Πριν από 10 ημέρες έκλεισε ένας χρόνος από μια ημέρα που θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ιστορική και πιθανότατα κάπως έτσι θα αναφέρεται στα ιστορικά βιβλία του μέλλοντος ή σε όποια μορφή θα καταγράφεται στο μέλλον η Ιστορία. Γιατί στις 20 Ιανουαρίου του περασμένου έτους συνέπεσαν δύο εξελίξεις φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους, αλλά σε δεύτερη ανάγνωση ίσως αρκετά συνδεδεμένες, δύο εξελίξεις που με διαφορετικό τρόπο αλλά για παρεμφερείς λόγους φέρνουν δομικές αλλαγές στον κόσμο, στις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων αλλά και στην ίδια την όψη του πολιτισμού. Αφενός επειδή εκείνη την ημέρα ορκίστηκε για δεύτερη φορά πρόεδρος των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ και άρχισε άμεσα να δρομολογεί την ανατροπή της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, ή τουλάχιστον πολλών εκ των πυλώνων της, και αφετέρου γιατί την ίδια ημέρα αιφνιδίασε τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας, τους οικονομικούς παρατηρητές και έως ένα βαθμό τον κόσμο ολόκληρο ένα τεχνολογικό άλμα της Κίνας: το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που παρουσίασε η κινεζική εταιρεία DeepSeek και το οποίο είναι σε μεγάλο βαθμό εφάμιλλο των αμερικανικών μοντέλων, αλλά έχει παραχθεί με συντριπτικά χαμηλότερο κόστος.
Εχει πλέον φτάσει να αποτελεί κλισέ η αναφορά στο κινεζικό επίτευγμα ως «το Σπούτνικ στην τεχνητή νοημοσύνη», καθώς επανειλημμένως πολιτικοί και οικονομικοί παρατηρητές παρομοίασαν το σοκ που προκάλεσε το κινεζικό επίτευγμα στη Silicon Valley με τον αιφνιδιασμό που είχαν προκαλέσει στους Αμερικανούς οι Σοβιετικοί το 1957 όταν έθεσαν σε τροχιά τον διάσημο σοβιετικό δορυφόρο.
Κλιμακώνεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις για την κυριαρχία στην υψηλή τεχνολογία και μέσω αυτής στη διεθνή οικονομία.
Εκτοτε στη συνείδηση των περισσοτέρων η Κίνα έχει υπερβεί το καθεστώς της δεύτερης οικονομίας στον κόσμο και έχει κατακτήσει τη θέση της δεύτερης υπερδύναμης. Προπαντός, όμως, έκτοτε ο ούτως ή άλλως διαρκώς επιταχυνόμενος ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις για την κυριαρχία στην υψηλή τεχνολογία και μέσω αυτής στην παγκόσμια οικονομία έχει μπει σε νέα τροχιά, σε μια ιλιγγιώδη κούρσα, με τις σχετικές ανακοινώσεις να είναι τόσο βομβαρδιστικές ώστε να μην μπορεί κανείς να τις παρακολουθήσει. Πρωτίστως από την πλευρά των κινεζικών εταιρειών τεχνολογίας, που έχοντας κατακτήσει μια πρωτοφανή αυτοπεποίθηση παράγουν διαρκώς νέα μοντέλα, τα οποία προβάλλονται με μεγάλη δημοσιότητα από τα αμερικανικά ΜΜΕ: τις τελευταίες εβδομάδες η Moonshot AI του Πεκίνου παρουσίασε το μοντέλο Kimi K2.5, ενώ μόλις τρεις μήνες νωρίτερα είχε παρουσιάσει το K2 και τώρα υποστηρίζει πως το τελευταίο μοντέλο της υπερέχει εκείνων των αμερικανικών κολοσσών OpenAI, Anthropic και Google. Οπως αναφέρει το αμερικανικό δίκτυο CNBC, μόλις λίγες ώρες νωρίτερα ο κολοσσός της Alibaba είχε παρουσιάσει το μοντέλο Qwen3-Max-Thinking που και πάλι η εταιρεία υποστηρίζει ότι υπερέχει των αμερικανικών αντίστοιχων μοντέλων. Η Baidu επίσης παρουσίασε το Ernie 5.0 και υποστηρίζει ότι υπερέχει του Gemini 2.5-Pro της Google και ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Στο μεταξύ, πολλές από τις κινεζικές εταιρείες προηγούνται των αμερικανικών ως προς τις χρήσεις των μοντέλων τους όπως, για παράδειγμα, η Tencent που μετατρέπει τα μοντέλα της σε μέσα πληρωμών.
Alphabet, Amazon, Apple, Microsoft, Meta, Nvidia, Tesla δαπάνησαν το περασμένο έτος πάνω από 400 δισ. δολ. για τεχνητή νοημοσύνη.
Την ίδια στιγμή, κλιμακώνεται και ο θηριώδης ανταγωνισμός ανάμεσα στις αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, με τους «Επτά Υπέροχους», τις Alphabet, Amazon, Apple, Microsoft, Meta, Nvidia και Tesla, να έχουν δαπανήσει το περασμένο έτος πάνω από 400 δισ. δολ. για την τεχνητή νοημοσύνη και να σχεδιάζουν για το τρέχον έτος να εκτοξεύσουν στη στρατόσφαιρα το ήδη διαστημικό αυτό ποσό. Καθώς όμως η τεχνητή νοημοσύνη προσλαμβάνει όλο και περισσότερο εμφανείς γεωπολιτικές διαστάσεις, για πολλούς δεν είναι σαφές ποιο ακριβώς είναι το ζητούμενο αυτού του θηριώδους ανταγωνισμού μεταξύ εταιρειών και μεταξύ χωρών: αν ο στόχος είναι η εφαρμογή των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στην οικονομία, αν είναι η εισβολή των ρομπότ στη ζωή μας ή η φιλοδοξία για δημιουργία τέλειων ανθρωπόμορφων ρομπότ, ή ίσως ακόμη και η δημιουργία μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης που θα έχουν τη μορφή ανθρώπων στον φυσικό χώρο. Ή μήπως ακόμη και η επιστημονική φαντασία, δηλαδή η δημιουργία τεχνητής νοημοσύνης τόσο ισχυρότερης της ανθρώπινης νοημοσύνης ώστε να τη συντρίψει. Πολλοί αμφισβητούν, άλλωστε, ακόμη και το κατά πόσον η Κίνα έχει πράγματι στόχο να κατισχύσει επί των ΗΠΑ στην τεχνητή νοημοσύνη, ή απλώς να επιτύχει την καλλίστη εφαρμογή της υφιστάμενης τεχνολογίας και να αναπαράγει την αμερικανική τεχνολογία. Το ερώτημα για το άμεσο μέλλον είναι, πάντως, το κατά πόσον οι κινεζικές εταιρείες θα μπορέσουν να επωφεληθούν από τους 890.000 μικροεπεξεργαστές Η200 της Nvidia στους οποίους έχουν πλέον πρόσβαση, μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιτρέψει την εξαγωγή τους στην ανταγωνίστρια των ΗΠΑ.
Πυρετός επενδύσεων

Σχολιάζοντας τις ιλιγγιώδεις δαπάνες των τεχνολογικών εταιρειών για τα κέντρα δεδομένων, ο Γένσεν Χουάνγκ, διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, της μεγαλύτερης βιομηχανίας μικροεπεξεργαστών τεχνητής νοημοσύνης, τόνισε από το βήμα του Νταβός ότι «ζούμε τη μεγαλύτερη κατασκευή υποδομών στην ανθρώπινη ιστορία».
140
δισ. δολ. προβλέπει η Microsoft να δαπανήσει για την τεχνητή νοημοσύνη το 2026.
Μάχη κυριαρχίας

Αναφερόμενος στις πυρετώδεις προσπάθειες της Κίνας να ηγεμονεύσει στην τεχνητή νοημοσύνη, ο κάτοχος Νομπέλ Χημείας και διευθύνων σύμβουλος της Google DeepMind, Ντέμης Χασάμπης, δήλωσε προ ημερών ότι τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης της Κίνας μπορεί να είναι «λίγους μήνες πίσω» από όσα αναπτύσσονται στις ΗΠΑ.
100
δισ. δολ. τουλάχιστον προβλέπει η Meta πως θα δαπανήσει για τεχνητή νοημοσύνη το 2026.
Το στοίχημα

Αναλύοντας τη στρατηγική της Κίνας στην τεχνητή νοημοσύνη, ο Αλεξ Λου, στέλεχος της LSY Consulting, επισημαίνει πως η Κίνα «ποντάρει στο ότι άλλες χώρες θα χτίσουν δικές τους εφαρμογές πάνω στα δικά της μοντέλα».

