεις ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Με τα ενεργειακά κέντρα της περιοχής να πυκνώνουν τον χάρτη, αυξάνονται οι προκλήσεις στην αδιάλειπτη παροχή πετρελαίου, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.
Η περιοχή δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα πέρασμα μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών, αλλά έναν εξελισσόμενο ενεργειακό κόμβο.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της Ε.Ε. στην ενίσχυση της περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας είναι καθοριστικός. Τα τελευταία τρία χρόνια η εισαγωγή μηχανισμών έκτακτης ανάγκης και αλληλεγγύης, σε συνδυασμό με αυστηρές απαιτήσεις για τη διατήρηση επαρκών αποθεμάτων, έχει συμβάλει στην άμβλυνση των φόβων για ελλείψεις ενέργειας και κατάρρευση του ενεργειακού συστήματος. Αυτά τα μέτρα έχουν παράσχει ένα ζωτικό δίχτυ ασφαλείας σε περιόδους υψηλών πιέσεων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η έκθεση του IENE, τα εργαλεία έκτακτης ανάγκης από μόνα τους δεν μπορούν να υποκαταστήσουν ένα δομικά ισορροπημένο και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα.
Η επίτευξη μιας τέτοιας ισορροπίας απαιτεί ένα διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα, ισχυρές υποδομές και ευέλικτες οδούς εφοδιασμού. Σε αυτό το πλαίσιο, το φυσικό αέριο έχει αναδειχθεί στρατηγικό καύσιμο για τη ΝΑΕ, λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ των παλαιών συστημάτων και των μελλοντικών λύσεων χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Η διασφάλιση των οδών μεταφοράς φυσικού αερίου, είτε πρόκειται για αγωγούς είτε για τερματικούς σταθμούς LNG, έχει καταστεί επομένως ζήτημα στρατηγικής προτεραιότητας. Οι επενδύσεις σε δυναμικότητα επαναεριοποίησης, δυνατότητες αντίστροφης ροής σε υπάρχοντες αγωγούς, αποθήκευση και διασυνδέσεις δεν είναι απλώς εμπορικές αποφάσεις, αλλά στοιχεία μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Ωστόσο, η έκθεση καλεί επίσης σε μια μακροπρόθεσμη αναστοχαστική σκέψη: μπορεί η ΝΑΕ να προχωρήσει πέρα από την εξασφάλιση του δικού της εφοδιασμού και τελικά να καταστεί ένας καθαρός (net) προμηθευτής ενέργειας για την υπόλοιπη Ευρώπη; Παρόλο που οι διασυνοριακές ροές ενέργειας από την περιοχή προς την Ε.Ε. είναι σημαντικές, τόσο για το πετρέλαιο όσο και για το φυσικό αέριο, οι όγκοι ενέργειας που παράγονται τοπικά και προορίζονται για εξαγωγές είναι ελάχιστοι σε σύγκριση με τις συνολικές ανάγκες της Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, η έκθεση υπογραμμίζει το σημαντικό παραγωγικό δυναμικό, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Εάν απελευθερωθούν, αυτοί οι πόροι θα μπορούσαν να αλλάξουν ουσιαστικά τη θέση της περιοχής στο ενεργειακό τοπίο της Ευρώπης.
Η αξιοποίηση αυτού του δυναμικού, ωστόσο, δεν είναι ένα απλό εγχείρημα. Θα απαιτήσει πολύ υψηλότερο βαθμό πολιτικού συντονισμού και περιφερειακής συνεργασίας από ό,τι μέχρι σήμερα. Οι ανεπίλυτες διαφορές για την υφαλοκρηπίδα (seabed rights) και την αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ), ιδίως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, συνεχίζουν να περιπλέκουν τις υπεράκτιες έρευνες αξιοποίησης κοιτασμάτων στην περιοχή. Επιπλέον, όπως είδαμε στην περίπτωση του ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου, δημιουργούνται προβλήματα στην ομαλή διεξαγωγή εργασιών πόντισης. Ο κατακερματισμός των κανονισμών, η άνιση απελευθέρωση της αγοράς και οι αντιλήψεις για τον επενδυτικό κίνδυνο περιορίζουν περαιτέρω την πρόοδο. Χωρίς την αντιμετώπιση αυτών των διαρθρωτικών και γεωπολιτικών εμποδίων, το παραγωγικό δυναμικό της περιοχής θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο.
Ταυτόχρονα, το διεθνές ενδιαφέρον για τη ΝΑΕ αυξάνεται αναμφισβήτητα. Τόσο οι επενδυτές όσο και οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο ότι η μελλοντική ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη διαφοροποίηση των εισαγωγών από απομακρυσμένους προμηθευτές. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την ανάπτυξη πόρων και υποδομών πλησιέστερα στην Ευρώπη, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται δύσκολους πολιτικούς συμβιβασμούς γύρω από τα ορυκτά καύσιμα και μεγάλους χρόνους προετοιμασίας. Υπό αυτή την έννοια η ΝΑΕ βρίσκεται στο σταυροδρόμι της στρατηγικής αναπροσαρμογής της Ευρώπης.
Αυτό που αναδύεται, επομένως, είναι ένας πιο σύνθετος και κρίσιμος ρόλος για την περιοχή. Η ΝΑΕ δεν είναι πλέον απλώς μια οικονομική ζώνη αποκομμένη από την υπόλοιπη Ευρώπη ή ένας διάδρομος διαμετακόμισης. Γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο της εξίσωσης ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης. Η ικανότητά της να απορροφά επενδύσεις, να φιλοξενεί κρίσιμες υποδομές, να παράγει ενέργεια εγχώρια και να διαχειρίζεται τον γεωπολιτικό κίνδυνο θα διαμορφώσει, όχι μόνο τη δική της οικονομική πορεία αλλά και την ανθεκτικότητα του ευρύτερου ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.
*Ο κ. Κωστής Σταμπολής είναι πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του ΙΕΝΕ.

