Αν ανατρέξει κανείς στην Ιστορία δεν δυσκολεύεται να βρει παραδείγματα ευφάνταστων πολιτικών ηγετών που υποσχέθηκαν στους ψηφοφόρους όλα όσα ήθελαν να ακούσουν, αλλά είτε τα ξέχασαν μόλις ανέλαβαν την εξουσία ή αναγκάστηκαν να συνειδητοποιήσουν το ανέφικτο όσων ήλπισαν και οι ίδιοι. Δεν αποτελούν παγκόσμια πρωτοτυπία οι διαψεύσεις που καταγράφει κανείς στον απολογισμό του πρώτου έτους της δεύτερης θητείας του Τραμπ. Αντιθέτως σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις ΗΠΑ οι προκάτοχοί του έχουν όλοι εξίσου πλούσιο παθητικό υποσχέσεων και διαψεύσεων. Mοναδική εξαίρεση αποτελεί ο Τζέραλντ Φορντ και αυτός απλώς επειδή οδηγήθηκε στον προεδρικό θώκο της υπερδύναμης χωρίς να έχει εκλεγεί ποτέ.
Η απασχόληση στον μεταποιητικό τομέα των ΗΠΑ παρέμεινε στάσιμη τους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας του και στη συνέχεια μειώθηκε.
Ισως εκείνο που διαφοροποιεί τον σημερινό πρόεδρο των ΗΠΑ είναι το πόσο εξωπραγματικές ήταν ορισμένες υποσχέσεις του, ίσως οι κυριότερες εξ όσων εξασφάλισαν την επανεκλογή του. Εν μέσω μιας παγκόσμιας σχεδόν κυριαρχίας των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών, με την Κίνα να προωθεί τα αυτοκίνητά της σε εξοντωτικά χαμηλές τιμές, ο Τραμπ υποσχέθηκε στους Αμερικανούς που νοσταλγούσαν τις χρυσές ημέρες της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας πως θα την επαναφέρει «στα επίπεδα-ρεκόρ προ 37 ετών». Μια υπόσχεση ουσιαστικά ουτοπική δεδομένου ότι η παραγωγή της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας μειώνεται σταθερά από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και δεν θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τα ηλεκτροκίνητα οχήματα της Κίνας, που συνεχίζουν ανενόχλητα την επέλασή τους τόσο στην αμερικανική αγορά όσο και αλλού. Και σε ό,τι αφορά το ζητούμενο της απασχόλησης, το 2025 χάθηκαν 28.000 θέσεις εργασίας στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία.
Αναμφισβήτητη επιτυχία του Αμερικανού προέδρου ήταν η διαστημική εκτόξευση των εσόδων του αμερικανικού κράτους χάρη στην πολιτική των δασμών.
Εν μέσω προϊούσης αποβιομηχάνισης του ανεπτυγμένου κόσμου και μεταφοράς της παραγωγής σε αναπτυσσόμενες οικονομίες, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποσχεθεί «εκατομμύρια και εκατομμύρια» νέες θέσεις εργασίας που θα δημιουργούσε «η νέα βιομηχανική πολιτική της Αμερικής», μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς των Αμερικανών εργατών και επιστροφή στην εποχή που οι ΗΠΑ ήταν βιομηχανική υπερδύναμη. Ομως η απασχόληση στον μεταποιητικό τομέα των ΗΠΑ παρέμεινε στάσιμη τους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας του και στη συνέχεια μειώθηκε επί οκτώ συναπτούς μήνες. Σε ό,τι αφορά τους μισθούς, που σημειωτέον είχαν αυξηθεί σημαντικά τα χρόνια μετά την πανδημία στο πλαίσιο του κύματος της «μεγάλης παραίτησης» και των πρωτοφανών ελλείψεων εργατικών χεριών, οι αυξήσεις περιορίστηκαν σημαντικά το 2025. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει έναν μακρύ κατάλογο υποσχέσεων που διαψεύσθηκαν ή σχεδόν διαψεύσθηκαν, όπως εκείνες περί της πτώσης των τιμών των τροφίμων, των τιμών της ενέργειας και γενικότερα της πτώσης του πληθωρισμού. Κι αν ο πληθωρισμός παραμένει σε ενοχλητικά επίπεδα και δεν έχει αποκλιμακωθεί επαρκώς, δεν έχει ούτε εκτοξευθεί στα εφιαλτικά ύψη τα οποία προέβλεπαν οι οικονομολόγοι ως συνεπακόλουθο των δασμών. Και στο επιχείρημα των οικονομολόγων πως αν παγιωθούν οι δασμοί σε βάθος χρόνου θα οδηγήσουν νομοτελειακά σε επιτάχυνση του πληθωρισμού, εύκολα μπορεί κανείς να αντιπαραθέσει και το επιχείρημα των στελεχών του Λευκού Οίκου ότι όσα δεν έχει επιτύχει έως τώρα η κυβέρνηση Τραμπ καθυστερούν απλώς επειδή χρειάζεται χρόνος για να αποδώσει η πολιτική των δασμών. Θα μπορούσε, πάντως, να κατατάξει κανείς στις υποσχέσεις του απρόβλεπτου προέδρου που υλοποιήθηκαν, τα πραγματικά εντυπωσιακά κέρδη του αμερικανικού χρηματιστηρίου. Παρά τις αλλεπάλληλες αναταράξεις που προκάλεσε η πολιτική του Τραμπ στη διάρκεια του περασμένου έτους, ιδιαιτέρως πέρυσι τον Απρίλιο με την «ημέρα απελευθέρωσης» και στην αρχή της εβδομάδας με τις απειλές του για νέους δασμούς, τελικά οι αμερικανικές μετοχές έκλεισαν την πρώτη χρονιά της δεύτερης θητείας Τραμπ έχοντας καταγράψει άνοδο 16%. Δύσκολα, πάντως, μπορεί να αποδώσει κανείς πλήρως τα εύσημα γι’ αυτό στον Αμερικανό πρόεδρο, δεδομένου ότι ο κύριος μοχλός της μεγάλης ανόδου δεν είναι άλλος από τη φρενίτιδα της τεχνητής νοημοσύνης και τις ιλιγγιώδεις επενδύσεις στη νέα τεχνολογία, αντανάκλαση των ίσως εξωπραγματικών προσδοκιών από αυτήν. Η αναμφισβήτητη επιτυχία του Ντόναλντ Τραμπ ήταν η διαστημική εκτόξευση των εσόδων του αμερικανικού κράτους χάρη στην πολιτική των δασμών που έφεραν στα ταμεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών 264 δισ. δολ. μέσα στο περασμένο έτος. Οπως έχει καταστεί όμως σαφές προ πολλού, αυτούς τους δασμούς τους πληρώνουν οι Αμερικανοί πολίτες που καταβάλλουν υψηλότερες τιμές όταν αγοράζουν εισαγόμενα προϊόντα. Και είναι οι ίδιοι οι Αμερικανοί, και κατά κύριο λόγο η μεσαία τάξη και τα χαμηλά εισοδήματα, που θα πληρώσουν το τίμημα των φοροαπαλλαγών στους βαθύπλουτους. Για τους Αμερικανούς ίσως η μεγαλύτερη διάψευση είναι αυτή των αγροτικών περιοχών που στήριξαν τον Τραμπ τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη εκλογή του, καθώς η απασχόληση στον αγροτικό τομέα μειώθηκε κατά 150.000 θέσεις μέσα σε τέσσερις μήνες από τη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία.
Η απειλή των δασμών

Σχολιάζοντας τις συνέπειες των δασμών, ο Χένρι Ολσεν του Κέντρου Ηθικής και Δημόσιας Πολιτικής στην Ουάσιγκτον επισήμανε πως «οι βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις ήταν μικρότερες από αυτές που περιμέναμε, αλλά θα επιδεινωθούν αν παραμείνουν σε ισχύ οι δασμοί».
36%
είναι μόνο το ποσοστό των Αμερικανών που εγκρίνουν την οικονομική πολιτική του Τραμπ.
Υπερβολικοί ισχυρισμοί

Σχολιάζοντας τους ισχυρισμούς του Τραμπ για την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, ο Λάρι Τζέικομπς, διευθυντής του Κέντρου Μελετών Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, τόνισε ότι «ο Τραμπ είναι θύμα των υπερβολών του γιατί ο πληθωρισμός έχει σταθεροποιηθεί αλλά δεν έχει επιτευχθεί η δραματική μείωσή του».
55%
αυξήθηκαν υπό τον Τραμπ οι εγκρίσεις αδειών για εξόρυξη και άντληση πετρελαίου.
Ολα πιο ακριβά

Ο πολιτικός σχολιαστής Κερτ Μπαρντέλα διαπίστωσε πως «το κόστος ζωής, η στέγη, τα στεγαστικά δάνεια ή το ενοίκιο, η υγεία, οι παιδικοί σταθμοί, όλα είναι πιο ακριβά υπό τον Τραμπ και δεν έχει σχέδιο για να τα καταστήσει προσιτά στα χαμηλά εισοδήματα».

