Τα τελευταία χρόνια, ο χώρος των πληρωμών στην Ευρώπη αλλάζει με ρυθμούς που δεν επιτρέπουν ούτε εφησυχασμό ούτε προσκόλληση σε παλιά μοντέλα λειτουργίας. Η αλλαγή δεν έρχεται «κάποτε στο μέλλον»· συμβαίνει ήδη, συχνά χωρίς καν να γίνεται αντιληπτή από τον τελικό χρήστη.
Οι άμεσες πληρωμές μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών (A2A – Account to Account), εδραιωμένες εθνικές λύσεις όπως το IRIS, πανευρωπαϊκές πρωτοβουλίες συνεργασίας όπως το EuroPA και το Wero, καθώς και η συζήτηση για το ψηφιακό ευρώ δεν είναι ανταγωνιστικές ιδέες, αλλά συμπληρωματικές. Αποτελούν κομμάτια του ίδιου παζλ: μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής πληρωμών που βασίζεται στην ταχύτητα, στο χαμηλό κόστος, στη διαλειτουργικότητα και στη στρατηγική αυτονομία – με λύσεις φτιαγμένες στην Ευρώπη για την Ευρώπη.
Σε αυτό το τοπίο προστίθεται σταδιακά και ακόμη ένας επιταχυντής, το agentic commerce: νέα ψηφιακά περιβάλλοντα εμπορίου που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη, όπου ευφυείς ψηφιακοί βοηθοί μπορούν να αναζητούν, να συγκρίνουν και να ολοκληρώνουν αγορές για λογαριασμό των καταναλωτών, με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση και βάσει προϋπάρχουσας εξουσιοδότησης. Εκεί, η πληρωμή παύει να είναι μια ξεχωριστή στιγμή· ενσωματώνεται στην υποδομή του παρασκηνίου. Και όταν η πληρωμή γίνεται αόρατη, η σημασία μετακινείται από το κουμπί στο σύστημα που τη στηρίζει – και στο πόσο άμεσο, αξιόπιστο και χαμηλού κόστους αυτό μπορεί να είναι.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ορισμένες ευρωπαϊκές τράπεζες αντιδρούν με αμυντικά αντανακλαστικά. Αντιλαμβάνονται τις άμεσες πληρωμές ως δυνητικό κίνδυνο για τα εδραιωμένα έσοδα των καρτών και τις νέες ευρωπαϊκές συνεργασίες ως πιθανή απώλεια ελέγχου. Η στάση αυτή είναι κατανοητή, αλλά μακροπρόθεσμα ριψοκίνδυνη.
Τα υφιστάμενα επιχειρηματικά μοντέλα πληρωμών στην Ευρώπη έχουν οικοδομηθεί επί δεκαετίες γύρω από επιτυχημένες και καθολικά υιοθετημένες υποδομές καρτών. Οι ροές εσόδων που προκύπτουν από αυτές –πιστωτικές, χρεωστικές και επαγγελματικές πληρωμές– αποτυπώνονται συχνά ενιαία, γεγονός που καθιστά κάθε νέα μορφή πληρωμής αντικείμενο εύλογης επιφύλαξης. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει εγχώριο σχήμα καρτών, σε αντίθεση με χώρες όπως π.χ. η Γαλλία, η Γερμανία ή η Ιταλία, τα μοντέλα αυτά έχουν χτιστεί σχεδόν αποκλειστικά πάνω στα αμερικανικά σχήματα Visa και Mastercard.
Η Ιστορία δείχνει ότι «η φυσική τάση κάθε ώριμου συστήματος είναι να προστατεύει τις υφιστάμενες δομές του – ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω του αλλάζει». Ομως στην εποχή των άμεσων πληρωμών, το πραγματικό ρίσκο δεν είναι η μείωση μιας μεμονωμένης πηγής εσόδων ή η αντικατάστασή της από μια άλλη. Είναι η απώλεια ρόλου. Σε έναν κόσμο όπου η πληρωμή ενσωματώνεται αόρατα στη ροή της ζωής –και της ψηφιακής απόφασης–, όποιος δεν είναι μέρος της υποδομής σταδιακά συρρικνώνεται.
Οι άμεσες πληρωμές δεν έρχονται να ανατρέψουν το σύνολο του υφιστάμενου μοντέλου, αλλά να το συμπληρώσουν. Καλύπτουν πρωτίστως καθημερινές συναλλαγές χαμηλής αξίας, όπου κυριαρχεί η χρεωστική κάρτα, προσφέροντας μια αποδοτική και διαφανή εγχώρια εναλλακτική για πολίτες και επιχειρήσεις. Το ζητούμενο δεν είναι η άρνηση, αλλά η απορρόφηση της αλλαγής: η μετάβαση από τη λογική της υπεράσπισης ενός μονοδιάστατου μοντέλου στη λογική της συμμετοχής σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα, που προσφέρει επιλογές και ευελιξία στον τελικό χρήστη.
Οι άμεσες πληρωμές δεν έρχονται να ανατρέψουν το σύνολο του υφιστάμενου μοντέλου, αλλά να το συμπληρώσουν.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευρωπαϊκή απάντηση δεν είναι σπασμωδική, ούτε συγκρουσιακή. Είναι συντεταγμένη. Πρωτοβουλίες όπως το EuroPA, το Wero και η συζήτηση για το μελλοντικό ψηφιακό ευρώ στοχεύουν στο να διασφαλίσουν ότι, σε ένα ψηφιακό περιβάλλον χωρίς σύνορα, η Ευρώπη θα συνεχίσει να στηρίζεται σε υποδομές που λειτουργούν με ευρωπαϊκούς όρους. Η πληρωμή δεν είναι απλώς μέσο συναλλαγής· είναι κρίσιμη οικονομική λειτουργία. Και ο έλεγχος των υποδομών της αποκτά στρατηγική σημασία.
Σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον αναδεικνύονται οι διαφορές μεταξύ παραδοσιακών τραπεζών και νεότερων ψηφιακών σχημάτων. Οι καθιερωμένες τράπεζες διαθέτουν ισχυρά πλεονεκτήματα: μακρόχρονη σχέση με την πελατειακή βάση, φυσική παρουσία, θεσμική εμπιστοσύνη, βαθιά ρυθμιστική γνώση και κρίσιμες υποδομές. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργούν πάνω σε σύνθετα και ώριμα επιχειρηματικά μοντέλα, με αρχιτεκτονικές και διαδικασίες που εξελίσσονται με μεγαλύτερη προσοχή και πιο συγκρατημένο ρυθμό. Αντίθετα, οι neobanks έχουν σχεδιαστεί εξαρχής γύρω από την απλότητα της εμπειρίας, την κυρίως ψηφιακή παρουσία και την ευελιξία ενσωμάτωσης νέων λειτουργιών, συμπεριλαμβανομένων και νέων λύσεων πληρωμών. Η σύγκριση αυτή δεν αφορά το ποιος είναι «μπροστά» ή «πίσω», αλλά το ποιος μπορεί να μετατρέψει την αλλαγή σε οργανική συνέχεια της λειτουργίας του. Στο νέο περιβάλλον, πλεονέκτημα δεν είναι η ταχύτητα από μόνη της, αλλά ο συνδυασμός κλίμακας, εμπιστοσύνης και προσαρμοστικότητας – στοιχεία που καθορίζουν ποιοι οργανισμοί θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν το οικοσύστημα και ποιοι απλώς θα το ακολουθούν. Ορισμένες καθιερωμένες τράπεζες το έχουν ήδη συνειδητοποιήσει και αρχίζουν να αποκομίζουν τα οφέλη.
Η Ελλάδα, σε αυτό το περιβάλλον, βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιαίτερη θέση. Με την καθολική αποδοχή άμεσων πληρωμών, αποτελεί την πρώτη ευρωπαϊκή αγορά όπου ένα ελληνικό προϊόν A2A, όπως το IRIS, είναι διαθέσιμο τόσο στο ηλεκτρονικό εμπόριο όσο και στο φυσικό σημείο πώλησης (POS), σε εθνική κλίμακα. Δεκάδες χιλιάδες ηλεκτρονικά καταστήματα και πάνω από ένα εκατομμύριο φυσικά σημεία αποδοχής προσφέρουν ήδη πληρωμές μέσω IRIS. Το προϊόν είναι πλέον παντού διαθέσιμο. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι η ύπαρξη της υποδομής, αλλά αν θα αξιοποιηθεί. Σε ένα οικοσύστημα όπου οι συνήθειες έχουν διαμορφωθεί επί δεκαετίες γύρω από τις κάρτες, η πραγματική πρόκληση είναι η ενημέρωση, η εξοικείωση και η βελτίωση της εμπειρίας χρήστη μέσα από τα mobile apps των τραπεζών, αλλά και τα σωστά κίνητρα. Διαφορετικά, μια εθνική υποδομή με ευρωπαϊκή σημασία κινδυνεύει να παραμείνει υποδομή μερικής χρήσης – όχι λόγω τεχνολογικών περιορισμών, αλλά λόγω αδράνειας.
Σε αυτό το σημείο αξίζει μια κρίσιμη διευκρίνιση. Η ιστορία της τεχνολογίας δείχνει ότι οι υποδομές δεν ωριμάζουν πρώτα και υιοθετούνται μετά· συμβαίνει το αντίστροφο. Η πραγματική ωρίμανση έρχεται μέσα από τη χρήση, την καθημερινή τριβή και τη σταδιακή βελτιστοποίηση. Το ίδιο ισχύει και για τις άμεσες πληρωμές. Το IRIS σήμερα δεν βρίσκεται σε πειραματικό στάδιο· διαθέτει τη σωστή αρχιτεκτονική, την αναγκαία κλίμακα και τη θεσμική υποστήριξη. Η επόμενη φάση δεν είναι η αναμονή της «τέλειας εμπειρίας», αλλά η ενεργός υιοθέτηση που θα επιτρέψει στο προϊόν να εξελιχθεί οργανικά, με την υποστήριξη των τραπεζών που το προσφέρουν, εκεί όπου πραγματικά χρησιμοποιείται: στην καθημερινότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων.
Στον νέο κόσμο των πληρωμών δεν κερδίζει όποιος προσκολλάται με νοσταλγία στο παρελθόν, αλλά όποιος προσαρμόζεται έγκαιρα και αγκαλιάζει την αλλαγή πριν τον προσπεράσουν οι εξελίξεις. Η πληρωμή γίνεται αόρατη, η υποδομή περνάει στο παρασκήνιο και η ισχύς μετακινείται. Το κόστος της αδράνειας δεν μετριέται πλέον μόνο σε γραμμές εσόδων, αλλά σε ρόλο, χρόνο και στρατηγική θέση. Σε αυτό το περιβάλλον, λιγότερο κρίσιμο γίνεται το brand του μέσου πληρωμής και περισσότερο κρίσιμη η ποιότητα της υποδομής που βρίσκεται από κάτω: πόσο άμεση, αξιόπιστη και χαμηλού κόστους είναι.
*Η κ. Σταυρούλα Καμπουρίδου είναι διευθύνουσα σύμβουλος της ΔΙΑΣ Α.Ε.

