Σε οικονομικό και στρατηγικό μοχλό ανάπτυξης για την Ελλάδα έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια ο τομέας οπτικοακουστικής παραγωγής, με βασικό μοχλό το πρόγραμμα στήριξης οπτικοακουστικών έργων που έχει θεσμοθετήσει η χώρα. Το πρόγραμμα αυτό, ευρύτερα γνωστό ως cash rebate στην Ελλάδα, προσφέρει επιστροφή έως 40% των επιλέξιμων δαπανών για την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών, τηλεοπτικών σειρών, ντοκιμαντέρ και ψηφιακών παιχνιδιών στην Ελλάδα, με στόχο την προσέλκυση διεθνών επενδύσεων στον οπτικοακουστικό τομέα.
Σύμφωνα με μελέτη οικονομικών επιδράσεων της διεθνούς εξειδικευμένης στον τομέα εταιρείας Olsberg•SPI (SPI), την περίοδο 2018-2025 το cash rebate παρήγαγε εντυπωσιακή οικονομική απόδοση επένδυσης (ROI) της τάξης του 4,2 (420%), δημιουργώντας σημαντική προστιθέμενη αξία και χιλιάδες θέσεις εργασίας. Δηλαδή κάθε ένα ευρώ δημόσιας επένδυσης στο πρόγραμμα cash rebate δημιούργησε 4,2 ευρώ ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (GVA), ενώ δημιουργήθηκαν κατά μέσον όρο 2.900 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης (FTE) ετησίως. Το συνολικό οικονομικό όφελος για την ελληνική οικονομία ανήλθε σε 928,7 εκατ. ευρώ σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας και το ελληνικό πρόγραμμα cash rebate λειτούργησε ως βασικός καταλύτης προσέλκυσης διεθνών παραγωγών, σύμφωνα με τη μελέτη της SPI, η οποία συνεργάστηκε με το Ιδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (IOBE), το οποίο εξέτασε τη μεθοδολογία και τα αποτελέσματα της μελέτης. Η μελέτη εκπονήθηκε μεταξύ Απριλίου και Οκτωβρίου του 2025, βασιζόμενη σε δεδομένα που συλλέχθηκαν από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας (ΕΚΚΟΜΕΔ) και συνεντεύξεις με πληθώρα από ενδιαφερόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των υπευθύνων χάραξης πολιτικής και εκπροσώπων του τοπικού και του διεθνούς κλάδου οπτικοακουστικής παραγωγής. Η μελέτη έχει ανατεθεί από την Oxbelly AMKE, έναν ελληνικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό, ο οποίος ιδρύθηκε από τον Χρήστο Β. Κωνσταντακόπουλο και υποστηρίζει τη δημιουργική και οικονομική ανάπτυξη της ελληνικής οπτικοακουστικής βιομηχανίας.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης έρευνας, ο κλάδος κινηματογραφικής και τηλεοπτικής παραγωγής «αποτελεί στρατηγικό κλάδο, με σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο για την Ελλάδα, ενισχύει την καινοτομία και την τεχνολογική εξειδίκευση, προσελκύει σημαντικές διεθνείς επενδύσεις και προωθεί το brand της Ελλάδας διεθνώς, συνολικά αλλά και ως τουριστικό προορισμό». Η μελέτη βασίστηκε στα στοιχεία από 291 εθνικά και διεθνή έργα που υποστηρίχθηκαν μέσω του cash rebate από τότε που άρχισε να λαμβάνει αιτήσεις το 2018, ενώ περί τα 205,4 εκατ. ευρώ καταβλήθηκαν μέσω του προγράμματος από το 2019.
Μέσω του cash rebate υποστηρίχθηκαν 291 εθνικά και διεθνή έργα από το 2018, ενώ περί τα 205,4 εκατ. ευρώ καταβλήθηκαν μέσω του προγράμματος από το 2019.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μελέτη ασχολείται μόνο με τις δαπάνες των παραγωγών που έλαβαν κίνητρα, και δεν λαμβάνει υπόψη επακόλουθες επιπτώσεις, όπως ο κινηματογραφικός τουρισμός, δικαιώματα ή πωλήσεις προωθητικών προϊόντων, τομείς που αναμένεται να κινήσουν περαιτέρω κύκλους οικονομικής δραστηριότητας ανά την ελληνική οικονομία.
Προκύπτει δηλαδή με σαφήνεια πως το πρόγραμμα στήριξης οπτικοακουστικών έργων, σε συνδυασμό βέβαια με τα πολλά πλεονεκτήματα της χώρας, όπως οι μοναδικές τοποθεσίες και το παγκόσμιας κλάσης εγχώριο ταλέντο και τα συνεργεία, έχει παίξει κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη του κλάδου κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών στην Ελλάδα και στην προσέλκυση παραγωγών διεθνών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών στη χώρα.
Ο Λέον Φόρντε, CEO της Olsberg•SPI, μιλώντας στην «Καθημερινή» υπογραμμίζει ότι η μελέτη δείχνει πως η Ελλάδα βρίσκεται πραγματικά σε ένα σημείο καμπής για τη μελλοντική ανάπτυξη του τομέα των κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών. «Το πρόγραμμα cash rebate έχει αλλάξει τα δεδομένα όσον αφορά τη δυνατότητα της Ελλάδας να προσελκύσει υψηλής αξίας διεθνείς παραγωγές, ενώ παράλληλα προσφέρει εξαιρετικά θετικό οικονομικό αντίκτυπο για τη χώρα», αναφέρει. Παράλληλα προτείνει έναν συγκεκριμένο οδικό χάρτη που εξετάζει «πώς οι βάσεις που έχουν αναπτυχθεί μέσω του κινήτρου μπορούν να σταθεροποιηθούν, με έμφαση στη μελλοντική ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της ικανότητας της Ελλάδας να προσελκύει και να διασφαλίζει περισσότερες παραγωγές. Ενας υγιής εθνικός τομέας αποτελεί βασικό στοιχείο για τη συνολική ανάπτυξη του οικοσυστήματος παραγωγής. Ετσι ο οδικός χάρτης εξετάζει επίσης την ανάγκη ενίσχυσης της σταθερότητας για τους Ελληνες παραγωγούς», εξηγεί ο κ. Φόρντε.

Η Olsberg•SPI προκειμένου να καταλήξει στα παραπάνω συμπεράσματα, εκτός από την ανάλυση των στοιχείων από τα project που επιδοτήθηκαν, διεξήγαγε διαβουλεύσεις με μεγάλο αριθμό και ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων φορέων σε όλο το οικοσύστημα, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων της ελληνικής και της διεθνούς βιομηχανίας παραγωγής, κλαδικών ενώσεων, αρμόδιων υπουργείων και υπευθύνων χάραξης πολιτικής, τουριστικών συνδέσμων και οργανισμών κ.ά. Ενας βασικός στόχος ήταν να διασφαλίσει ότι οι ανάγκες του ελληνικού κλάδου κινηματογραφικής και τηλεοπτικής παραγωγής και της αγοράς λαμβάνονται επαρκώς υπόψη. Η εμπειρία της SPI σε πολυάριθμες τέτοιες μελέτες σε όλο τον κόσμο, και η εις βάθος γνώση της βιομηχανίας γενικότερα και των προγραμμάτων κινήτρων ειδικότερα, προσέφερε μια μοναδική προοπτική στην αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος και στην πρόταση επόμενων βημάτων. Αποδέκτες της μελέτης είναι το υπουργείο Πολιτισμού και το ΕΚΚΟΜΕΔ, στα οποία και παρουσιάστηκε την Πέμπτη. Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη μετά την παρουσίαση σημείωσε μεταξύ άλλων πως οι δημόσιες επενδύσεις στον πολιτισμό έχουν υψηλότερα ποσοστά απόδοσης από άλλους τομείς, όπως ο τουρισμός, και ότι «η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια απέδειξε ότι μπορεί να φιλοξενεί και να υποστηρίζει απαιτητικές διεθνείς παραγωγές, ενεργοποιώντας παράλληλα την εγχώρια αγορά υπηρεσιών και ενισχύοντας την απασχόληση».
«Οδικός χάρτης» για περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου
Οι εξαιρετικά θετικές επιπτώσεις του cash rebate στην ελληνική οικονομία προσφέρουν πολύ ευοίωνες προοπτικές για τον κλάδο και συνολικά για την ανάπτυξη της Ελλάδας ως βασικού προορισμού της παγκόσμιας βιομηχανίας κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών, τονίζει η μελέτη της SPI. Και σε μια ευρύτερη θεώρηση αναδεικνύει την ανάδυση και τη σημασία ενός νέου, υγιούς εθνικού τομέα παραγωγής, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Σημειώνεται ωστόσο πως «η μελλοντική στρατηγική οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τους εθνικούς και τους εισερχόμενους τομείς παραγωγής ως αμοιβαία ωφέλιμα στοιχεία ενός συνολικού οικοσυστήματος, ο καθένας με τις δικές του ανάγκες».
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια απέδειξε ότι μπορεί να φιλοξενεί και να υποστηρίζει απαιτητικές διεθνείς παραγωγές, σημειώνει η κ. Μενδώνη.
Η μελέτη, σε αυτό το πλαίσιο, περιλαμβάνει έναν οδικό χάρτη για τη βελτίωση και εδραίωση του προγράμματος cash rebate, αλλά και για την περαιτέρω ενίσχυση και ανάδειξη του κλάδου των κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών συνολικότερα.
Οι προτάσεις της SPI περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη σταθεροποίηση και βελτιστοποίηση του προγράμματος cash rebate. Δηλαδή τη συνέχιση στην αποπληρωμή των εγκεκριμένων αιτημάτων παραγωγών και τη σταθερότητα του προγράμματος, μέσω της διασφάλισης σταθερών πηγών χρηματοδότησης του αρμόδιου φορέα από το κράτος στο πλαίσιο ενός πολυετούς πλάνου και όχι σε ετήσια βάση. «Αυτό αποτελεί προϋπόθεση ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη του οπτικοακουστικού κλάδου στην ελληνική αγορά και να οδηγήσει σε μεγαλύτερες επενδύσεις σε παραγωγές, αλλά κυρίως σε υποδομές, όπως στούντιο παραγωγής», εξηγεί η μελέτη. Προτείνει επίσης την απλοποίηση και επίσπευση των διαδικασιών από την αίτηση και την ένταξη έως και την πληρωμή, για την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του προγράμματος, ενώ συνιστά την «ενθάρρυνση χρηματοπιστωτικών φορέων ειδικού ή γενικού σκοπού για τη δημιουργία σχετικών εργαλείων και προϊόντων», για τις οπτικοακουστικές παραγωγές. Παράλληλα, η μελέτη τονίζει την ανάγκη να ενισχυθεί συνολικά ο κλάδος μέσω επενδύσεων για την ενδυνάμωση και επέκταση των υποδομών παραγωγής, όπως τα στούντιο, ώστε να διατηρείται μεγαλύτερο μέρος της αξίας των παραγωγών τοπικά.

Παράλληλα, κρίσιμο ρόλο θα διαδραματίσει σύμφωνα με τη μελέτη και η περαιτέρω ανάπτυξη του ελληνικού τομέα παραγωγής: «Οι εθνικοί παραγωγοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις, μεταξύ άλλων λόγω επιλεκτικών προγραμμάτων χρηματοδότησης με περιορισμένο προϋπολογισμό, αλλά λόγω και της δυσκολίας εξασφάλισης χρηματοδότησης από την αγορά», αναφέρει η SPI υπογραμμίζοντας ότι «ένας δυνατός τοπικός τομέας έχει μεγάλη επίδραση στην ανταγωνιστικότητα μιας χώρας για διεθνείς παραγωγές, και για τη δημιουργία ενός εύρωστου συνολικού οικοσυστήματος στον τομέα». Επιπλέον απαιτείται επένδυση στην ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού και δεξιοτήτων και προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης: «Βασικό στοιχείο της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας είναι η ύπαρξη επαρκούς εκπαιδευμένου και εξειδικευμένου προσωπικού. Παρόλο που υπάρχουν μεμονωμένες πρωτοβουλίες, ο τομέας κυρίως της επαγγελματικής κατάρτισης στον κλάδο και η ανάπτυξη εξειδικευμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων πρέπει να αποτελέσουν στοιχεία μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής ανάπτυξης δυναμικού, που να περιλαμβάνει και το reskilling», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η SPI σημειώνει ωστόσο την ανάγκη οι πρωτοβουλίες και στρατηγικές να επικαιροποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις διεθνείς εξελίξεις του κλάδου και της τεχνολογίας αλλά και τις προτεραιότητες της χώρας. Ενα επιπλέον όφελος από αυτή τη στρατηγική θα είναι και η περαιτέρω ανάπτυξη του κινηματογραφικού τουρισμού (screen tourism), διευρύνοντας ενδεχομένως την τουριστική περίοδο αλλά και τη γεωγραφική διασπορά του τουρισμού, συμπληρώνει η SPI.

