Αρθρο του Μάριου Τόκα στην «Κ»: Το στοίχημα της εμπορικής πολιτικής

Αρθρο του Μάριου Τόκα στην «Κ»: Το στοίχημα της εμπορικής πολιτικής

Οι εμπορικοί πόλεμοι κλιμακώνονται, οι στρατηγικές εξαρτήσεις από βασικούς εμπορικούς εταίρους αναδεικνύουν τις ευαλωτότητες της Ενωσης, η βιομηχανική πολιτική επιστρέφει δυναμικά, με την Ε.Ε. διχασμένη ως προς τους στόχους και τα μέσα υλοποίησής της, ενώ εντείνεται και η αντίδραση απέναντι σε ευρωπαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες

5' 28" χρόνος ανάγνωσης

Οι εμπορικοί πόλεμοι κλιμακώνονται, οι στρατηγικές εξαρτήσεις από βασικούς εμπορικούς εταίρους αναδεικνύουν τις ευαλωτότητες της Ενωσης, η βιομηχανική πολιτική επιστρέφει δυναμικά, με την Ε.Ε. διχασμένη ως προς τους στόχους και τα μέσα υλοποίησής της, ενώ εντείνεται και η αντίδραση απέναντι σε ευρωπαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Το 2026, η τάση αυτή αναμένεται να ενταθεί περαιτέρω.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τα ζητήματα του διεθνούς εμπορίου ως κάτι «αλλότριο» ή απλώς «των Βρυξελλών». Το 2025 έδειξε πόσο γρήγορα αυτά τα ζητήματα αποκτούν άμεση ελληνική διάσταση. Η ένταση ΗΠΑ – Κίνας γύρω από την παγκόσμια λιμενική παρουσία, με τον Πειραιά να αναφέρεται ρητά στο δημόσιο πεδίο, καθώς και η παράλληλη συζήτηση για νέες επενδύσεις σε άλλους λιμένες, με την Ελευσίνα να εμφανίζεται ως πιθανός διαμετακομιστικός κόμβος, δεν αποτελούν απλώς ένα διμερές επεισόδιο. Αποτελούν ένδειξη ότι οι ελληνικές πύλες εισόδου και υποδομές θα εντάσσονται ολοένα και συχνότερα σε ευρύτερους ανταγωνισμούς ισχύος.

Παρότι η κοινή εμπορική πολιτική αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Ε.Ε., τα κράτη-μέλη επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο εφαρμογής της και τις προτεραιότητες επιβολής. Είναι τα κράτη-μέλη που δίνουν ουσιαστικό περιεχόμενο στο ενωσιακό πλαίσιο και το εφαρμόζουν στην πράξη.

Συνεπώς, η προβαλλόμενη πολιτική σταθερότητα της Ελλάδας και η θεσμική της επανατοποθέτηση στο ευρωπαϊκό κέντρο, με κορυφαίο συμβολισμό την ανάληψη της προεδρίας του Eurogroup από Ελληνα υπουργό Οικονομικών, οφείλουν να αποτυπωθούν και στην εμπορική πολιτική. Αν η Ελλάδα θέλει πειστικά να υποστηρίξει ότι «επέστρεψε», το 2026 πρέπει να είναι παρούσα εκεί όπου διαμορφώνονται οι κανόνες και εφαρμόζονται οι πολιτικές: από τις τεχνικές συζητήσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έως την πρακτική εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής στα τελωνεία.

Η Ε.Ε. προχωρεί σε βαθιά τελωνειακή μεταρρύθμιση, με νέα πανευρωπαϊκή αρχιτεκτονική δεδομένων και ενισχυμένο ευρωπαϊκό συντονισμό, καθώς και με τη σχεδιαζόμενη δημιουργία ενιαίας ευρωπαϊκής τελωνειακής αρχής. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς ένα μοντέλο ελέγχου βασισμένο σε δεδομένα και ανάλυση κινδύνου, με στόχο ενιαία και συνεπή εφαρμογή σε όλα τα εξωτερικά σύνορα. Σε ένα τέτοιο σύστημα, η σημασία ενός λιμένα ή ενός χερσαίου περάσματος δεν θα αξιολογείται μόνο με όρους χωρητικότητας ή γεωγραφικής θέσης, αλλά με όρους αξιοπιστίας: ποιότητα δεδομένων, ταχύτητα διαδικασιών, συνέπεια ελέγχων και ικανότητα εφαρμογής νέων κανόνων, όπως ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Ανθρακα και οι ρυθμίσεις για το ηλεκτρονικό εμπόριο.

Ενδεικτικά, η απόφαση της Ε.Ε. για επιβολή πάγιου τελωνειακού τέλους 3 ευρώ σε μικροδέματα κάτω των 150 ευρώ αυξάνει σημαντικά την πίεση στα τελωνεία. Τα ελληνικά τελωνεία θα κληθούν να διαχειριστούν αυξανόμενους όγκους μικροδεμάτων ηλεκτρονικού εμπορίου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα πλατφόρμες όπως η Temu, μέσω λιμένων, αεροδρομίων και χερσαίων συνόρων.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα είναι στρατηγικό. Η χώρα δεν είναι μόνο ο Πειραιάς, αλλά και η Θεσσαλονίκη ως βαλκανική πύλη, η Αλεξανδρούπολη με αυξανόμενη σημασία στα logistics και στην ενέργεια, και, ιδιαίτερα κρίσιμα, τα ανατολικά χερσαία σύνορα με την Τουρκία. Αν η Ελλάδα θέλει να κατοχυρώσει τη θέση της ως αξιόπιστη πύλη εισόδου της ενιαίας αγοράς, πρέπει να είναι ενεργή στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση της νέας τελωνειακής αρχιτεκτονικής.

Δεύτερο κρίσιμο πεδίο είναι η μετατόπιση της κινεζικής παρουσίας από την απλή εξαγωγή προϊόντων προς την εγκατάσταση «εντός» της αγοράς-στόχου. Η μετάβαση από το «going out» στο «going in», όπως περιγράφεται και από κινεζικούς ακαδημαϊκούς και οικονομικούς κύκλους, αφορά την απόκτηση παραγωγικής και οργανωτικής παρουσίας στις χώρες-στόχους, με σκοπό ευκολότερη πρόσβαση στις τοπικές αγορές, αποφυγή εμπορικών εμποδίων, καθώς και πρόσβαση σε ευρωπαϊκή τεχνογνωσία και δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.

Στην πράξη, αυτό συχνά λαμβάνει τη μορφή μιας ακολουθίας: κινεζικοί εξαγωγείς ασκούν πίεση σε ευρωπαϊκούς παραγωγούς μέσω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, αποκτούν στη συνέχεια ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία που έχουν περιέλθει σε οικονομική δυσχέρεια, διατηρούν μια ελάχιστη παραγωγική βάση και επιδίδονται σε πρακτικές «tariff-jumping», καταστρατηγώντας ευρωπαϊκούς εμπορικούς κανόνες.

Η απάντηση της Ελλάδας, δεδομένης και της σχέσης της με την Κίνα μέσω του λιμένα του Πειραιά, δεν μπορεί να είναι βιαστική. Πρέπει να είναι λειτουργική: σαφής διάκριση ανάμεσα σε επενδύσεις που παράγουν πραγματική προστιθέμενη αξία και σε κινήσεις που στοχεύουν κυρίως στη ρυθμιστική παράκαμψη. Αυτό απαιτεί, αφενός, ενεργή συμμετοχή στην ευρωπαϊκή εργαλειοθήκη εμπορικής άμυνας και, αφετέρου, σοβαρή εθνική ικανότητα ελέγχου στρατηγικών επενδύσεων.

Αν η Ελλάδα θέλει να κατοχυρώσει τη θέση της ως αξιόπιστη πύλη εισόδου της ενιαίας αγοράς, πρέπει να είναι ενεργή στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση της νέας τελωνειακής αρχιτεκτονικής.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να δεσμεύεται από τη διμερή επενδυτική συμφωνία του 1992 με την Κίνα. Σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομική ασφάλεια, ο έλεγχος στρατηγικών υποδομών και η αντιμετώπιση στρεβλωτικών πρακτικών αποκτούν κεντρική σημασία, τίθεται εύλογα το ζήτημα κατά πόσον το υφιστάμενο αυτό πλαίσιο αντανακλά ακόμη τις σημερινές ευρωπαϊκές και εθνικές προτεραιότητες.

Χωρίς να προδικάζεται το αποτέλεσμα, το 2026 θα μπορούσε να αποτελέσει κατάλληλη συγκυρία για μια νηφάλια επανεξέταση της λειτουργίας και των συνεπειών της συγκεκριμένης διμερούς συμφωνίας, ιδίως ως προς τη συμβατότητά της με τον νέο μηχανισμό ελέγχου άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ), καθώς και με τις εξελισσόμενες ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές για επενδυτικές συμφωνίες κρατών-μελών της Ε.Ε. με τρίτα κράτη.

Σημειωτέον, η Ελλάδα θα μπορούσε να επανεξετάσει εν γένει τη στάση της ως προς την επενδυτική πολιτική της. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να ζητήσει άδεια από την Ε.Ε. να προχωρήσει σε διαπραγμάτευση και σύναψη διμερών επενδυτικών συμφωνιών με τρίτα κράτη, χωρίς κατ’ ανάγκην τη συμμετοχή των λοιπών κρατών-μελών της Ε.Ε., πρακτική που ακολούθησε το 2025 και η γείτων Ιταλία με το Ουζμπεκιστάν και το Κιργιστάν.

Με τον ν. 5202/2025 η Ελλάδα απέκτησε πλέον πλαίσιο ελέγχου ΑΞΕ. Το κρίσιμο, όμως, είναι η ποιότητα εφαρμογής: προβλεψιμότητα, σαφείς προθεσμίες και τεχνική αξιολόγηση κινδύνων. Ο έλεγχος ΑΞΕ δεν είναι αντιεπενδυτικός μηχανισμός, αλλά μηχανισμός αξιοπιστίας.

Παράλληλα, η Ε.Ε. έχει ήδη εντείνει τους ελέγχους αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να συμμετέχει ενεργά, με τελωνειακά δεδομένα, τεχνικές θέσεις και διοικητική υποστήριξη των ευρωπαϊκών διαδικασιών.

Το 2026 η Ε.Ε. θα παραμείνει ιδιαίτερα ενεργή στους ελέγχους αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, ιδίως όσο εντείνεται η παγκόσμια πίεση από υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και κρατικές ενισχύσεις, ιδίως από την Κίνα. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να συμμετέχει πιο συστηματικά.

Μια συνεκτική ελληνική στάση μπορεί να στείλει σαφές μήνυμα σε εγχώριους και ξένους επενδυτές ότι οι παραγωγικές μονάδες στην Ελλάδα προστατεύονται και προωθούνται εντός της ευρωπαϊκής πολιτικής, απέναντι σε ανταγωνιστές που απολαύουν αθέμιτων πλεονεκτημάτων από κρατική στήριξη ή άλλες αθέμιτες πρακτικές.

Το 2025 ανέδειξε ότι το εμπόριο είναι πλέον υψηλή πολιτική. Το 2026 η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι η επιστροφή της στο ευρωπαϊκό κέντρο δεν είναι μόνο συμβολική, αλλά και τεχνοκρατικά ουσιαστική. Αν επιδιώκει να είναι ουσιαστικός παίκτης στη διεθνή σκηνή και να διατηρήσει λειτουργική βιομηχανική βάση, η εμπορική πολιτική είναι το πιο άμεσο πεδίο για να το αποδείξει.

*Ο κ. Μάριος Τόκας είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής και λέκτορας Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, καθώς και συνεργάτης της δικηγορικής εταιρείας «Cassidy Levy Kent EU».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT