Στα γραφεία του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης έχουν αρχίσει ήδη τα σχέδια για το προεκλογικό πρόγραμμα της επόμενης 4ετίας. Οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για πρόσθετες δαπάνες, αλλά οι πολύ καλές δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια επιτρέπουν μια σχετική ευελιξία για πρόσθετες παροχές.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το 2025 ο προϋπολογισμός έκλεισε και πάλι –σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης– με υπέρβαση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος και συγκεκριμένα θα ξεπεράσει –ίσως και αρκετά– το 4% του ΑΕΠ, έναντι στόχου για 3,7% του ΑΕΠ. Σημειώνεται ότι το 2024 το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε το 4,7% του ΑΕΠ.
Με αυτό το δεδομένο, το ερώτημα είναι κατά πόσον η υπέρβαση, ειδικά του στόχου των φορολογικών εσόδων, μπορεί να θεωρηθεί μόνιμου χαρακτήρα, οπότε –και μόνο– μπορεί να διατεθεί ως πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για παροχές το 2027. Oπως επισημαίνεται στο κατατοπιστικό αναλυτικό σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε. και την Ελλάδα, «πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος μπορεί να δημιουργηθεί μέσω μόνιμων μέτρων στο σκέλος των εσόδων». Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αναφέρει το σημείωμα του Γραφείου, είναι οι μόνιμες φοροελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ του 2025, χάρη στα καλύτερα δημοσιονομικά αποτελέσματα του 2024.
Η μείωση της φοροδιαφυγής
Αν και στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας προτιμούν να κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους, αναλυτές εκτιμούν ότι ένα μέρος των πρόσθετων εσόδων του 2025 είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων καταπολέμησης της φοροδιαφυγής σε περισσότερους κλάδους, καθώς και της ψηφιακής κάρτας εργασίας. Eτσι, υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να διαπραγματευθεί με την Κομισιόν και να εξασφαλίσει έναν πρόσθετο χώρο τουλάχιστον 250 εκατ. ευρώ από την πηγή αυτή για παροχές το 2027, τα οποία θα προστεθούν στα 750 εκατ. ευρώ που έχουν ήδη κατανεμηθεί ως διαθέσιμος πρόσθετος «χώρος» στο 2027. Eτσι, το πακέτο του 2027, που θα εξαγγελθεί στη ΔΕΘ φέτος, θα μπορούσε να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ, ίσως και αρκετά, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις.
Το πακέτο της ΔΕΘ του 2026 για το 2027 θα κριθεί το επόμενο τρίμηνο. Στο τέλος Μαρτίου έρχεται στην Αθήνα για διαπραγματεύσεις αντιπροσωπεία της Κομισιόν.
Το πακέτο της ΔΕΘ του 2026 για το 2027 θα κριθεί το επόμενο τρίμηνο. Στο τέλος Μαρτίου θα βρίσκεται στην Αθήνα για διαπραγματεύσεις αντιπροσωπεία της Κομισιόν, στο πλαίσιο και της μεταπρογραμματικής εποπτείας της χώρας. Τον Απρίλιο, η Eurostat θα ανακοινώσει επισήμως τα οριστικά αποτελέσματα για το πού έκλεισε ο προϋπολογισμός του 2025, σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης. Αν οι εκπρόσωποι της Κομισιόν δεχθούν ότι η υπέρβαση των εσόδων οφείλεται έως ένα βαθμό στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τότε το τμήμα αυτό θα μπορεί να διατεθεί για πρόσθετες παροχές και φοροελαφρύνσεις το 2027.
Το προεκλογικό πρόγραμμα, βεβαίως, δεν σταματά στο 2027. Η κυβέρνηση θα κληθεί να ζυγίσει τα περιθώρια και των επόμενων ετών, αν θέλει να υποβάλει ένα σωστά κοστολογημένο πρόγραμμα. Σημειώνεται ότι οι στόχοι αύξησης των δαπανών έχουν συμφωνηθεί με την Κομισιόν στο πλαίσιο του 4ετούς Δημοσιονομικού Διαρθρωτικού Σχεδίου, που λήγει το 2028. Από κει και πέρα θα συμφωνηθούν νέοι στόχοι για την επόμενη 4ετία. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι καλές επιδόσεις της τρέχουσας 4ετίας θα διευκολύνουν μια ευνοϊκή στοχοθεσία για την επόμενη, με περιθώρια για πρόσθετες δαπάνες.
«Μεσοπρόθεσμα», λέει ο Μιχάλης Αργυρού, επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του πρωθυπουργού, «η διατηρησιμότητα του ελληνικού χρέους προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2% του ΑΕΠ, κατά μέσον όρο. Οι ακριβείς ετήσιοι μέσοι στόχοι, βέβαια, προκύπτουν από τα μεσοπρόθεσμα προγράμματα που καταρτίζονται κάθε 4 χρόνια, όπου οι άμεσοι δημοσιονομικοί στόχοι ορίζονται σε σχέση με την αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών. Οσο πιο καλά τα πας σ’ ένα τετραετές μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, τόσο βελτιώνεται η βάση για το επόμενο μεσοπρόθεσμο και τόσο μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας έχεις γι’ αυτό. Πλην όμως αυτοί οι βαθμοί ελευθερίας περιορίζονται από το όριο που προκύπτει από τη μακροχρόνια ανάλυση χρέους».
Οι επενδύσεις
Από την άλλη, το επιβαρυντικό στοιχείο για την επόμενη 4ετία είναι, βεβαίως, το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και η αναμενόμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης, η οποία μοιραία θα έχει επίπτωση στα έσοδα και γενικότερα στις δημοσιονομικές επιδόσεις. Αυτή τη στιγμή οι προβλέψεις τοποθετούν την ανάπτυξη κάτω από το επίπεδο του 2%, μετά το 2027.
Το επιβαρυντικό στοιχείο για την επόμενη 4ετία είναι το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και η αναμενόμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης, η οποία θα έχει επίπτωση στα έσοδα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αύξηση των επενδύσεων είναι το ζητούμενο εδώ, αλλά αυτή έχει προϋποθέσεις. Οπως λέει ο συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, καθηγητής Γιάννης Τσουκαλάς, «χρειάζεται τόσο να προσελκύσουμε άμεσες ξένες επενδύσεις και μάλιστα σε πιο παραγωγικούς τομείς, όσο και επενδυτικά σχήματα όπως τα venture capital, private equity, τα οποία έχουν ήδη τοποθετήσει κεφάλαια, αλλά όχι στο μέγεθος που θα επέτρεπε την επίτευξη οικονομιών κλίμακας στο οικοσύστημα των μικρομεσαίων». Επίσης, υποστηρίζει ότι ο τραπεζικός τομέας πρέπει να επεκτείνει τις πιστώσεις τους σε κάποιες καινοτόμες μικρομεσαίες, που ενώ έχουν καλές προοπτικές, δεν πληρούν αυτή τη στιγμή τα κριτήρια χρηματοδότησης των τραπεζών. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση ποντάρει στην έναρξη των νέων Ταμείων της Ε.Ε. (Κοινωνικό Κλιματικό, Εκσυγχρονισμού και Απανθρακοποίησης), από τα οποία υπολογίζει ότι θα εισρεύσουν 4 δισ. ευρώ έως το 2030, στη συνέχιση της εκταμίευσης των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης μετά το 2026 και για δύο ακόμη χρόνια, στην εφαρμογή των 6 νέων μέτρων στεγαστικής πολιτικής, που ανακοινώθηκαν τον Δεκέμβριο.

