Η Διακήρυξη της Αμβέρσας, που εκπροσωπεί περισσότερες από 1.300 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ενώσεις και συνδικαλιστικές οργανώσεις, διατυπώθηκε το 2024, στην πορεία, όμως, αποτέλεσε ένα φόρουμ για τη διατύπωση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανία αλλά και την προβολή των προτάσεων για όσα πρέπει να δρομολογηθούν με στόχο την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς της. Οι προκλήσεις τείνουν έκτοτε να είναι υπαρξιακές, αφού σημαντικό μέρος της παραγωγικής δυναμικότητας κλάδων, όπως των χημικών και της μεταλλουργίας, έχει απολεσθεί ή καταστεί προσωρινά ανενεργό, με επιπτώσεις στην απασχόληση και στο σύνολο της οικονομίας.
Η φετινή Σύνοδος της Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας (European Industry Summit 2026) συγκέντρωσε στην Αμβέρσα στις 11 του μηνός περισσότερους από 600 ηγέτες επιχειρήσεων, 30 εκπροσώπους εργοδοτικών φορέων, αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων και κορυφαία στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με επικεφαλής την πρόεδρό της.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία διατύπωσε το επιτακτικό αίτημα για ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας, ισχυροποίηση της εσωτερικής αγοράς και άνοιγμα νέων αγορών με επιτάχυνση σύναψης αλλά και εφαρμογής συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου με αξιόπιστους εταίρους. Το συνέδριο της Αμβέρσας τάχθηκε παράλληλα υπέρ της εισαγωγής κανόνων «προτιμησιακής αντιμετώπισης» προϊόντων ευρωπαϊκής καταγωγής (made in Europe) σε τομείς στρατηγικής σημασίας.
Πιο συγκεκριμένα:
Η μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και εκπομπών CO2 είναι κρίσιμη, καθώς παραμένουν υπερβολικά υψηλές, τόσο λόγω της διασύνδεσης με εκείνες του φυσικού αερίου όσο και λόγω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων. Το κόστος δικαιωμάτων εκπομπών στην Ε.Ε. είναι σήμερα το υψηλότερο διεθνώς, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τη βιομηχανική παραγωγή.
Οι εμπορικές συμφωνίες που ανοίγουν νέες αγορές και εξαγωγικές ευκαιρίες, εφόσον είναι και δίκαιες, παρέχουν πρόσβαση σε πρώτες ύλες ζωτικής σημασίας και διασφαλίζουν ίσους όρους ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας κατά της διαρροής άνθρακα. Ομως, δεν μπορούν να είναι από μόνες τους αποτελεσματικές αν δεν συνδυαστούν με την άρση των στρεβλώσεων και τον κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς, που έχει ως αποτέλεσμα μειωμένες εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.
Η στήριξη των προϊόντων «made in Europe» είναι, τέλος, καθοριστικής σημασίας και ειδικά για κρίσιμους κλάδους της οικονομίας, όπως η άμυνα. Είναι εντελώς απαραίτητο να ληφθούν μέτρα για την τόνωση της ζήτησης για ευρωπαϊκά προϊόντα ως ποσόστωση μέσω δημοσίων συμβάσεων προμηθειών ή οπουδήποτε δαπανώνται δημόσιοι πόροι. Η ενδυνάμωση των καταναλωτών με περισσότερες επιλογές για net zero και ανακυκλώσιμα προϊόντα με βάση διαφανή στοιχεία για το αποτύπωμα άνθρακα, ώστε να σταματήσει ο κίνδυνος περαιτέρω αποβιομηχανοποίησης στην Ευρώπη, δημιουργώντας παράλληλα περισσότερες ποιοτικές θέσεις εργασίας σε κλάδους όπου η Ευρώπη ήταν και θέλει να παραμείνει πρωτοπόρος, είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας για το μέλλον.
Τα μηνύματα που εξέπεμψε η Αμβέρσα ήταν σαφή· δεν υπάρχει ανθεκτική ούτε ασφαλής Ευρώπη χωρίς δυνατή βιομηχανία, άρα η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει αναλαμβάνοντας σαφείς ενέργειες και δημιουργώντας παγκόσμιους και όχι απλά Eυρωπαίους πρωταθλητές, όπως τόνισε και ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να απέχει από τη σύμπλευση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ειδικά μετά μια μακρά περίοδο επενδυτικής αναιμίας, από την οποία πρόσφατα έχει αρχίσει να ανακάμπτει λόγω της πολιτικής σταθερότητας και της επανάκτησης της εμπιστοσύνης των επενδυτών απέναντι στις προοπτικές της χώρας μας.
Ο κίνδυνος μη εναρμονισμού μετά την αφύπνιση που παρατηρείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και που έχει ως στόχο την τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και την ενίσχυσή της σε παγκόσμιο επίπεδο, θα είναι καταλυτικός, μια και η Ε.Ε. των δύο ταχυτήτων επανεμφανίζεται έπειτα από καιρό ως η απειλή μετάλλαξης της Ενωσης σε κάτι που θα διαχωρίσει τις χώρες-μέλη, τις οικονομίες τους και τελικά και τους πολίτες τους σε πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Η απειλή αυτή είναι μια πραγματικότητα και τα χρονικά πλαίσια που φαίνεται να θέτουν έξι χώρες με πρωτοβουλία της Γερμανίας (Γαλλία, Πολωνία, Ισπανία, Ιταλία και Ολλανδία) και την επίκληση της ανάγκης επιβίωσης σε ένα όλο και πιο απρόβλεπτο γεωπολιτικό περιβάλλον εντός του οποίου η Ευρώπη πρέπει να γίνει ισχυρότερη και πιο ανθεκτική, είναι άμεσα. Υπό αυτήν την προοπτική δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν και οι επιπτώσεις της διεύρυνσης, η οποία είναι αναμενόμενη σε προβλέψιμο χρονικό ορίζοντα.
Η Ελλάδα μπορεί να προβάλει δυναμικές και αξιόπιστες πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας και την προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων. Ο υφιστάμενος μεταρρυθμιστικός ρυθμός μπορεί και πρέπει να ενταθεί σε όλα τα επίπεδα. Η έμφαση στην ανάπτυξη δικτύων και διασυνδέσεων –ιδίως με τις γειτονικές χώρες, που επίσης διέπονται από ανισότητες σε σχέση με τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά– και οι επενδύσεις στην αποθήκευση οφείλουν να είναι θεμελιώδεις συνιστώσες της ενεργειακής πολιτικής της χώρας μας, από κοινού με τη συνεργασία με άλλες χώρες για την επαναθεώρηση των σταθερών του υπάρχοντος ενεργειακού μοντέλου, που θα έχει ως στόχο τη σταδιακή αποδέσμευση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από τις τιμές φυσικού αερίου –λόγω και της μειωμένης συμμετοχής του στο μείγμα της παραγόμενης ενέργειας– και την ενίσχυση των συμβάσεων επί διαφορών (contracts for difference) για την ανάληψη σημαντικών επενδύσεων εντάσεως αρχικών κεφαλαίων.
Η ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς μπορεί να επιτευχθεί μέσω της άρσης των ρυθμιστικών αντικινήτρων και των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων. Καμία νέα νομοθετική ή διοικητική πράξη δεν πρέπει να αναλαμβάνεται χωρίς την προϋπολογιστική εκτίμηση των βελτιώσεων που θα προκύψουν από την υιοθέτηση των μέτρων. Αντίστοιχα οφείλει να μεταρρυθμιστεί και το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο επί τη βάσει της σχέσεως κόστους/οφέλους.
Επιπροσθέτως, η χώρα μας μπορεί να συνταχθεί με το μέτωπο των χωρών που ευνοούν την υιοθέτηση των κανόνων τοπικού περιεχομένου (local content) συμβάλλοντας στην αρχή της προώθησης προϊόντων ευρωπαϊκής προέλευσης και αρχής γενομένης από τις περιπτώσεις όπου γίνεται αξιοποίηση των κρατικού χρήματος. Επίσης θα ήταν χρήσιμο να λάβει σαφή θέση υπέρ της ανάγκης ελέγχου των εξαγωγών κρίσιμων (δευτερογενών) πρώτων υλών, όπως ο χαλκός, το αλουμίνιο και ο χάλυβας από την Ε.Ε. προς τρίτες χώρες. Η πρωτοβουλία αυτή θα προκαλέσει έμμεσα –αν όχι άμεσα– την προσέλκυση και την ανάληψη επενδύσεων.
Η ελληνική και η ευρωπαϊκή βιομηχανία διατυπώνουν με κάθε τρόπο την άποψη ότι η συνέχιση της σημερινής κατάστασης δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή. Η ώρα για τη λήψη άμεσων μέτρων έχει ήδη έρθει, καθώς το μέλλον της χώρας μας, όπως και της Ευρώπης, είναι το μέλλον της βιομηχανίας.
*Ο κ. Πάνος Λώλος είναι πρόεδρος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Βιομηχανιών Στερεάς Ελλάδας.

