Η πρόσφατη υπόθεση με το κύκλωμα των «αχυρανθρώπων» που κατέληξε στη ΓΑΔΑ άνοιξε ένα ευρύτερο οικονομικό θέμα. Ενα κενό του συστήματος. Το συγκεκριμένο κύκλωμα εκμεταλλευόταν εταιρείες – κελύφη, με «μπροστινούς» που εξέδιδαν εικονικά τιμολόγια, προκειμένου να παρακρατήσουν τον ΦΠΑ, κλέβοντας το δημόσιο ταμείο. Οι εν λόγω εταιρείες είχαν ιδρυθεί εύκολα με μοναδικό μέτοχο και εργαζόμενο ένα άτομο και ήταν ορισμένες από τις πολλές χιλιάδες που ιδρύονται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια – και μόνο εταιρείες δεν είναι. Πρόκειται για εργαζομένους διαφόρων κλάδων, που προκειμένου να αποφύγουν μέρος των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων καταφεύγουν στη λύση της ίδρυσης εταιρείας. Νοθεύοντας επί της ουσίας κάθε πολιτική για την επιχειρηματικότητα, καθώς αναγκαστικά περιλαμβάνει και αυτές. Και κάπου εκεί παρεισφρέουν και οι αετονύχηδες, καθώς η ευκολία αυτή της διαδικασίας ανοίγει την όρεξη.
Μόλις πριν από μια εβδομάδα η «Καθημερινή» αποκάλυπτε στοιχεία από το ΓΕΜΗ, ότι μεταξύ 2020-2025 ιδρύθηκαν 10.488 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές υπηρεσίες. 4.578 από αυτές ιδρύθηκαν το 2025. Πρόκειται για ντελιβεράδες, εργαζομένους στη διανομή κυρίως έτοιμων γευμάτων, που δουλεύουν με το γνωστό από τα παλιά «μπλοκάκι», το οποίο ανθεί ξανά, δημιουργώντας στρεβλώσεις και πολλά προβλήματα.
Κυρίως κάνει δύσκολο να αντιληφθούμε τι εννοούμε όταν λέμε επιχείρηση. Υπάρχει κράτος στον δυτικό κόσμο που δέχεται ως επιχείρηση τον ντελιβερά; Τι εννοούμε με την έννοια επιτηδευματίας; Πότε είναι κάποιος μισθωτός αλλά πληρώνεται με «μπλοκάκι»; Πότε μια ατομική επιχείρηση είναι αληθινή και πού βρίσκεται το όριο; Τι σχέση έχουν όλες αυτές οι εταιρείες με τις κανονικές εταιρείες; Γιατί τις μετράμε με όλες τις άλλες μαζί; Γιατί στον δημόσιο διάλογο όταν μιλάμε για επιχειρηματικότητα συμπεριλαμβάνουμε και αυτές τις «εταιρείες», επισημαίνοντας ότι είναι αποκλεισμένες από τραπεζικό δανεισμό; Θα έδινε κανείς έστω και ένα ευρώ σε μια τέτοια εταιρεία; Στο φυσικό πρόσωπο ναι, στην εταιρεία του όχι. Γιατί όλοι ξέρουν ότι δεν μπορούν να είναι εταιρείες. Το παράδοξο είναι ότι η εφορία τις αντιμετωπίζει διαφορετικά από τις άλλες εταιρείες. Τις φορολογεί με την κλίμακα των μισθωτών, αλλά στα καθαρά κέρδη. Μείον δηλαδή τα έξοδά τους. Ολοι οι άλλοι φορείς, η οικονομία και η πολιτική εν συνόλω, τις αντιμετωπίζουν ως μέρος της επιχειρηματικότητας.
Μήπως όμως ήρθε η εποχή μιας μεγάλης μεταρρύθμισης; Στα χρόνια των μνημονίων, το ΔΝΤ έβλεπε υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης και υποψιαζόταν φοροδιαφυγή. Η Κομισιόν έβλεπε κατακερματισμένη αγορά εργασίας και ζητούσε ευελιξία με κανόνες. Είχε προτείνει τότε τον περιορισμό των κινήτρων τεχνητής μετατροπής της μισθωτής εργασίας σε ψευδοεπιχειρηματικότητα.
Το ερώτημα είναι όμως τι λέμε εμείς σήμερα. Μήπως αυτό το κενό μεταξύ των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, στο οποίο συνωστίζονται τα «μπλοκάκια», πρέπει να περιοριστεί στα απολύτως αναγκαία; Ή έστω να τα μετράμε με έναν διαφορετικό τρόπο. Να λέει, για παράδειγμα, το ΓΕΜΗ ότι ιδρύθηκαν τόσες χιλιάδες επιχειρήσεις και ξεχωριστά τόσα χιλιάδες «μπλοκάκια». Οι τράπεζες να μη χρειάζεται να απολογηθούν ότι δεν τις χρηματοδότησαν. Αν δεν απαντήσουμε καθαρά στο τι θέλουμε να κάνουμε με τα «μπλοκάκια», τότε αυτά θα συνεχίσουν να μας στοιχειώνουν ως καθρέφτης ενός παρωχημένου παραγωγικού μοντέλου.

