Τις τελευταίες ημέρες η διελκυστίνδα ανάμεσα στην Ε.Ε. και στον Ντόναλντ Τραμπ για το θέμα της Γροιλανδίας και οι απειλές του Αμερικανού προέδρου για πρόσθετους δασμούς 25% στα προϊόντα όσων χωρών εναντιώνονται στα σχέδιά του έφεραν πιο κοντά από ποτέ τον κίνδυνο ενός ολοκληρωτικού εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Και καθώς η κρίση δείχνει να έχει πρωτοφανές βάθος και χρονικό ορίζοντα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες και οι θεσμοί της Ε.Ε. φαίνονται για πρώτη φορά τόσο αποφασισμένοι να αντισταθούν στις πιέσεις και στους εκβιασμούς του Αμερικανού προέδρου, αναζητώντας εναλλακτικούς εταίρους. Συνάπτουν εμπορικές συμφωνίες, όχι μόνον τη «μητέρα των εμπορικών συμφωνιών», όπως χαρακτηρίστηκε η εμπορική συμφωνία με την Ινδία, αλλά και συμφωνίες με χώρες της Λατινικής Αμερικής στη διάρκεια του περασμένου έτους, όπως και μικρότερου βεληνεκούς όπως η συνεργασία με το Βιετνάμ, και επανεξετάζουν τις σχέσεις τους με την Κίνα. Ισως όμως οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν να τηρήσουν σκληρή στάση προς την Ουάσιγκτον τη χειρότερη στιγμή για τη Γηραιά Ηπειρο, καθώς τις τελευταίες ημέρες δίνονται στη δημοσιότητα εκθέσεις που φέρουν τις οικονομίες της Ευρώπης να έχουν καθοριστική εξάρτηση από την αμερικανική οικονομία, τη μεγαλύτερη από ποτέ. Και το πλήγμα για την Ευρώπη από μια ρήξη με την υπερδύναμη ή από έναν εμπορικό πόλεμο θα είναι πολύ μεγαλύτερο, πιθανώς δυσανάλογα μεγαλύτερο από τον όποιο αντίκτυπο για τις ΗΠΑ.
Σχετική ανάλυση του Πανεπιστημίου Aston στο Μπέρμιγχαμ σκιαγραφεί ανάγλυφα τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες σχετικά με το κατά πόσον τους συμφέρει να προβούν σε κινήσεις αντεκδίκησης, όπως και το αν μπορούν να διατηρήσουν ενιαίο μέτωπο έναντι της Ουάσιγκτον όταν για ορισμένες χώρες φαίνεται σαφώς πιο συμφέρουσα μια συντεταγμένη υποχώρηση. Η εν λόγω ανάλυση διαπιστώνει πως «αν οι ευρωπαϊκές χώρες προχωρήσουν στην επιβολή εκδικητικών δασμών, θα καταλήξουν με τις οικονομίες τους σε χειρότερη κατάσταση από αυτήν στην οποία θα ήταν αν είχαν απορροφήσει τους δασμούς, επειδή με τους δασμούς θα πλήξουν την ευημερία των καταναλωτών τους και θα προκαλέσουν οικονομικές στρεβλώσεις». Επισημαίνει, βέβαια, πως η Ευρώπη «διαθέτει άλλους μοχλούς άσκησης πίεσης καθώς οι ΗΠΑ εμφανίζουν πλεόνασμα από τις εξαγωγές υπηρεσιών στην Ε.Ε. και το οποίο φτάνει ετησίως στα 148 δισ. ευρώ, ενώ οι αμοιβαίες άμεσες επενδύσεις υπερβαίνουν τα 5,3 τρισ. ευρώ». Η Τζουν Ντου, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Aston και εκ των συντακτών της μελέτης, τονίζει πως στο σχέδιό της για εκδικητικούς δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 93 δισ. ευρώ, αυτοκίνητα ουίσκι, σόγια και αεροσκάφη της Boeing, η Ε.Ε. θα έπρεπε να συμπεριλάβει τις υπηρεσίες των ΗΠΑ, των τεχνολογικών της εταιρειών και του χρηματοπιστωτικού τομέα, επειδή «η απειλή πρέπει να είναι αξιόπιστη». Και η έκθεση καταλήγει πως με αυτούς τους τομείς η Ευρώπη μπορεί να προκαλέσει «ασύμμετρο κόστος», αλλά αυτά συχνά δεν αναφέρονται στον διάλογο για το θέμα.
Ανάλυση του Πανεπιστημίου Aston διαπιστώνει πως αν οι ευρωπαϊκές χώρες προχωρήσουν στην επιβολή εκδικητικών δασμών, θα καταλήξουν με τις οικονομίες τους σε χειρότερη κατάσταση από αυτήν που θα ήταν αν απορροφούσαν τους δασμούς.
Την ίδια στιγμή, άλλη έρευνα που δημοσίευσε η ομάδα πίεσης Bitkom με έδρα στο Βερολίνο, φέρει την ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της και ειδικότερα τη μεγαλύτερη από τις οικονομίες της Ε.Ε., τη Γερμανία, να έχει τη μεγαλύτερη εξάρτηση που είχε ποτέ από την αμερικανική οικονομία. Επισημαίνει πως το 80% των γερμανικών εταιρειών βασίζεται στις ψηφιακές τεχνολογίες και υπηρεσίες των ΗΠΑ, πράγμα που εξηγεί το βάθος της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις δύο οικονομίες αλλά και την τεράστια δύναμη που αυτό δίνει στις ΗΠΑ. Και οι αμερικανικοί κολοσσοί των Visa και Mastercard ελέγχουν περίπου τα δύο τρίτα των δαπανών μέσω κάρτας στην Ευρώπη.
Η παρούσα συγκυρία ενδέχεται πρωτίστως να είναι η χειρότερη για την Ε.Ε. αν αποφασίσει τελικά να σκληρύνει πραγματικά τη στάση της προς την Ουάσιγκτον. Οπως σχολιάζει σε σχετικό δημοσίευμά της η εφημερίδα Wall Street Journal, επί πολλές δεκαετίες η Ευρώπη εξαρτιόταν από τις ΗΠΑ μόνον για την ασφάλειά της, ενώ για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών εξαρτιόταν από τη Ρωσία και από την Κίνα για να διοχετεύει τις εξαγωγές της. Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τη ρήξη στις σχέσεις της με τον ενεργειακά πλούσιο γείτονά της, η Ευρώπη εξαρτάται ενεργειακά από το αμερικανικό υγροποιημένο αέριο που αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τέταρτο των εισαγωγών της σε αέριο. Σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές της, δεν μπορούν πλέον να απευθύνονται στην κινεζική αγορά στην οποία έχει μειωθεί δραματικά η ζήτηση και η σημαντικότερη αγορά τους είναι πάλι η υπερδύναμη. Το πόσο χρειάζεται η Ε.Ε. την αμερικανική αγορά για τις εξαγωγές της το επιβεβαιώνουν, άλλωστε, και τα στοιχεία της Eurostat που φέρουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές προϊόντων στις ΗΠΑ να ανέρχονται σε 640 δισ. δολ. που σημαίνει ότι αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα πέμπτο, για την ακρίβεια το 21%, του συνόλου. Και το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί σημαντικά σε σύγκριση με το 2019, όταν ήταν 18%. Οπως τόνισε στη WSJ ο Κλάους Πάαλ, επιχειρηματίας από τη Στουτγάρδη, «πρέπει να αναζητήσουμε άλλες αγορές, αλλά δεν υπάρχει καμία αγορά που να μπορεί να υποκαταστήσει την αμερικανική». Εν ολίγοις, σήμερα η Ευρώπη εξαρτάται από τις ΗΠΑ και για τους τρεις βασικούς πυλώνες της οικονομίας της.
Η Ευρώπη εξαρτάται ενεργειακά από το αμερικανικό υγροποιημένο αέριο που αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τέταρτο των εισαγωγών της σε αέριο, ενώ σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές της η σημαντικότερη αγορά είναι πάλι η υπερδύναμη.
Μπαράζ συμφωνιών χωρών της Δύσης με την Κίνα
«Η Κίνα είναι σαφές πως θέλει να παρουσιαστεί ως ο ενήλικας στο δωμάτιο την ώρα που οι ΗΠΑ επιδεικνύουν εχθρότητα», σχολίασε στο Νταβός ο Εσουάρ Πρασάντ, ειδικός σε θέματα διεθνούς εμπορίου στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. Εσπευσε όμως να εκφράσει την εκτίμηση ότι «ο κόσμος μάλλον δεν είναι έτοιμος να πέσει εντελώς στην αγκαλιά της Κίνας». Αποτύπωσε, έτσι, τις δύο πλευρές της πραγματικότητας: αφενός την προσπάθεια της Κίνας να παρουσιαστεί ως αξιόπιστος εταίρος και στον αντίποδα του απρόβλεπτου και αναξιόπιστου Τραμπ και αφετέρου την επιφυλακτικότητα του κόσμου προς την Κίνα, της δεύτερης οικονομίας στον κόσμο που έχει επιδοτήσει βαρύτατα τις βιομηχανίες της και με την πολιτική της έχει προκαλέσει την απώλεια αμέτρητων θέσεων εργασίας παγκοσμίως.
Οι παλινωδίες του απρόβλεπτου Ντόναλντ Τραμπ όμως έχουν κουράσει τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, ώστε τους εξωθούν να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με την Κίνα προκειμένου να περιορίσουν τις εξαρτήσεις τους από την Αμερική. Το διεθνές τοπίο είναι πολύ διαφορετικό σε σύγκριση με την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, όταν πολλές χώρες του δυτικού κόσμου συντάχθηκαν με την Ουάσιγκτον και η Ε.Ε. σχημάτισε έως ένα βαθμό ενιαίο μέτωπο με τις ΗΠΑ κατά του Πεκίνου. Τότε, ο Ντόναλντ Τραμπ κατήγγειλε την Κίνα για οικονομική κατασκοπεία, κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων και καταστροφή των βιομηχανιών του δυτικού κόσμου με τη μαζική εισβολή των πάμφθηνων κινεζικών προϊόντων. Τώρα, όλοι μοιάζουν να τα ξεχνούν όλα αυτά και παρά την επιφυλακτικότητα του δυτικού κόσμου προς την τόσο διαφορετική πολιτισμικά Κίνα, από τον Καναδά μέχρι την Ευρώπη και τη Νότια Κορέα, οι εταίροι των ΗΠΑ αναζητούν εναλλακτικές για τις εμπορικές συναλλαγές τους, νέους εταίρους και νέες αγορές για τα προϊόντα τους.
Πολύ διαφορετικό το διεθνές τοπίο σε σύγκριση με την πρώτη θητεία Τραμπ, όταν πολλές χώρες του δυτικού κόσμου συντάχθηκαν με την Ουάσιγκτον κατά του Πεκίνου.
Ο Καναδάς συνήψε «νέα στρατηγική εταιρική σχέση» με την Κίνα και ανακοινώνοντάς την ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Καρνέι τόνισε πως η χώρα του μείωσε δραστικά τους δασμούς στα κινεζικά ηλεκτροκίνητα οχήματα. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, ο οποίος μετέβη στο Πεκίνο μέσα στην εβδομάδα, δήλωσε ότι βλέπει τεράστιες δυνατότητες συνεργασίας και μίλησε για νέα στρατηγική συνεργασία. Και ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Λι Ζάε Μιουνγκ, δήλωσε προσφάτως ότι επιθυμεί «πλήρη αποκατάσταση» των δεσμών της χώρας του με την Κίνα.
Στους κάπως επιφυλακτικούς συγκαταλέγεται και η Ε.Ε. και πολλοί αξιωματούχοι της διστάζουν να προχωρήσουν σε μια ευρύτερη σύσφιγξη σχέσεων, ενώ έχουν υπαναχωρήσει σε πολλούς τομείς. Η Κίνα δεν έχει κρύψει την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει το εμπόριο και τις πρώτες ύλες της για να ασκήσει πολιτική πίεση στους αντιπάλους της, όπως έδειξε με τους σκληρούς περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Τα τελευταία χρόνια, η Ε.Ε. έχει υιοθετήσει αρκετά σκληρή στάση προς τη δεύτερη οικονομία στον κόσμο με μια πολιτική την οποία χαρακτηρίζει «μείωση του ρίσκου» και με σειρά ερευνών στις κινεζικές εισαγωγές και τις εμπορικές πρακτικές της Κίνας. Η εμπιστοσύνη της Ε.Ε. υπονομεύτηκε περαιτέρω από την πολιτική του Πεκίνου στις σπάνιες γαίες.
Προσφάτως, πάντως, η Ε.Ε. δήλωσε πρόθυμη να αντικαταστήσει τους δασμούς στις εισαγωγές κινεζικών ηλεκτροκίνητων οχημάτων με ένα κατώτατο όριο τιμών. Ο Φινλανδός πρωθυπουργός Πέτερι Ορπο συναντήθηκε με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο προ ημερών, ενώ ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, αναμένεται να επισκεφθεί την Κίνα τον Φεβρουάριο. Πολλές χώρες αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες ώστε να μην επιδεινωθούν οι σχέσεις τους με το Πεκίνο, ελπίζοντας πως η Κίνα θα ανοίξει τις αγορές της, θα αυξήσει τις εισαγωγές και θα εξακολουθήσει να επενδύει στη Δύση. Στην πραγματικότητα, για τους περισσότερους εμπορικούς εταίρους και συμμάχους των ΗΠΑ η Αμερική είναι υπερβολικά μεγάλη και υπερβολική σημαντική για να υποκατασταθεί από την Κίνα. Οπως σχολίασε ο Μίκο Χουοτάρι, στέλεχος του Ινστιτούτου Σινικών Μελετών Μερκατόρ, «τίποτε από όλα αυτά δεν σημαίνει πως σήμερα η Κίνα είναι πιο ελκυστική, απλώς ότι είναι πιο απαραίτητη».

