Οι δύο όψεις της αμερικανικής οικονομικής πραγματικότητας

Οι δύο όψεις της αμερικανικής οικονομικής πραγματικότητας

Aπό τη μία θεσμική παρακμή και από την άλλη τεράστιες κεφαλαιαγορές

3' 30" χρόνος ανάγνωσης

«Πόσο θα μπορούσε να επηρεάσει τα κέρδη της Microsoft ή της Apple η επιθετική στάση του Ντόναλντ Τραμπ προς τη Γροιλανδία;». Αυτή ήταν τις τελευταίες ημέρες η ρητορική ερώτηση ενός επενδυτή, που υπαινισσόταν εμφανώς ότι η δυναμική της αμερικανικής οικονομίας δεν κάμπτεται από το αρνητικό πολιτικό κλίμα ούτε από την επιθετικότητα του Ντόναλντ Τραμπ προς τους εταίρους του ούτε βέβαια από την εικόνα μιας Αμερικής που παρακμάζει πολιτικά, θεσμικά και ηθικά. Στις 20 Ιανουαρίου, όταν ο Τραμπ απείλησε με νέους δασμούς όσες ευρωπαϊκές χώρες εναντιώνονταν στα σχέδιά του για τη Γροιλανδία, ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης S&P 500 υποχώρησε κατά 2%. Αντανακλώντας την ανησυχία που προκαλούσε η πολιτική του απρόβλεπτου προέδρου των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο, από τους επενδυτές της Νέας Υόρκης μέχρι τις αίθουσες των υπουργικών συμβουλίων στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Την ίδια στιγμή, όμως, οι αμερικανικοί τίτλοι προσήλκυαν τους επενδυτές, όπως συμβαίνει πάντα εδώ και δεκαετίες. Η εικόνα φαίνεται να σκιαγραφεί τις δύο πλευρές της αμερικανικής πραγματικότητας και της αμερικανικής οικονομίας.

Οπως επισημαίνει σε σχετική ανάλυσή του το περιοδικό Economist, από τη μια πλευρά υπάρχει η θεσμική παρακμή της Αμερικής, όπως την προσωποποιεί ο Αμερικανός πρόεδρος με την πολιτική και τη στάση του. Οι επενδυτές στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό ανησυχούν, καθώς βλέπουν να εγκαθίσταται στη χώρα ένας τοξικός συνδυασμός απομονωτισμού και ευκαιριακής πολεμικής διάθεσης. Μόνιμη ανησυχία τους είναι η αυτοκαταστρεπτική οικονομική και εμπορική πολιτική που εφαρμόζει ο πρόεδρος Τραμπ, αποξενώνοντας την Αμερική από τους εμπορικούς της εταίρους και συμμάχους της. Παράλληλα αγωνιούν για τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ και για τις συστηματικές επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ κατά της ομοσπονδιακής τράπεζας και προσωπικά κατά του απερχόμενου προέδρου της. Και ανησυχούν γιατί αυτές οι επιθέσεις συνεπάγονται υπονόμευση της ανεξαρτησίας της Federal Reserve και παρεμβάσεις του Λευκού Οίκου στη νομισματική πολιτική, ενδεχομένως επιζήμιες για την αμερικανική οικονομία. Και παράλληλα αγωνιούν, καθώς διαπιστώνουν ότι η νομοθετική εξουσία της υπερδύναμης δεν προβάλλει αντιρρήσεις και δεν περιορίζει τις κινήσεις του απρόβλεπτου και συχνά επιθετικού προέδρου.

Οι επενδυτές στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό ανησυχούν, καθώς βλέπουν να εγκαθίσταται στη χώρα ένας τοξικός συνδυασμός απομονωτισμού και ευκαιριακής πολεμικής διάθεσης.

Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχουν οι δυνάμεις της αμερικανικής οικονομίας και ο δυναμισμός της που δεν έχει προηγούμενο. Η Αμερική διαθέτει τεράστιες και αποτελεσματικές αγορές κεφαλαίου και σε αντίθεση με κάθε άλλη από τις πλούσιες χώρες, έχει κατορθώσει να διατηρήσει μια σταθερή και σημαντική αύξηση της παραγωγικότητάς της τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Σε ό,τι αφορά τον επιχειρηματικό τομέα, είναι αμερικανικές οι 10 από τις 12 εισηγμένες εταιρείες ανά τον κόσμο με χρηματιστηριακή αξία άνω του ενός τρισ. δολ. Το ίδιο ισχύει, άλλωστε, και σχεδόν για όλες τις μη εισηγμένες εταιρείες που οδηγούν την κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης. Οταν επικρατεί στις αγορές το κλίμα που επικράτησε στις 20 Ιανουαρίου, μοιάζει να υπερισχύει η παρακμή της υπερδύναμης. Το ίδιο συνέβαινε, όμως, και τον Απρίλιο του 2025, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι επιβάλλει δυσβάσταχτους δασμούς σε όλες τις εισαγωγές από όλες τις χώρες του κόσμου. Επικράτησε πανικός για τις οικονομικές επιπτώσεις της παράτολμης αυτής κίνησής του, αλλά ο πανικός κράτησε λίγο. Μέσα στους έντεκα μήνες του περασμένου έτους, ξένοι επενδυτές τοποθέτησαν 628 δισ. δολ. σε αμερικανικές μετοχές. Και αυτή τη στιγμή ξένοι επενδυτές έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους περισσότερα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου από όσα είχαν ποτέ, μολονότι μεσολάβησε στην αρχή της εβδομάδας η ανακοίνωση ενός συνταξιοδοτικού ταμείου της Δανίας ότι πουλάει μαζικά αμερικανικά ομόλογα.

Κάποιοι επενδυτές έσπευσαν να αποδώσουν τις θετικές εξελίξεις στη συνήθη τάση του προέδρου Τραμπ να απειλεί και μετά να υπαναχωρεί. Σύμφωνα με την ανάλυση του Economist, οι παλινωδίες του δεν θα αρκούσαν για να αντιστρέψουν ούτε την πτώση των αγορών ούτε τις εκροές επενδυτικών κεφαλαίων αν σημείωσαν πτώση τα έσοδα των αμερικανικών επιχειρήσεων που, σημειωτέον, αυξήθηκαν περίπου κατά 12% στη διάρκεια του περασμένου έτους, όταν σε άλλες πλούσιες χώρες αυξάνονταν μόλις κατά 1%. Ολα αυτά δεν υποδηλώνουν, πάντως, ότι ο δυναμισμός της αμερικανικής οικονομίας και των αμερικανικών επιχειρήσεων καθιστά την υπερδύναμη άτρωτη σε οποιοδήποτε χρηματοοικονομικό σοκ. Μια επιβράδυνση που θα ξεκινούσε από την ίδια την Αμερική, μια ανάκαμψη των επιχειρήσεων άλλων χωρών ή ακόμη και μια ένδειξη ότι κάποια άλλη χώρα προηγείται στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, κάτι από όλα αυτά θα μπορούσε να είναι τουλάχιστον επιζήμιο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT