Τη μετάβαση του ΤΕΚΑ, του κεφαλαιοποιητικού επικουρικού ταμείου των νέων, από τη θεωρία στην πράξη σηματοδοτεί η υπουργική απόφαση που δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ και θέτει για πρώτη φορά με σαφή, δεσμευτικό και πλήρως εξειδικευμένο τρόπο το πλαίσιο υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων που θα λάβουν οι νέοι.
Πρόκειται για μια απόφαση – «κλειδί», καθώς μετατρέπει τις γενικές προβλέψεις του ιδρυτικού νόμου 4826/2021 σε ένα συγκεκριμένο, μετρήσιμο και λειτουργικό σύστημα κανόνων, βάσει των οποίων θα καθορίζεται το ύψος των μελλοντικών παροχών των νέων ασφαλισμένων. Παράλληλα, προσφέρει στους νέους ασφαλισμένους μια πρώτη, σαφή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο οι εισφορές και οι αποδόσεις τους θα μετατραπούν σε μελλοντική επικουρική σύνταξη, αλλά και για τους κινδύνους και τις εγγυήσεις που συνοδεύουν το νέο κεφαλαιοποιητικό μοντέλο. Ετσι, εκτός από τα έτη ασφάλισης, το ύψος των εισφορών, την πορεία της αγοράς και της οικονομίας, παράμετροι όπως το φύλο, η ηλικία, το προσδόκιμο ζωής και η οικογενειακή κατάσταση μπαίνουν στην εξίσωση και καθορίζουν το ύψος της τελικής παροχής.
Να σημειωθεί ότι το ΤΕΚΑ αφορά κατά κύριο λόγο όσους εισήλθαν για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας από το 2022 και μετά, αλλά και παλαιότερους ασφαλισμένους που επέλεξαν προαιρετικά να ενταχθούν. Σε αντίθεση με το διανεμητικό σύστημα της παλιάς επικουρικής ασφάλισης, όπου οι εισφορές των ενεργών εργαζομένων χρηματοδοτούσαν τις συντάξεις των ήδη συνταξιούχων, στο ΤΕΚΑ κάθε ασφαλισμένος διαθέτει ατομικό λογαριασμό – έναν «κουμπαρά» στον οποίο συγκεντρώνονται οι εισφορές του και επενδύονται στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η υπουργική απόφαση περιγράφει αναλυτικά πώς το κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί στον ατομικό λογαριασμό μετατρέπεται σε μηνιαία επικουρική σύνταξη. Βασική αρχή είναι η λεγόμενη «αρχή της ισοδυναμίας»: το συνολικό ποσό του «κουμπαρά» κατά τη στιγμή της συνταξιοδότησης πρέπει να ισοδυναμεί –σε παρούσα αξία– με το σύνολο των μελλοντικών πληρωμών της σύνταξης. Με άλλα λόγια, το κράτος δεν εγγυάται συγκεκριμένο ύψος παροχής, αλλά εγγυάται τους κανόνες της μετατροπής, οι οποίοι βασίζονται σε αναλογιστικά δεδομένα.
Εκτός από τα έτη ασφάλισης και τις εισφορές, στον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη το φύλο, η ηλικία, το προσδόκιμο ζωής και η οικογενειακή κατάσταση.
Κεντρικό ρόλο στον υπολογισμό παίζει η ηλικία συνταξιοδότησης. Οσο νωρίτερα αποχωρεί ένας ασφαλισμένος από την εργασία, τόσο λιγότερες εισφορές θα έχει καταβάλει, ενώ η σύνταξή του θα καταβάλλεται για περισσότερα χρόνια. Συνεπώς, το μηνιαίο ποσό θα είναι χαμηλότερο. Αντίστροφα, η παραμονή στην εργασία οδηγεί σε υψηλότερη μηνιαία παροχή. Παράλληλα, λαμβάνεται υπόψη το προσδόκιμο ζωής, το οποίο διαφοροποιείται ανά φύλο και ηλικία και βασίζεται σε στοιχεία της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και του e-ΕΦΚΑ. Σημαντική τεχνική παράμετρος είναι και το τεχνικό επιτόκιο προεξόφλησης, με το οποίο μετατρέπονται οι μελλοντικές πληρωμές σε σημερινές αξίες. Η επιλογή του επιτοκίου επηρεάζει άμεσα το ύψος της σύνταξης και αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος. Σύμφωνα με την απόφαση, το τεχνικό επιτόκιο είναι 3%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το καθεστώς αναπροσαρμογής των συντάξεων του ΤΕΚΑ. Σε αντίθεση με την κύρια σύνταξη, όπου οι αυξήσεις συνδέονται με συγκεκριμένο μηχανισμό (50% πληθωρισμός και 50% ανάπτυξη), στο ΤΕΚΑ δεν υπάρχει αυτοματοποιημένος δείκτης. Οι αναπροσαρμογές θα αποφασίζονται κάθε φορά με υπουργική απόφαση, έπειτα από εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου του ταμείου και βάσει αναλογιστικής μελέτης για την οικονομική του πορεία. Για τις ανάγκες των υπολογισμών, η απόφαση υιοθετεί μια τεχνική υπόθεση ετήσιας αναπροσαρμογής 2%, χωρίς όμως να συνιστά εγγυημένη αύξηση.
Οπως επισημαίνει στην «Κ» η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Αννα Ευθυμίου, η τεχνική βάση υπολογισμού των συντάξεων του ΤΕΚΑ έχει εγκριθεί από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή και το διοικητικό συμβούλιο του ταμείου, διασφαλίζοντας την αξιοπιστία των παραδοχών.
Παράλληλα, σημειώνει ότι οι τεχνικές παράμετροι –φύλο, ηλικία, προσδόκιμο ζωής, οικογενειακή κατάσταση– προβλέπονται ρητά από τον ιδρυτικό νόμο και συνθέτουν έτσι «ένα πλαίσιο που ενισχύει τη βιωσιμότητα του συστήματος απέναντι στις δημογραφικές προκλήσεις». Από την πλευρά του ο αναλογιστής, διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου, Βασίλης Μπέτσης, ξεκαθαρίζει ότι η απόφαση εισάγει και κρατικές εγγυήσεις, όπως η επιστροφή εισφορών, κατώτατες παροχές σε περιπτώσεις αναπηρίας και χηρείας, καθώς και ελάχιστη προστασία για τους δικαιούχους σύνταξης λόγω θανάτου. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι το κόστος αυτών των εγγυήσεων δεν είχε εκτιμηθεί στην ιδρυτική αναλογιστική μελέτη του νόμου 4826/2021. Παράλληλα, σημειώνει ότι στο ΤΕΚΑ το ποσοστό σύνταξης που μεταβιβάζεται σε περίπτωση χηρείας ανέρχεται στο 50%, έναντι 70% στην κύρια σύνταξη.

