Επί δεκαετίες, το υψηλό χρέος βάραινε τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη. Τώρα, όμως, πηγή του ασταμάτητου δανεισμού είναι κατά κύριο λόγο μερικά από τα πλουσιότερα κράτη του πλανήτη.
Το χρέος των ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας –που βρίσκεται κοντά ή πάνω από ιστορικά υψηλό επίπεδο– απειλεί την ανάπτυξη και αυξάνει την οικονομική αβεβαιότητα διεθνώς. Εσωτερικά, σημαίνει ότι οι χώρες αυτές πρέπει να καλύψουν τους τόκους εξυπηρέτησης του χρέους με χρήματα που υπό άλλες συνθήκες θα κατέληγαν σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, δρόμους, δημόσια στέγαση, τεχνολογική ανάπτυξη ή εκπαίδευση.
Στο μεταξύ, η δίψα για περισσότερα δάνεια ανέβασε το κόστος δανεισμού, με αποτέλεσμα να αποτελεί όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της φορολογίας. Ενδέχεται μάλιστα να ανεβάσει και το κόστος των δανείων για επιχειρήσεις, καταναλωτές και αγορά αυτοκινήτου, των στεγαστικών ή των πιστωτικών καρτών, επιταχύνοντας και τον πληθωρισμό.
Σύμφωνα με τους New York Times, πιθανώς το πιο ανησυχητικό είναι ότι το χρέος περιορίζει την αντίδραση μιας κυβέρνησης σε έκτακτες περιστάσεις, ακόμη κι αν πρόκειται για μια σχετικά σταθερή οικονομία με χαμηλή ανεργία. Αν συμβεί μια οικονομική κρίση, πανδημία ή πόλεμος, αν προκύψει ανάγκη στήριξης των κοινωνικών υπηρεσιών ή της ανεργίας λόγω καιρικών φαινομένων ή τεχνητής νοημοσύνης, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ξοδέψουν γρήγορα και αδρά.
Και όμως, πλέον, έξι χώρες από την ομάδα των επτά μεγαλύτερων οικονομιών (G7) έχουν χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ.
Εξι χώρες από την ομάδα των επτά μεγαλύτερων οικονομιών έχουν πλέον χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ.
Στο μεταξύ, εντείνονται οι πιέσεις από το δημογραφικό και την αργή ανάπτυξη. Σε Ευρώπη, Βρετανία και Ιαπωνία, η γήρανση του πληθυσμού έχει ανεβάσει το κόστος της περίθαλψης και του συνταξιοδοτικού, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων που παρέχουν την αντίστοιχη φορολογία έχει μειωθεί. Η ανάγκη για υποδομές και ανεπτυγμένη τεχνολογία αυξάνει περαιτέρω το κρατικό κόστος. Τέλος, ο κόσμος γίνεται πιο επικίνδυνος: κλιμακώνονται οι εντάσεις ΗΠΑ – Κίνας, η Ρωσία παίρνει όλο και πιο επιθετική στάση απέναντι στην Ευρώπη και ο Αμερικανός πρόεδρος γίνεται εχθρικός απέναντι σε εταίρους.
Οι περισσότερες χώρες στήριξαν σημαντικά την Ουκρανία με δισεκατομμύρια δολάρια και αύξησαν τις αμυντικές δαπάνες τους, ενώ τα μέλη του ΝΑΤΟ αποφάσισαν να αφιερώσουν το 5% του ΑΕΠ τους στην άμυνα. Αντίστοιχα και η Ιαπωνία, της οποίας το χρέος είναι τουλάχιστον 200% του ΑΕΠ, αυξάνει σημαντικά τις στρατιωτικές δαπάνες της.
Την περασμένη εβδομάδα αναδύθηκε το σενάριο βαθύτερης κρίσης, όταν η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά πρόωρες εκλογές. Το κόμμα της και τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν δεσμευθεί να αυξήσουν τις δαπάνες και να χαμηλώσουν τη φορολογία. Η ανακοίνωση της Τακαΐτσι ταρακούνησε τους επενδυτές, που άρχισαν να ξεπουλούν ομόλογα, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις να εκτιναχθούν. Ο φόβος επεκτάθηκε και σε άλλες αγορές. Ο Κένεθ Γκρίφιν, επικεφαλής του hedge fund Citadel, χαρακτήρισε το ξεπούλημα ως «προειδοποίηση» για άλλες χώρες με υψηλό χρέος, όπως οι ΗΠΑ, επισημαίνοντας ότι ούτε η μεγαλύτερη και ισχυρότερη οικονομία δεν έχει ανοσία στους κινδύνους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η φερεγγυότητα των ΗΠΑ αμφισβητήθηκε τον περασμένο Απρίλιο, όταν λόγω των συνεχών αλλαγών του Τραμπ στους δασμούς εκτινάχθηκαν ξαφνικά οι αποδόσεις των ομολόγων. Βέβαια, τα αμερικανικά ομόλογα εξακολουθούν να αποτελούν ένα επενδυτικό καταφύγιο εν μέσω αστάθειας. Οι απρόβλεπτες οικονομικές πολιτικές και οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ, ωστόσο, ευθύνονται για την αστάθεια στο χρέος αυτής της περιόδου. Στις ΗΠΑ ανέρχεται τώρα σε 38 τρισ. δολάρια, περίπου στο 125% του ΑΕΠ.
Οι αναλυτές μάλιστα εκτιμούν πως ο Λευκός Οίκος θα ξοδέψει περισσότερα τον επόμενο χρόνο λόγω των επερχόμενων ενδιάμεσων εκλογών. Οι καθαρές πληρωμές τόκων τριπλασιάστηκαν την τελευταία πενταετία, φτάνοντας περίπου στο 1 τρισ. δολάρια. Αποτελούν πλέον το 15% των δαπανών των ΗΠΑ, το δεύτερο μεγαλύτερο έξοδο μετά την κοινωνική ασφάλεια.

