Αρθρο του Γιώργου Στούμπου στην «Κ»: Τραμπ, ο μεγαλύτερος ευεργέτης της Ε.Ε.

Αρθρο του Γιώργου Στούμπου στην «Κ»: Τραμπ, ο μεγαλύτερος ευεργέτης της Ε.Ε.

Σε πρώτη ματιά, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνιστά ένα νέο στρατηγικό σοκ για την Ευρώπη

5' 15" χρόνος ανάγνωσης

Σε πρώτη ματιά, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνιστά ένα νέο στρατηγικό σοκ για την Ευρώπη. Η συγκρουσιακή ρητορική του απέναντι στους συμμάχους, οι διαρκείς απειλές για επιβολή δασμών, η αντίληψή του για το ΝΑΤΟ και την ασφάλεια της Ευρώπης και ο απροκάλυπτος οικονομικός εθνικισμός του υποσκάπτουν την αδιάλειπτη συνεργασία Ευρώπης και Αμερικής από το 1945 και μετά. Ωστόσο, η Ιστορία διδάσκει ότι οι «ρήξεις» (ruptures), όχι ο εφησυχασμός και η απραξία, είναι ο επιταχυντής της Ιστορίας τόσο στην πολιτική όσο και στην οικονομία και στην κοινωνία.

Η δασμολογική συνταγή του προέδρου Τραμπ αναβαθμίστηκε σε πολυεργαλείο άσκησης οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής. Στον πρώτο χρόνο διακυβέρνησής του έθεσε στο τραπέζι οριζόντιους δασμούς από 10% έως και 50% στα εισαγόμενα προϊόντα από την Ε.Ε. Ακόμη και όταν τα πιο σκληρά μέτρα ανεστάλησαν ή καθυστέρησαν στην εφαρμογή τους, η ίδια η απειλή αναδιαμόρφωσε τις προσδοκίες των Ευρωπαίων. Η διατλαντική οικονομική σχέση, αξίας άνω του 1,6 τρισ. ευρώ ετησίως σε αγαθά και υπηρεσίες, εισήλθε σε μια νέα φάση όπου η αβεβαιότητα αντικαθιστά την προβλεψιμότητα. Τα εμπειρικά δεδομένα, μέχρι τώρα τουλάχιστον, δείχνουν ότι ο άμεσος μακροοικονομικός αντίκτυπος υπήρξε ασύμμετρος, αλλά περιορισμένος. Εκτιμήσεις βάσει μοντέλων υποδηλώνουν ότι το ΑΕΠ της Ε.Ε. θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 0,2% λόγω ασθενέστερων εξαγωγών. Οι ΗΠΑ, αντίστοιχα, απορρόφησαν κόστη μέσω υψηλότερων τιμών για τους καταναλωτές και πλήρωσαν επιπλέον τίμημα για τη διατάραξη των εφοδιαστικών αλυσίδων και των μειωμένων όγκων εμπορίου. Οι εισαγωγές στις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 6%-11% (στους σημαντικότερους κλάδους), ενώ οι εξαγωγές υποχώρησαν έως και 6%, υπονομεύοντας τον διακηρυγμένο στόχο του Τραμπ για ενίσχυση της εγχώριας ανταγωνιστικότητας. Εν κατακλείδι, η δασμολογική πολιτική του Τραμπ δεν προσέφερε πλεονεκτήματα στις ΗΠΑ, αντίθετα ανάγκασε την Ε.Ε. να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα της εμπορικής της εξάρτησης. Ως απάντηση, η Ευρώπη επέτεινε τις προσπάθειές της για διαφοροποίηση των εμπορικών εταίρων της με γνώμονα το αμοιβαίο συμφέρον. Η Κίνα, η Ινδία, αλλά και οι άλλες χώρες της Ασίας, ο Καναδάς και το Μεξικό αναδύονται ως πιο αξιόπιστοι εταίροι για αύξηση συναλλαγών. Αυτό που ξεκίνησε ως εξαναγκασμός κατέληξε να ενισχύσει την ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα να αντισταθεί στις μονομερείς πιέσεις των ΗΠΑ.

Οι μεταποιητικοί κλάδοι, επίσης, ήταν από τους πρώτους που ένιωσαν τις συνέπειες των εμπορικών εντάσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στις ΗΠΑ, οι δασμοί σε χάλυβα, αλουμίνιο και βιομηχανικές εισροές στόχευαν στην τόνωση της εγχώριας παραγωγής. Μερικές επενδύσεις πράγματι επέστρεψαν, αλλά το αυξημένο κόστος των εισροών μείωσε την ανταγωνιστικότητα σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, οι κατασκευές και η παραγωγή καθαρής ενέργειας. Στη δε Ε.Ε., οι εξαγωγικοί κλάδοι, κυρίως τα εξαρτήματα αυτοκινήτων, τα μηχανήματα, τα χημικά και η προηγμένη μεταποίηση, αντιμετώπισαν πιέσεις κόστους και περιορισμένη πρόσβαση στην αμερικανική αγορά. Ωστόσο, αυτές οι προκλήσεις ώθησαν σε επαναπροσανατολισμό προς τις αγορές της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, ενώ, ταυτόχρονα, δημιούργησαν ένα υποστηρικτικό πλέγμα κρατικών ενισχύσεων για τη μεταβατική περίοδο, και όχι μόνο. Το αποτέλεσμα για την Ευρώπη είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η προώθηση της στρατηγικής αυτονομίας, στόχοι που παρέμεναν για δεκαετίες περισσότερο ρητορικοί παρά υλοποιήσιμοι.

Μια άλλη διαρθρωτική μεταβολή σημειώνεται στον τομέα της ενέργειας. Η ταχεία απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, αρχικά λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, αύξησε κατακόρυφα τις αμερικανικές ενεργειακές εξαγωγές. Οι ΗΠΑ κατέστησαν ο κύριος εξωτερικός προμηθευτής της Ευρώπης, καλύπτοντας πάνω από το ήμισυ των ευρωπαϊκών εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) το 2025. Το ρωσικό αέριο, που κάποτε κάλυπτε σχεδόν το 50% των ευρωπαϊκών αναγκών, υποχώρησε κάτω από το 20%. Η μεταβολή αυτή βελτίωσε την άμεση ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και μείωσε τη γεωπολιτική της έκθεση στη Μόσχα. Ταυτόχρονα, όμως, αντικατέστησε μια εξάρτηση με μια άλλη. Η μεταβλητότητα των τιμών, η συμφόρηση υποδομών και η πολιτική μόχλευση των ΗΠΑ ανέδειξαν τους κινδύνους της εκ νέου υπερβολικής εξάρτησης από μόνο έναν προμηθευτή. Ως αποτέλεσμα, ενισχύθηκαν η ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα για επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, η σύνδεση με νέους προμηθευτές και η επίτευξη μακροπρόθεσμης ενεργειακής επάρκειας με καθαρότερες μορφές καυσίμων, όχι μόνο ως κλιματικό εγχείρημα, αλλά ως γεωπολιτική αναγκαιότητα.

Η Ιστορία διδάσκει ότι οι «ρήξεις», όχι ο εφησυχασμός και η απραξία, είναι ο επιταχυντής της Ιστορίας τόσο στην πολιτική όσο και στην οικονομία και στην κοινωνία.

Στον τομέα των επενδύσεων, οι διατλαντικές σχέσεις παραμένουν ισχυρές, με αμοιβαία υπόλοιπα που υπερβαίνουν τα 5 τρισ. ευρώ. Ωστόσο, η απρόβλεπτη πολιτική Τραμπ μετασχηματίζει σταδιακά τη σύνθεση και τη στόχευση αυτών των ροών. Οι ευρωπαϊκές επενδυτικές αποφάσεις άρχισαν να αντικατοπτρίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό αξιολογήσεις πολιτικού κινδύνου, ανθεκτικότητα εφοδιαστικών αλυσίδων και κανονιστικές αποκλίσεις των ΗΠΑ. Εισάγοντας αβεβαιότητα στον τομέα των επενδύσεων, ο Τραμπ υποχρέωσε το ευρωπαϊκό κεφάλαιο να κινείται με μεγαλύτερη στρατηγική και γεωπολιτική συνείδηση. Αυτή η μετατόπιση ενίσχυσε την ικανότητα της Ευρώπης να δρα πιο αυτόνομα και αποδυνάμωσε την ψευδαίσθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση αρκεί από μόνη της για να εγγυηθεί τη σταθερότητα.

Παρομοίως, στο επίπεδο της συλλογικής άμυνας, η επαναλαμβανόμενη αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του ΝΑΤΟ από τον Τραμπ έπληξε τον πυρήνα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής στον τομέα της ασφάλειας. Τα αποτελέσματα είναι απόλυτα μετρήσιμα. Οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν σε όλη την Ευρώπη, ιδιαίτερα αυτές των μεγάλων οικονομιών. Νέα δυναμική απέκτησαν οι πρωτοβουλίες για κοινές προμήθειες και προμηθευτές, καθώς και για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας, επιδοτούμενης μερικώς από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Η Ευρώπη δεν θεωρεί πλέον δεδομένο ότι οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφάλειας είναι άνευ όρων ή επαρκείς. Ο Τραμπ δεν αποδυνάμωσε την ευρωπαϊκή ασφάλεια· αποδυνάμωσε τις ευρωπαϊκές ψευδαισθήσεις. Αφύπνισε μια ολόκληρη ήπειρο, συμπληρώνοντας το έργο που άρχισε ο πρόεδρος Πούτιν με την εισβολή στην Ουκρανία. Το ενδιαφέρον του Τραμπ για τη Γροιλανδία εμπέδωσε απόλυτα αυτή την αντίληψη. Για πρώτη φορά από το 1945 οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με απροκάλυπτο εκβιασμό από την Ουάσιγκτον. Η αντίδραση ήταν «αρκετά» αποφασιστική και σίγουρα λιγότερο υποχωρητική από ό,τι στο παρελθόν.

Ο Τραμπ δεν είχε και δεν έχει πρόθεση να ενισχύσει την Ευρωπαϊκή Ενωση. Παρ’ όλα αυτά, ανάγκασε την Ε.Ε. να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα συνοχής, την ενεργειακή της εξάρτηση, την έλλειψη ενιαίας και αυτόνομης αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής όχι ως αφηρημένες προκλήσεις, αλλά ως υπαρξιακά ζητήματα. Υπό αυτή την έννοια, ο Τραμπ μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ο πιο απρόσμενος ευεργέτης της Ε.Ε. όχι επειδή υποστήριξε την Ευρώπη, αλλά επειδή της παρέχει κίνητρα για να ενηλικιωθεί. Επίκαιρη η ρήση του Ναπολέοντος «Ποτέ μη διακόπτεις τον εχθρό σου –ή και τον «φίλο σου», θα πρόσθετα– όταν κάνει ένα λάθος».

*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT