Μπήκε πολύ νερό στο αυλάκι τα τελευταία χρόνια. Οι καταναλωτές έμαθαν τους χρωματισμούς των τιμολογίων, τα μπλε, τα πράσινα και τα κίτρινα. Όμως οι αλλαγές και οι προκλήσεις είναι συνεχείς. Καθώς, λοιπόν, η επιλογή του τρόπου χρέωσης για την κατανάλωση της ηλεκτρικής ενέργειας είναι μία από τις άμεσες αποφάσεις που θα πρέπει να ληφθούν, οι απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα θα οδηγήσουν και στη συγκράτηση του λογαριασμού.
1. Εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη πληρωμή;
Είναι τόσο μεγάλες οι διαφορές στις χρεώσεις που επιβάλλουν οι πάροχοι ανάλογα με το αν πληρώνετε εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα τον λογαριασμό, που αξίζει να δώσετε ιδιαίτερη σημασία στην παράμετρο του χρόνου. Δύο είναι οι εναλλακτικές σας: Πρώτον να διαλέξετε ένα «πακέτο» το οποίο δεν θα έχει ούτε ρήτρες εμπρόθεσμης πληρωμής ούτε «πέναλτι» ασυνέπειας. Προσοχή, λοιπόν, στους όρους, διότι πλέον τέτοιοι όροι υπάρχουν και στα σταθερά χρώματος μπλε τιμολόγια, αλλά και στα πράσινα. Η δεύτερη λύση είναι η πάγια εντολή. Κάνετε τη σχετική συνεννόηση με την εταιρεία και (ή) την τράπεζα και ξεμπερδεύετε. Το μόνο με το οποίο θα έχετε πλέον να ασχοληθείτε είναι το ανώτατο όριο που θα ορίσετε στην πάγια εντολή να καλύπτει στους λογαριασμούς ρεύματος που παραλαμβάνετε και το δεύτερο να υπάρχει υπόλοιπο στον τραπεζικό σας λογαριασμό ή στην πιστωτική σας κάρτα.

2. Χρέωση με βάση τον όγκο της κατανάλωσης ή ενιαία;
Υπάρχει ένας βασικός κανόνας: επιλέγουμε το προϊόν ή την υπηρεσία που κατανοούμε απολύτως το πώς λειτουργεί και –κυρίως– το πώς χρεώνει. Στην αγορά υπάρχουν πολλοί τρόποι τιμολόγησης που συνδέουν την τελική τιμή της κιλοβατώρας με τον όγκο της κατανάλωσης. Παραλλαγή 1η: Χρεώνεσαι με διαφορετική τιμή για τις πρώτες 100 κιλοβατώρες (χαμηλότερη προφανώς) και με διαφορετική για όλες τις υπόλοιπες (πολύ υψηλότερη). Και καλά αν το πρόγραμμα αφορά ένα μικρό νοικοκυριό ή ένα εξοχικό με περιορισμένη κατανάλωση. Αν όμως είναι η κύρια κατοικία; Παραλλαγή 2η: Χρεώνεσαι με μια χαμηλή τιμή αν καταναλώνεις μέχρι 200 κιλοβατώρες τον μήνα, αλλά, αν ξεπεράσεις αυτό το όριο, τότε εφαρμόζεται υψηλότερη τιμή για όλη την κατανάλωση από την 1η κιλοβατώρα μέχρι την τελευταία. Παραλλαγή 3η: Σου προβάλλουν ότι θα πληρώνεις ένα σταθερό ποσό κάθε μήνα. Όμως, αυτά τα πακέτα έχουν το χαρακτηριστικό ότι γίνονται δύο εκκαθαρίσεις τον χρόνο. Εκεί υπολογίζεται το τι έχεις καταναλώσει (πάντοτε σε όγκο ηλεκτρικής ενέργειας) και βγαίνει ο τελικός λογαριασμός. Αν, λοιπόν, δεν είστε ο τύπος που θα έχει τον νου του στο τι γράφει κάθε μήνα το ρολόι, υπάρχει η δυνατότητα να διαλέξετε ένα πρόγραμμα με μια ενιαία χρέωση ανεξαρτήτως όγκου. Υψηλότερη ή χαμηλότερη, θα το δείτε ανάλογα με τις προσφορές που υπάρχουν στην αγορά. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα έχει κανείς την έγνοια αν ξεχάστηκε το κλιματιστικό ή ο θερμοσίφωνας ανοιχτός.

3. Πακέτο με χαμηλό ή ακριβό πάγιο;
Συνήθως, τα πακέτα που εφαρμόζουν υψηλή πάγια χρέωση (μπορεί να ξεπερνά και τα 12 ευρώ τον μήνα) συνοδεύονται από χαμηλή τιμή για κάθε κιλοβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας που θα καταναλώνεται και το ανάποδο. Άρα, χωρίς να μπείτε στη διαδικασία των μαθηματικών πράξεων, θα έχετε κατά νου το εξής βασικό: αν μιλάμε για μια εξοχική κατοικία την οποία επισκέπτεστε Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι, ίσως δεν έχει νόημα ένα πρόγραμμα με υψηλό πάγιο. Αν όμως μιλάμε για την κύρια κατοικία η οποία θερμαίνεται και ψύχεται με συσκευές που καταναλώνουν ρεύμα, μπορεί το υψηλό πάγιο να οδηγεί τελικά σε χαμηλότερα μηνιαία επιβάρυνση συνολικά, κάτι φυσικά που είναι και το βασικό ζητούμενο. Ιδού ένα παράδειγμα με βάση τα τιμολόγια Ιανουαρίου. Ο ίδιος πάροχος προσφέρει έξι εναλλακτικές λύσεις σταθερών τιμολογίων στους πελάτες του. Μία εξ αυτών προσφέρει πάγιο 9,9 ευρώ και χρέωση ανά κιλοβατώρα 9 λεπτά. Άλλη πρόταση έχει πάγιο 4,9 ευρώ, αλλά χρεώνει την κιλοβατώρα προς 11,4 λεπτά. Ποιο πακέτο από τα δύο συμφέρει; «Εξαρτάται από την κατανάλωση», είναι η απάντηση. Στις 100 κιλοβατώρες τον μήνα, το πρόγραμμα με το φθηνό πάγιο βγάζει συνολικό κόστος 35 ευρώ και το αντίστοιχο με το υψηλό πάγιο, 38 ευρώ. Αν πάλι η κατανάλωση ανέβει στις 600 κιλοβατώρες ανά μήνα, το ακριβό πάγιο θα κοστίζει 120 ευρώ τον μήνα και το φθηνό, 130,5 ευρώ. Όχι, δεν θα μπείτε στη λογική να κάνετε πράξεις. Υπάρχει το ηλεκτρονικό εργαλείο της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας στην ιστοσελίδα της, το οποίο κάνει τη δουλειά για εσάς.

4. Σταθερή ή κυμαινόμενη χρέωση;
Αυτό παραμένει και το μεγαλύτερο ερώτημα της περιόδου: Αναδιατυπώνεται και ως εξής: «μπλε» ή «πράσινο»; Τους τελευταίους μήνες, παρατηρείται σαφής στροφή των καταναλωτών προς τα σταθερά τιμολόγια. Υπάρχει λογική. Πρώτον, ο καταναλωτής εξασφαλίζει την ηρεμία του για ένα ή δύο χρόνια (σ.σ. υπάρχουν πλέον σταθερά τιμολόγια η διάρκεια των οποίων ανεβαίνει και στους 24 μήνες). Και δεύτερον –και κυριότερο– μπορεί να επιτύχει χαμηλότερη μηνιαία χρέωση. Προφανώς επειδή τα πράσινα τιμολόγια είναι κυμαινόμενα, η σύγκριση μπορεί να γίνει μόνο με βάση τα σημερινά δεδομένα. Όμως, αυτή τη στιγμή η εικόνα αποτυπώνεται ως εξής: Για μια μέση κατανάλωση της τάξεως των 400 κιλοβατωρών σε ένα σπίτι με τριφασική παροχή, o μηνιαίος λογαριασμός μπορεί να «παίξει» από 99,2 ευρώ (ή περίπου 25 λεπτά ανά κιλοβατώρα σε πραγματικούς όρους, μαζί δηλαδή με ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ, ΥΚΩ, ΦΠΑ κ.λπ.) και να εκτοξευτεί μέχρι τα 143,85 ευρώ για παρόχους που προφανώς δεν ενδιαφέρονται να διατηρήσουν πελάτες στο πράσινο τιμολόγιο. Στα μπλε τιμολόγια, η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη για τον ίδιο όγκο κατανάλωσης. Στον ανταγωνισμό θα βρείτε προγράμματα που ναι μεν «φοβίζουν» με βάση το πάγιό τους (καθώς η χρέωση φτάνει και στα 10 ευρώ τον μήνα), όμως το συνολικό πραγματικό μηνιαίο κόστος με όλα μέσα –συγκρίσιμο δηλαδή μέγεθος με τα ποσά που προαναφέρθηκαν για τα πράσινα τιμολόγια– μπορεί να διαμορφωθεί στα 80 ευρώ, στα 84 ευρώ κ.λπ. Με μια προϋπόθεση: ο λογαριασμός να πληρώνεται στην ώρα του, καθώς οι ρήτρες εμπρόθεσμης πληρωμής είναι πολύ αυστηρές. Η επιλογή προφανώς ανήκει στον καταναλωτή. Προσοχή μόνο να μην υπερισχύει ο νόμος της αδράνειας: μένω στο πράσινο τιμολόγιο και πληρώνω περισσότερα όχι γιατί δεν θέλω να δεσμευτώ για έναν χρόνο με μια κλειδωμένη τιμή, αλλά γιατί δεν πρόλαβα ή δεν θέλησα να ασχοληθώ με το όλο θέμα.
Τους τελευταίους μήνες, παρατηρείται σαφής στροφή των καταναλωτών προς τα σταθερά τιμολόγια. Ο καταναλωτής εξασφαλίζει την ηρεμία του για ένα ή δύο χρόνια.
5. Διζωνικό ή ενιαίο τιμολόγιο;
Το διζωνικό τιμολόγιο ρεύματος έχει χειμερινό ωράριο (Νοέμβριος-Μάρτιος) με μεσημβρινή ζώνη 12.00-15.00 και νυχτερινή ζώνη 02.00-05.00. Έχει επίσης θερινό ωράριο (Απρίλιος-Οκτώβριος) με μεσημβρινή ζώνη 11.00-15.00 και νυχτερινή ζώνη 02.00-04.00, ισχύον και τις επτά μέρες της εβδομάδας. Η λογική είναι ότι σε αυτές τις ζώνες προσφέρονται χαμηλότερες χρεώσεις. Πόσο; Μπορεί να είναι 7%, μπορεί να είναι και περισσότερο, ανάλογα με τον πάροχο και την τιμολογιακή του πολιτική. Για να απαντήσετε στο ερώτημα, χρειάζεται να καταγράψετε σωστά τις καταναλωτικές σας συνήθειες. Έχετε συσκευές που προγραμματίζονται και ως εκ τούτου μπορούν να λειτουργούν στις ώρες κατά τις οποίες ισχύει το χαμηλό τιμολόγιο; Είστε στο σπίτι από τις 12.00 έως τις 15.00 ή λείπετε στη δουλειά; Αν μιλάμε για αξιόλογο ποσοστό κατανάλωσης που πραγματοποιείται σε αυτές τις ώρες, έχει καλώς. Αλλιώς αναζητήστε μια χαμηλή ενιαία τιμή για όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας.

6. Πακέτο με ευκολίες πληρωμής ή χωρίς;
Είναι και αυτή μια παράμετρος που πρέπει να λάβετε σοβαρά υπόψη αν αντιμετωπίζετε συχνά ταμειακές δυσχέρειες. Μην ξεχνάτε ότι ο λογαριασμός του ρεύματος με όλα μέσα (ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ, δημοτικά τέλη, ΥΚΩ, ΦΠΑ, ΤΑΠ, ΕΡΤ κ.λπ.) μπορεί να ανέλθει σε αρκετές εκατοντάδες ευρώ, ειδικά στους μήνες αιχμής. Αν, για παράδειγμα, θερμαίνετε ένα σπίτι 120 τετραγωνικών με αντλία θερμότητας ή κλιματιστικά, δεν θα είναι παράξενο να φτάσει ο λογαριασμός ακόμη και πάνω από τα 300 ευρώ. Επίσης, είναι συχνό (ακόμη) το φαινόμενο να αργεί η έκδοση εκκαθαριστικών λογαριασμών, με αποτέλεσμα να μαζεύονται μεγάλα ποσά. Γι’ αυτές τις περιπτώσεις είναι ένα πλεονέκτημα ο πάροχος να προσφέρει διακανονισμούς, ειδικά αν αυτοί είναι άτοκοι.

