Σε μία από τις επικερδέστερες επενδύσεις των τελευταίων ετών εξελίχθηκε η τοποθέτηση στην αγορά κατοικίας κατά τα πρώτα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της καθοδικής πορείας των τιμών, δηλαδή τη διετία 2017-2018. Συγκρίνοντας την εικόνα στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, πιο επικερδής ήταν η αγορά κατοικίας στον Δήμο Θεσσαλονίκης, όπου καταγράφεται αύξηση 146% από το τέταρτο τρίμηνο του 2018 και μέχρι το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Συγκεκριμένα, όπως δείχνουν τα στοιχεία από τις ζητούμενες τιμές πώλησης της πλατφόρμας ψηφιακών αγγελιών Spitogatos.gr, από τα 1.071 ευρώ/τ.μ., η μέση τιμή αγγίζει σήμερα τα 2.635 ευρώ/τ.μ., ξεπερνώντας και το κέντρο της Αθήνας.
Η περιοχή του Πειραιά και τα προάστια του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας έρχονται στη δεύτερη θέση της σχετικής λίστας, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση κατά 110% και 115% αντίστοιχα, σε 2.540 ευρώ/τ.μ. και 2.167 ευρώ/τ.μ. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των αυξήσεων αυτών καταγράφηκε την περίοδο 2023-2024, λόγω των αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν στις προϋποθέσεις χορήγησης αδειών διαμονής, μέσω του προγράμματος «χρυσή βίζα» και οι οποίες έστρεψαν σχεδόν το σύνολο των ξένων επενδυτών στην αναζήτηση κατοικίας στον Πειραιά. Ο λόγος είναι ότι ήταν μία από τις λιγοστές περιοχές της Αττικής που ήταν εφικτή η λήψη άδειας με το χαμηλότερο όριο των 250.000 ευρώ.
Πολύ μεγάλη αύξηση παρατηρείται επίσης στα νότια προάστια, όπου η έναρξη υλοποίησης του έργου στο Ελληνικό και το υψηλό αγοραστικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό ώθησαν τις ζητούμενες τιμές σε συνολική αύξηση κατά 92,6% την περίοδο 2018-2025. Σήμερα, διαμορφώνεται σε 4.125 ευρώ/τ.μ. κατά μέσον όρο, έναντι 2.460 ευρώ/τ.μ. Στα βόρεια προάστια, η αύξηση είναι μικρότερη και δεν ξεπερνάει το 58%, με τη μέση ζητούμενη τιμή να ανέρχεται σε 3.380 ευρώ/τ.μ., από 2.138 ευρώ/τ.μ. το 2018. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι και στις περιοχές αυτές οι τιμές άρχισαν να αυξάνονται ταχύτερα από το 2021 και μετά, τάση που αναμένεται να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα, παρότι θα πρέπει να τονιστεί ότι η μεγαλύτερη μερίδα του αγοραστικού κοινού στις περιοχές αυτές είναι Ελληνες και όχι ξένοι, κάτι που ενδέχεται να περιορίσει το μέγεθος των αυξήσεων.
Οσον αφορά το κέντρο της Αθήνας, με δεδομένο ότι οι νέες κατασκευές τα τελευταία χρόνια είναι λιγοστές, είναι προφανές ότι οι ζητούμενες τιμές είναι ιδιαίτερα «τσουχτερές», καθώς αφορούν κυρίως πολύ παλιά διαμερίσματα, ηλικίας άνω των 40-50 ετών στις περισσότερες περιπτώσεις, συχνά χωρίς να έχουν ανακαινιστεί καθόλου, ενώ λίγα είναι εκείνα που προσφέρουν π.χ. θέση στάθμευσης. Παρ’ όλα αυτά, η ζήτηση από το εξωτερικό και η προοπτική της αξιοποίησης μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων είχαν ως αποτέλεσμα η μέση ζητούμενη τιμή να αυξηθεί κατά 76% σε 2.462 ευρώ/τ.μ.
Το ζητούμενο είναι πλέον να αυξηθεί η προσφορά, καθώς όπως δείχνουν τα στοιχεία, ειδικά του τελευταίου έτους, ούτε η απαγόρευση λειτουργίας νέων καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης στα πρώτα τρία δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων, αλλά ούτε και ο «εξοβελισμός» των επενδυτών μέσω του προγράμματος «χρυσή βίζα», απέφεραν κάποιο αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά τη συγκράτηση των τιμών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με σχετική ανάλυση του Spitogatos.gr για το 2025, η μέση ζητούμενη τιμή στον Δήμο Αθηναίων κατέγραψε ετήσια αύξηση κατά 11,6%, που ήταν και η μεγαλύτερη μεταξύ των επιμέρους περιοχών της Αττικής. Ακολούθησαν με αύξηση κατά 11,2% τα δυτικά προάστια. Αύξηση κατά 8,3% σημείωσαν επίσης τα προάστια του Πειραιά, κατά 12,6% αυξήθηκαν οι μέσες ζητούμενες τιμές στα προάστια της Θεσσαλονίκης και κατά 10,1% στο κέντρο της πόλης (Δήμος Θεσσαλονίκης). Τα στοιχεία αυτά σηματοδοτούν κατ’ αρχάς τη μετατόπιση του αγοραστικού ενδιαφέροντος σε θεωρητικά πιο προσιτές οικονομικά περιοχές. Επί της ουσίας όμως συνιστούν το αποτέλεσμα του προγράμματος «Σπίτι μου II», το οποίο ξεκίνησε στις αρχές του 2025 και, όπως αναμενόταν, προκάλεσε μεγάλη αύξηση της ζήτησης και συγκέντρωση αυτής στις παραπάνω περιοχές. Αυτό συνέβη διότι σε αυτά τα σημεία εντοπίζεται ο μεγαλύτερος όγκος επιλέξιμων ακινήτων (και άρα και περισσότερες επιλογές), με βάση τους όρους του προγράμματος, το οποίο αφορά κατοικίες με έτος αποπεράτωσης το αργότερο μέχρι το τέλος του 2007 (και οικοδομική άδεια έως τις 31/12/2005), μέγιστης αξίας 250.000 ευρώ.
Εν τω μεταξύ, στην πρόσφατη έρευνα γνώμης «5ο Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», το 85% των ενδιαφερόμενων αγοραστών μπορεί να διαθέσει το πολύ έως 200.000 ευρώ για αγορά κατοικίας.

