Με την ενεργειακή ασφάλεια να λαμβάνει πλέον προτεραιότητα έναντι των πράσινων πολιτικών της μάλλον αδιέξοδης ενεργειακής μετάβασης, η μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων απασχολεί πλέον έντονα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κάτι που έγινε ιδιαίτερα αντιληπτό πρόσφατα όταν στην ανακοίνωση που εξέδωσε η Κομισιόν στις 10 Δεκεμβρίου για την πρωτοβουλία της να ενισχύσει τα ενεργειακά δίκτυα και τις διασυνοριακές διασυνδέσεις υπογραμμίστηκε, μετά από πολλά χρόνια, η μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση του ευρωπαϊκού μπλοκ.
Στην ανακοίνωσή της η Κομισιόν αναφέρει ότι παρά τη μεγάλη πρόοδο που έχει επιτευχθεί για τη δημιουργία της ενιαίας ενεργειακής αγοράς, οι περισσότερες χώρες-μέλη δεν θα μπορέσουν να καλύψουν τον στόχο για 15% ενεργειακή διασυνδεσιμότητα μέχρι το 2030. «Το κόστος από αυτή την έλλειψη δράσης και προόδου», όπως τη χαρακτηρίζει η Κομισιόν, «είναι τεράστιο, αφού το 2022 το 70% της συνολικής χονδρικής ενεργειακής κατανάλωσης προήλθε από ορυκτά καύσιμα, με το 98% να είναι εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Αυτή η τεράστια εξάρτηση εκθέτει την Ε.Ε. στη μεγάλη μεταβλητότητα των τιμών αλλά και σε γεωπολιτικούς κινδύνους».
Ομως η μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση της Ε.Ε. έχει οδηγήσει στις απαράδεκτα υψηλές τιμές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, και όχι η έλλειψη διασυνδεσιμότητας που προτάσσει ως κύριο λόγο η Κομισιόν. Με τις τιμές ηλεκτρισμού και αερίου, τέσσερα χρόνια μετά την κρίση του 2022, να εξακολουθούν να βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, η μέση τιμή ηλεκτρισμού στην Ε.Ε. για το 2024 έφθασε στα 0,199 ευρώ/kWh, δηλαδή δυόμισι φορές πιο ψηλά από αυτές στην Κίνα (0,082 ευρώ/kWh) και ακόμη υψηλότερα σε σύγκριση με αυτές στις ΗΠΑ (0,075/kWh). Ομως, ο βασικός λόγος που η Αμερική σήμερα έχει σχεδόν τρεις φορές πιο φθηνό ηλεκτρικό ρεύμα από την Ε.Ε. δεν είναι άλλος από την απόλυτη αυτάρκεια που έχει τόσο σε πετρέλαιο όσο και σε φυσικό αέριο.
Σήμερα, έπειτα από 20 χρόνια πράσινων πολιτικών, το ενεργειακό ισοζύγιο της Ε.Ε. εξακολουθεί να κυριαρχείται από ορυκτά καύσιμα, αφού οι μεταφορές, η βιομηχανία και τα κτίρια εξαρτώνται κυρίως από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Ετσι το 2023 τα στερεά καύσιμα κάλυπταν το 10% της ακαθάριστης εγχώριας κατανάλωσης της Ε.Ε., το πετρέλαιο το 37%, το φυσικό αέριο το 21%, οι ΑΠΕ μαζί με τα βιοκαύσιμα το 20% και τα πυρηνικά το 12% (στοιχεία Eurostat). Βλέπουμε λοιπόν ότι η ενεργειακή προμήθεια της Ε.Ε. εξαρτάται κατά 68% από ορυκτά καύσιμα. Ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο αντιστοιχούν στο 87% του ενεργειακού μείγματος.
Παρά τις τεράστιες επιδοτήσεις από την Ε.Ε. και τις εθνικές κυβερνήσεις σε ΑΠΕ και ανάλογες επενδύσεις από τις εταιρείες (υπολογίζονται σε περισσότερα από 2 τρισ. ευρώ τα τελευταία δέκα χρόνια), το ενεργειακό μείγμα επιδεικνύει μια αξιοθαύμαστη αδράνεια. Και αυτό οφείλεται στην ίδια τη δομή του και στις καλά σχεδιασμένες και αποδοτικές αλυσίδες παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ορυκτών καυσίμων και στην αδυναμία να μετασχηματιστεί μέσα σε μερικές δεκαετίες.
Ο ρωσοουκρανικός πόλεμος αποδείχθηκε σημείο καμπής και έδειξε πόσο ευάλωτη είναι σήμερα η Ευρώπη ως προς την εξάρτησή της από την εισαγόμενη ενέργεια, κυρίως το φυσικό αέριο, το οποίο θεωρείται στρατηγικής σημασίας. Ομως, αντί ο πόλεμος να ωθήσει την Ε.Ε. στην πλήρη αναθεώρηση της ακολουθούμενης έως το 2022 ενεργειακής πολιτικής, αποφασίστηκαν οι εύκολες λύσεις. Δηλαδή, η απεξάρτηση από το εισαγόμενο από τη Ρωσία φυσικό αέριο και η αντικατάστασή του με το επίσης εισαγόμενο LNG, με παράλληλη ενίσχυση των ΑΠΕ, ασχέτως του δυσβάσταχτου για τον καταναλωτή τελικού ενεργειακού κόστους. Μόνο που για να αποδώσουν οι ΑΠΕ, οι οποίες παράγουν κυρίως ηλεκτρισμό, και να μπορέσουν να συμβάλουν ουσιαστικά στη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης, προϋποθέτουν τον εξηλεκτρισμό του όλου συστήματος. Ομως θα χρειαστούν μερικές δεκαετίες για τον ηλεκτρικό μετασχηματισμό.
Ο πρώτος στόχος της ευρωπαϊκής στρατηγικής, δηλαδή η απεξάρτηση της Ε.Ε. από το ρωσικό αέριο, ήταν πιο εύκολα υλοποιήσιμος. Πράγματι, τα τελευταία τρία χρόνια είδαμε το μερίδιο του εισαγόμενου ρωσικού αερίου να συρρικνώνεται εντυπωσιακά και να αντικαθίσταται από αυξημένες ροές μέσω αγωγών (από Νορβηγία, Αζερμπαϊτζάν και Αλγερία) και κυρίως από υψηλές εισαγωγές LNG, προερχόμενες πρωτίστως από ΗΠΑ, Κατάρ κ.α. Με απτό αποτέλεσμα τη μείωση των εισαγωγών ρωσικού αερίου στην Ευρώπη από τα 180 bcma το 2021 στα 38 bcma το 2025. Ταυτόχρονα αυξήθηκαν δραματικά οι εισαγωγές LNG, αφού από τα 50 bcma το 2021 –όπου το LNG χρησιμοποιείτο αυστηρά ως συμπληρωματικό καύσιμο– έφθασαν πέρυσι στα 120 bcma. Ομως με τη μεγάλη στροφή προς το LNG η Ευρώπη αντάλλαξε μια μορφή εξάρτησης με μια άλλη.
Επειτα από 20 χρόνια πράσινων πολιτικών, το ενεργειακό ισοζύγιο της Ε.Ε. εξακολουθεί να κυριαρχείται από ορυκτά καύσιμα.
Με την παράδοξη τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα, με τις ΗΠΑ –βασικό πλέον ενεργειακό προμηθευτή της Ε.Ε.– να είναι απέναντι στην Ευρώπη, η επίτευξη στρατηγικής αυτονομίας αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα. Ομως προϋπόθεση για τέτοιου είδους αυτονομία είναι η ενεργειακή ανεξαρτησία, που όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο οι κυβερνώσες ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ εξακολουθούν να κινούνται υπό την επήρεια των πράσινων πολιτικών, θεωρώντας τα ορυκτά καύσιμα τον βασικό ένοχο για την αύξηση των εκπομπών του θερμοκηπίου. Παρά το γεγονός ότι η Ε.Ε. ευθύνεται για λιγότερο από το 7% των παγκόσμιων ρύπων.
Ο μόνος τρόπος για να μειώσει αποτελεσματικά η Ευρώπη την ενεργειακή εξάρτησή της είναι η αξιοποίηση του δυναμικού υδρογονανθράκων που κατέχει στην περιφέρειά της. Αυτό σημαίνει την περαιτέρω έρευνα και ανάπτυξη κοιτασμάτων που απαντώνται σε περιοχές όπως η Βόρεια Θάλασσα, η Μαύρη Θάλασσα, η Αδριατική, το Ιόνιο, οι περιοχές δυτικά και νότια της Κρήτης και ασφαλώς όλη η Ανατολική Μεσόγειός, με επίκεντρο την Κύπρο και το Ισραήλ, όπου τα τελευταία 15 χρόνια έχουν ανακαλυφθεί σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με στοιχεία από το ΙΕΑ και το ΕΙΑ, το συνολικό πετρελαϊκό δυναμικό της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων της Νορβηγίας και της Βρετανίας, ανέρχεται στα 13,16 δισ. βαρέλια, το οποίο κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι. Σε ό,τι αφορά το φυσικό αέριο, τα αποδεδειγμένα αποθέματα κατηγορίας Ρ2 (proven reserves) υπολογίζονται στα 7,5 τρισ. κυβ. μέτρα (tcm), εκ των οποίων Κύπρος και Ισραήλ διαθέτουν 1,6 tcm, ενώ η Ελλάδα δεν έχει σχεδόν κανένα ακόμη.
Τα ανωτέρω είναι πολύ αξιόλογα μεγέθη και καταρρίπτουν τον μύθο που έχει επικρατήσει ότι η Ευρώπη δήθεν δεν διαθέτει εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Ετσι το νέο τοπίο ενεργειακής προμήθειας της Ε.Ε. σε μεσοπρόθεσμη βάση θα μπορούσε να στηριχθεί στους εγχώριους υδρογονάνθρακες, στην πυρηνική ενέργεια και εν μέρει στις ΑΠΕ, που αν και χαμηλής απόδοσης –λόγω της διαλείπουσας λειτουργίας τους– συμμετέχουν στο ενεργειακό μείγμα. Σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα μπορεί να συμβάλει στην ενεργειακή προμήθεια της Ε.Ε. τόσο με φυσικό αέριο όσο και με εξαγωγές ηλεκτρισμού, από «φθηνές» (sic) ΑΠΕ.
Η Ελλάδα έχει σήμερα μια μοναδική ευκαιρία να αναπτύξει τα κοιτάσματα που έχει εντοπίσει –αλλά δεν έχει επιβεβαιώσει–, τα οποία εκτιμώνται στα 2-2,5 δισ. βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου (boe), και να κάνει επιτέλους στροφή προς τον ρεαλισμό αποβάλλοντας όλες τις αναστολές, δήθεν για περιβαλλοντικούς λόγους, που προέτασσε μέχρι πρότινος η κυβέρνηση. Πράγμα που απέτρεψε όλες τις μέχρι σήμερα προσπάθειες να προχωρήσουν οι έρευνες σε επίπεδο γεωτρήσεων.
Το γεγονός ότι οι δύο μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου, οι αμερικανικές ExxonMobil και Chevron, έχουν κατοχυρωμένες παραχωρήσεις σε μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις στην Ελλάδα και έχουν ήδη προχωρήσει σε εκτενείς σεισμικές έρευνες, είναι λίαν παρήγορο και ενισχυτικό της προσπάθειας της χώρας μας να επιτύχει εγχώρια παραγωγή μειώνοντας τη μεγάλη ενεργειακή εξάρτησή της (φθάνει στο 80%). Η ανακοινωθείσα ερευνητική γεώτρηση για το 2027 στο Block 2 στο Ιόνιο από τη Chevron, μαζί με τους εταίρους της Energean και HELLENiQ ENERGY, θα αποτελέσει σημείο αναφοράς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, καθότι το συγκεκριμένο κοίτασμα, που εκτιμάται στα 250 bcma, θα επιτρέψει την πλήρη κάλυψη των αναγκών της χώρας, ενώ παράλληλα θα μπορεί να καλύψει ένα μέρος της τροφοδοσίας της ευρωπαϊκής αγοράς.
*Ο κ. Κωστής Σταμπολής είναι πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του ΙΕΝΕ.

