Συμβάσεις 1,5 δισ. μεταξύ Δημοσίου – συμβουλευτικών

Συμβάσεις 1,5 δισ. μεταξύ Δημοσίου – συμβουλευτικών

Από το 2017 μέχρι το 2025 έχουν υπογραφεί 3.079 με 1.266 εταιρείες – Σε δέκα επιχειρήσεις το 96% της συνολικής δαπάνης

συμβάσεις-15-δισ-μεταξύ-δημοσίου-συμβ-564091861
Φόρτωση Text-to-Speech...

Από τον ψηφιακό μετασχηματισμό του ΕΟΠΥΥ και την εποπτεία κατασκευής προσφυγικών δομών μέχρι τον επιχειρησιακό μετασχηματισμό των ΕΛΤΑ και τη διαμόρφωση νέου πλαισίου δεξιοτήτων δημοσίων υπαλλήλων, ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες εμπλέκονται ολοένα και περισσότερο στη λειτουργία του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα.

Αυτό αποκαλύπτει η έρευνα του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Vouliwatch, που παρουσιάζει αποκλειστικά η «Καθημερινή» της Κυριακής.

Σύμφωνα με τα ευρήματά της, τα τελευταία πέντε χρόνια οι συμβάσεις μεταξύ φορέων του Δημοσίου και συμβουλευτικών εταιρειών υπερδιπλασιάστηκαν και η αξία τους εκτινάχθηκε από τα 21,5 εκατ. ευρώ το 2020 στα 585,5 εκατ. ευρώ το 2025.

Οπως αναφέρει η έκθεση, η μεταβολή δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική, καθώς συνήφθησαν συμβάσεις μεγαλύτερης αξίας που υποδηλώνουν ότι οι ιδιωτικές εταιρείες ανέλαβαν έργα μεγαλύτερης διάρκειας και ενδεχομένως αυξημένης πολυπλοκότητας.

Σύμφωνα με τα ευρήματα του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Vouliwatch που παρουσιάζει αποκλειστικά η «Καθημερινή» της Κυριακής, τα τελευταία πέντε χρόνια οι συμβάσεις μεταξύ φορέων του Δημοσίου και συμβουλευτικών εταιρειών υπερδιπλασιάστηκαν και η αξία τους εκτινάχθηκε από τα 21,5 εκατ. ευρώ το 2020 στα 585,5 εκατ. ευρώ το 2025. 

Η έρευνα χαρτογραφεί την αναδυόμενη αυτή τάση και ερευνά τις αιτίες αλλά και τις προκλήσεις που συνεπάγεται. «Στόχος μας είναι να ανοίξει μια συζήτηση για το ζήτημα αυτό και σε θεσμικό επίπεδο», δήλωσε στην «Κ» ο Στέφανος Λουκόπουλος, συνιδρυτής του Vouliwatch και υπεύθυνος της μελέτης.

Τα στοιχεία της έρευνας συλλέχθηκαν μέσω συστήματος τεχνητής νοημοσύνης, που άντλησε δεδομένα μέσα από το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων τα οποία έπειτα ελέγχθησαν από την ερευνητική ομάδα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, από το 2017 έως το 2025 οι συμβάσεις που έχουν υπογραφεί μεταξύ δημοσίου και συμβουλευτικών εταιρειών ξεπέρασαν σε αξία τα 1,5 δισ. Εξι στις δέκα συμβάσεις έγιναν μέσω απευθείας ανάθεσης, ενώ το 96% της αξίας τους κατανέμεται σε 10 μόνο από τις 1.266 συμβουλευτικές εταιρείες που συνεργάστηκαν το διάστημα αυτό με το Δημόσιο.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Vouliwatch, βασικοί λόγοι πίσω από τη μεγάλη αύξηση της εμπλοκής των συμβουλευτικών είναι η αποδυνάμωση του Δημοσίου, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που άφησε πολλές υπηρεσίες χωρίς επαρκές και έμπειρο προσωπικό, αλλά και των μεγάλων αναγκών που προέκυψαν από την ψηφιοποίηση του κράτους καθώς και των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.

Η έρευνα αποκαλύπτει ότι η συντριπτική πλειονότητα των έργων που αναλαμβάνουν οι συμβουλευτικές σχετίζονται με αντικείμενα υψηλής στρατηγικής σημασίας. Αναλυτικά, το 46% της αξίας των συμβάσεων αφορά υπηρεσίες διοικητικής συμβουλευτικής. Σύμφωνα με την έκθεση, «το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη αναλυτική σημασία, καθώς αφορά κατεξοχήν συμβουλευτικές –και όχι καθαρά τεχνικές– υπηρεσίες, οι οποίες συνδέονται με τον στρατηγικό σχεδιασμό, τη διακυβέρνηση και τη διαχείριση δημόσιων πολιτικών». Δεύτερη σε αξία κατηγορία υπηρεσιών (40%) έρχεται η συμβουλευτική πληροφορικής.

Βασικοί λόγοι πίσω από τη μεγάλη αύξηση της εμπλοκής των συμβουλευτικών είναι η αποδυνάμωση του Δημοσίου, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που άφησε πολλές υπηρεσίες χωρίς επαρκές και έμπειρο προσωπικό, αλλά και των μεγάλων αναγκών που προέκυψαν από την ψηφιοποίηση του κράτους, καθώς και των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. 

Οπως παρατήρησε ο κ. Λουκόπουλος, η αύξηση εμπλοκής συμβουλευτικών εταιρειών ξεκινάει την περίοδο της πανδημίας, όταν το Δημόσιο στρέφεται σε ιδιωτικούς φορείς για να καλύψει κρίσιμες ανάγκες που προέκυψαν και να λάβει αναγκαίες υπηρεσίες. Πράγματι, ανάμεσα στις συμβάσεις η «Κ» εντόπισε υπηρεσίες σχετικές με την πανδημία, όπως ο προγραμματισμός ραντεβού για τον εμβολιασμό, η ενημέρωση των πολιτών και η ανάλυση δεδομένων. Εκτοτε, όπως δήλωσε, τα αντικείμενα στα οποία συνέβαλαν οι συμβουλευτικές διευρύνθηκαν πολύ. «Βρήκαμε αρκετές συμβάσεις για συγγραφή εθνικών στρατηγικών και σχεδίων, δημιουργία οργανογραμμάτων, μέχρι και για μισθοδοτικά ζητήματα και υπηρεσίες προστασίας προσωπικών δεδομένων. Οι εταιρείες αυτές δεν εκτελούν συνήθως ένα έργο και φεύγουν. Αναλαμβάνουν έργα που έπειτα χρειάζονται παρακολούθηση και έτσι σταδιακά γίνονται απαραίτητες στον δημόσιο τομέα».

Οι κίνδυνοι

Τα ερωτήματα που εγείρει η έρευνα είναι το κατά πόσο η εκχώρηση κρίσιμων αρμοδιοτήτων σε ιδιώτες συμβούλους είναι αποτελεσματική, αν αποδυναμώνει περαιτέρω το Δημόσιο, αλλά και πώς μπορεί να ελεγχθεί εφόσον οι ιδιωτικές εταιρείες δεν υπόκεινται στους ίδιους ελέγχους και υποχρεώσεις διαφάνειας με μια δημόσια υπηρεσία.

«Η έκθεση είναι σημαντική διότι εντοπίζει κινδύνους. Ο πρώτος είναι να αποκοπεί η δημόσια διοίκηση από την εκτελεστική της λειτουργία. Κινδυνεύει η δημόσια υπαλληλία να μη συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων, να είναι ένα ξένο σώμα σε πολλές κρατικές λειτουργίες», υπογράμμισε ο Ιωάννης Σαρμάς, πρώην υπηρεσιακός πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Ο ίδιος έθεσε και το ζήτημα των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται από τις συμβουλευτικές εταιρείες για τη χάραξη στρατηγικών, εξηγώντας ότι όταν το Δημόσιο προγραμματίζει ή λαμβάνει μια απόφαση, σταθμίζει τα συγκρουόμενα συμφέροντα και με γνώμονα το δημόσιο καλό επιλέγει μια λύση. «Οταν η στάθμιση αυτή γίνεται από ιδιωτικές επιχειρήσεις ουσιαστικά αφοπλίζεται το κράτος και καταλύεται η ακεραιότητα της δημόσιας εξουσίας».

Περιγράφοντας τη δική του εμπειρία από το Δημόσιο ο Παναγιώτης Καρκατσούλης, νομικός και διδάσκων στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, εντοπίζει κενά και στην αποτελεσματικότητα. «Οι άνθρωποι των εταιρειών έρχονται με την εμπειρία του ιδιωτικού τομέα. Ο δημόσιος όμως τομέας λειτουργεί με άλλες ρυθμίσεις. Μπορεί μια εταιρεία να παραδώσει ένα οργανόγραμμα ή μια στρατηγική, που όμως να μην μπορεί να ενσωματωθεί και να εφαρμοστεί από τη δημόσια διοίκηση, από τους υπαλλήλους. Μένει στο ράφι και το πρόβλημα δεν λύνεται. Είναι σαν να μην ήρθε ποτέ η συμβουλευτική». Ο ίδιος παρατήρησε ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχει ώσμωση μεταξύ συμβούλων και Δημοσίου, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει και ανταλλαγή τεχνογνωσίας. Ως εκ τούτου, το Δημόσιο παραμένει αποδυναμωμένο και στην επόμενη ανάγκη καταφεύγει ξανά σε συμβουλευτικές.

Δειγματοληπτικά, η «Κ» έθεσε ερωτήσεις στο υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, που έρχεται πρώτο σε αξίες συμβάσεων με ιδιώτες συμβούλους. Το υπουργείο σημείωσε ότι η προσφυγή σε συμβούλους τεχνικής υποστήριξης κρίθηκε αναγκαία λόγω του εξαιρετικά μεγάλου όγκου έργων που υλοποιούνται ταυτόχρονα, της αυξημένης τεχνικής τους πολυπλοκότητας και των ιδιαίτερα αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων που απορρέουν από το ευρωπαϊκό πλαίσιο υλοποίησης. Πρόσθεσε μάλιστα ότι «η αξιοποίηση υπηρεσιών συμβούλων τεχνικής υποστήριξης εντάσσεται στον θεσμικά προβλεπόμενο σχεδιασμό υλοποίησης των έργων ψηφιακού μετασχηματισμού και ιδίως των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας», στα οποία προβλέπονται σχετικές δαπάνες, που κυμαίνονται μεταξύ 2% και 5% του συνολικού προϋπολογισμού κάθε έργου. Αναφορικά με τα θέματα πολιτικής διευκρίνισε ότι οι συμβουλευτικές εταιρείες παρέχουν υποστήριξη για την υλοποίηση ήδη καθορισμένων πολιτικών επιλογών και η λήψη αποφάσεων αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της πολιτικής ηγεσίας και των αρμόδιων δημοσίων οργάνων.

Απευθυνθήκαμε και στον Σύνδεσμο Εταιρειών Συμβούλων Μάνατζμεντ Ελλάδος (ΣΕΣΜΑ) με την κριτική που ασκήθηκε. Η πρόεδρος Κάθη Χριστίδου απάντησε ότι δεν τίθεται θέμα αναποτελεσματικότητας ή μη συνεργασίας με το Δημόσιο, υποστηρίζοντας ότι αυτές ήταν πρακτικές του παρελθόντος. «Δεν πάμε ποτέ με ένα μαγικό ραβδί να πούμε “πάρε αυτή τη λύση πακέτο και εφάρμοσέ την”. Η δουλειά γίνεται μαζί με τους ανθρώπους του Δημοσίου. Ούτε πλέον υπάρχει αυτό που εντοπιζόταν παλαιότερα, όταν πηγαίναμε και κάναμε κάποιες μελέτες και μετά φεύγαμε και δεν εφαρμόζονταν. Ευτυχώς άλλαξε το μοντέλο. Τώρα βοηθάμε και στην υλοποίηση».

Ερωτηθείσα για το ζήτημα της στάθμισης συμφερόντων, καθώς οι συμβουλευτικές έχουν πελατολόγιο και από τον ιδιωτικό τομέα, η κ. Χριστίδου σημείωσε πως οι όροι μέσα στις συμβάσεις διασφαλίζουν ότι δεν θα υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. «Οι επιχειρήσεις μας βασίζονται πάντα και στη φήμη και στο όνομά τους και στην καλή έξωθεν μαρτυρία. Δεν θα ρίσκαρε ποτέ κανένας το όνομά του».

Πώς, ωστόσο, μπορούν να ελεγχθούν όλα αυτά, διερωτάται η έκθεση του Vouliwatch.

Την ίδια απορία είχε πριν από κάποια χρόνια ο Γουόλτ Μπόγκντανιτς, δημοσιογράφος στους New York Times και βραβευμένος τρεις φορές με Πούλιτζερ. Το αποτέλεσμα της έρευνάς του τον οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου «Οταν η McKinsey έρχεται στην πόλη», που εκδόθηκε το 2022.

«Η λογοδοσία είναι σημαντική όταν έχεις εξουσία. Αυτός είναι ένας λόγος που αποφασίσαμε να κάνουμε το βιβλίο, επειδή οι συμβουλευτικές εταιρείες δεν λογοδοτούσαν σε κανέναν στις Ηνωμένες Πολιτείες και όπως ανακαλύψαμε και παγκοσμίως επίσης. Εκεί έρχονται οι δημοσιογράφοι. Προσπαθήσαμε να κάνουμε τη δουλειά που δεν γινόταν από τις υπηρεσίες της κυβέρνησης», δήλωσε στην «Κ» από τη Νέα Υόρκη όπου ζει και εργάζεται.

Στο βιβλίο, αλλά και στα ρεπορτάζ του αποκάλυψε περιπτώσεις αναποτελεσματικότητας, διαφθοράς αλλά και σύγκρουσης συμφερόντων, με χαρακτηριστική αυτή στην Αμερική όπου η McKinsey, εταιρεία κολοσσός, είχε αναλάβει τη συμβουλευτική στην Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ και παράλληλα συμβούλευε και τον μεγαλύτερο κατασκευαστή οπιοειδών στη χώρα. «Αυτό γινόταν εν μέσω της κρίσης οπιοειδών, όταν άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους κατά δεκάδες χιλιάδες. Η κυβέρνηση είχε ευθύνη να το περιορίσει αυτό και να προστατεύσει το κοινό και δεν το έκανε. Αυτό είναι σοβαρό παράπτωμα και του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα». Για τη συγκεκριμένη υπόθεση έγινε έρευνα και η McKinsey κατέβαλε 650 εκατ. δολάρια ώστε να έρθει σε συμβιβασμό με το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, ενώ έπειτα απολογήθηκε και δημοσίως.

Ανάγκη πλαισίου

«Είναι κακό οι κρατικές υπηρεσίες να προσλαμβάνουν ιδιωτικές συμβουλευτικές; Οχι! Αλλά όλα με μέτρο. […] Και να υπάρχει διαφάνεια», τόνισε ο κ. Μπόγκντανιτς. Οπως περιέγραψε, οι άνθρωποι της McKinsey έπεισαν τους δημόσιους αξιωματούχους ότι δεν θα μπορούσε να γίνει σωστή δουλειά χωρίς τα λαμπρά μυαλά της εταιρείας. «Οι πολίτες όμως πληρώνουν για να έχουν μια κυβέρνηση που εκτελεί ορισμένες υπηρεσίες, όχι για να αναθέτει τα πάντα σε τρίτους. Αυτή είναι η εύκολη διέξοδος. Αντί να βρουν ανθρώπους και να τους εκπαιδεύσουν και να τους βάλουν να εργάζονται προς το βέλτιστο συμφέρον του κοινού, προσλαμβάνουν τη McKinsey. Τα συμφέροντα της McKinsey ή οποιασδήποτε συμβουλευτικής εταιρείας μπορεί να μην ευθυγραμμίζονται με το δημόσιο συμφέρον. Γι’ αυτό χρειάζεσαι δημόσιους αξιωματούχους να οδηγούν το τρένο, και συχνά δεν το κάνουν». Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει και η έρευνα του Vouliwatch. Οπως ανέφερε ο Στέφανος Λουκόπουλος, είναι φυσιολογικό, αναμενόμενο και θετικό να υπάρχει συνεργασία μεταξύ δημόσιου τομέα και συμβουλευτικών, ωστόσο πρέπει να τεθεί ένα πλαίσιο, «ώστε να μη φτάσουμε σε σημείο να αδρανοποιηθεί το Δημόσιο και χαθεί η λογοδοσία».

* Από την έρευνα αποκλείστηκαν κατασκευαστικές υπηρεσίες, τεχνικές μελέτες που δεν περιλαμβάνουν συμβουλευτικό περιεχόμενο, αμιγώς λειτουργικές IT υπηρεσίες (π.χ. hosting), διαφημιστικές υπηρεσίες μη στρατηγικού χαρακτήρα και νομικές υπηρεσίες που σχετίζονται αποκλειστικά με δικαστική εκπροσώπηση. Για λόγους αξιοπιστίας λήφθηκαν υπόψη μόνο συμβάσεις άνω των 15.000 ευρώ.

Τα αναλυτικά αποτελέσματα της έρευνας και μια ψηφιακή πλατφόρμα που μπορεί να αποτελέσει βοηθητικό εργαλείο για δημοσιογράφους και φορείς θα παρουσιαστούν σε ανοιχτή εκδήλωση που διοργανώνει το Vouliwatch σε συνεργασία με το Solomon, και με την υποστήριξη του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης, την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου στις 18.00 στο Ρομάντσο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT