Η πρόσφατη επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα υπό την καθοδήγηση του προέδρου Τραμπ έχει αιτιολογηθεί με όρους γεωπολιτικού ελέγχου του αποκαλούμενου «δυτικού ημισφαιρίου», εθνικού συμφέροντος για την αποτελεσματική πάταξη της προμήθειας και εμπορίας ναρκωτικών και την ενεργειακή ασφάλεια τόσο της Αμερικής όσο και των άλλων χωρών του «ημισφαιρίου». Επί της ουσίας, βέβαια, όλοι γνωρίζουν ότι η απομάκρυνση του προέδρου Νικολάς Μαδούρο αποσκοπεί στον αμερικανικό έλεγχο και στην αξιοποίηση των τεράστιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας – των μεγαλύτερων αποδεδειγμένων στον κόσμο, που αντιστοιχούν σε περίπου 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Εξυπακούεται ότι, βάσει αυτού του σεναρίου, οι ΗΠΑ θα αποκτήσουν στρατηγικά ενεργειακά αποθέματα και πόρους που θα τους παρέχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν αποτελεσματικά την τιμολόγηση του OPEC και άλλων ανεξάρτητων προμηθευτών. Επιπλέον, η απόκτηση ελέγχου της Βενεζουέλας προβάλλεται ως προειδοποίηση και ανάχωμα απέναντι στην κινεζική και στη ρωσική επιρροή στη Λατινική Αμερική. Ολα αυτά για να υλοποιηθούν θα απαιτήσουν ένα πολύ υψηλό κόστος, που εκτιμάται σε πάνω από 100 δισ. δολάρια σε βάθος δεκαετίας, και επιπλέον με σημαντική αβεβαιότητα ως προς την επίτευξη των προσδοκώμενων γεωπολιτικών στόχων και των οικονομικών αποδόσεων, όπως εξειδικευμένοι αναλυτές επί των θεμάτων αυτών παρατηρούν.
Υπάρχουν άραγε εξελίξεις που ξεθωριάζουν τη λάμψη αυτής της «επικίνδυνης αποστολής» του Αμερικανού προέδρου, εξελίξεις σε πραγματικό χρόνο που επαναπροσδιορίζουν τα δομικά στοιχεία των οικονομικών σχέσεων παγκοσμίως και, σε μεγάλο βαθμό, προδιαγράφουν το μέλλον; Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς έχει πει ότι «μακροπρόθεσμα, είμαστε όλοι νεκροί». Χρησιμοποίησε αυτή τη φράση για να ασκήσει κριτική στις οικονομικές θεωρίες που επικεντρώνονται υπερβολικά στη μακροχρόνια ισορροπία, αγνοώντας τις άμεσες οικονομικές πραγματικότητες. Η ιστορία άλλωστε μας διδάσκει ότι τα άμεσα αποτελέσματα έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις μακρινές προβλέψεις και τα μελλοντικά σενάρια. Αυτό ακριβώς αναδεικνύεται ως το προνομιακό πεδίο για την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και τη σταθερή και σταδιακή κυριαρχία της. Ποια είναι λοιπόν μερικά από τα πραγματικά στοιχεία που καθιστούν την κινηματογραφική υπερπαραγωγή της απαγωγής Μαδούρο στις 3 Ιανουαρίου και το μεγαλεπήβολο αμερικανικό όραμα για τη Νότια Αμερική λιγότερο ουσιαστικά και σημαντικά απ’ ό,τι φαίνονται;
Στις 3 Ιανουαρίου, έκθεση των Financial Times αναφέρεται σε ένα καθοριστικό σημείο καμπής στον κλάδο των ηλεκτρικών οχημάτων (EV). Η κινεζική εταιρεία BYD ξεπέρασε την Tesla και αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο κατασκευαστή ηλεκτρικών οχημάτων παγκοσμίως. Το 2025 η BYD παρέδωσε περίπου 2,26 εκατομμύρια αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα μπαταρίας, σημειώνοντας αύξηση 28% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ οι παραδόσεις της Tesla μειώθηκαν σε περίπου 1,64 εκατομμύριο. Οι αναλυτές αποδίδουν την υποχώρηση της Tesla και την άνοδο της BYD στον εντεινόμενο ανταγωνισμό μεταξύ τους, στις προτιμήσεις των πελατών, στην αξιοπιστία των οχημάτων και στην τιμολόγησή τους. Αυτή η αντιστροφή προτιμήσεων στην παγκόσμια αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων δεν είναι η μόνη. Αντίθετα, μάλιστα, έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά λίστα προϊόντων, αγορών και υπηρεσιών όπου η Κίνα έχει εκτοπίσει τους ανταγωνιστές της παγκοσμίως. Πιο συγκεκριμένα, η Κίνα έχει εδραιώσει ένα σαφές και μετρήσιμο προβάδισμα στο παγκόσμιο βιομηχανικό και τεχνολογικό οικοσύστημα, συνδυάζοντας πρωτοφανή κλίμακα παραγωγής και ταχύτητα υλοποίησης νέων μέσων. Ηγείται σε περίπου 57 από τους 64 κρίσιμους τομείς τεχνολογιών αιχμής, από την τεχνητή νοημοσύνη και τα drones έως τις μπαταρίες και τα προηγμένα υλικά. Στη βιομηχανική ρομποτική, η Κίνα εγκαθιστά πάνω από το ήμισυ των νέων ρομπότ παγκοσμίως, περίπου 295.000 κατ’ έτος, έναντι περίπου 34.000 για τις ΗΠΑ. Στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσωπεύει περίπου το 74% της παγκόσμιας υπό κατασκευήν ηλιακής και αιολικής ισχύος και έχει ξεπεράσει τα 1.000 GW εγκατεστημένης ισχύος, ενώ κυριαρχεί και στην παραγωγή εξοπλισμού, κατασκευάζοντας περίπου το 80% των φωτοβολταϊκών στοιχείων και το 60% των ανεμογεννητριών παγκοσμίως. Παράγει περίπου το 29% της παγκόσμιας μεταποιητικής παραγωγής (έναντι 16% των ΗΠΑ), κατέχει τα υψηλότερα συναλλαγματικά διαθέσιμα (άνω των 3,3 τρισ. δολαρίων) και είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγαθών παγκοσμίως. Στην καινοτομία και στις ψηφιακές υποδομές προηγείται συντριπτικά σε αιτήσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και στην ανάπτυξη δικτύων 5G, αποτυπώνοντας ένα πλεονέκτημα που βασίζεται στη συνολική βιομηχανική ισχύ και στον έλεγχο κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού. Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο ότι η Κίνα καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, τον βηματισμό της παγκόσμιας οικονομίας και αυτό φαίνεται να είναι μόνο η αρχή.
Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας σε επίπεδο νέων τεχνολογιών αποκαλύπτει ακόμη μία διάσταση αποκλίνουσας στρατηγικής στόχευσης μεταξύ τους. Οι ΗΠΑ διατηρούν υπεροχή κυρίως σε επιλεγμένους τομείς υψηλής εξειδίκευσης, όπως ο σχεδιασμός προηγμένων ημιαγωγών, η βιοτεχνολογία και η αεροδιαστημική, αλλά στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (Τ.Ν.) οι ΗΠΑ τείνουν να επικεντρώνονται στην εξέλιξη της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (ΠΤΝ), ενός υποθετικού οροσήμου όπου οι μηχανές θα υπερβαίνουν τις ανθρώπινες γνωστικές ικανότητες, μετασχηματίζοντας τη γνώση, την έρευνα, την οικονομία και την κοινωνία. Αντίθετα, η κινεζική στρατηγική στην τεχνητή νοημοσύνη επικεντρώνεται στην πρακτική εφαρμογή και στην οικονομική ενσωμάτωσή της για την ενίσχυση της ρομποτικής και της βιομηχανικής αυτοματοποίησης, τη βελτίωση της παραγωγικής αποδοτικότητας και την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης.
Η απομάκρυνση του προέδρου Μαδούρο αποσκοπεί στον έλεγχο και στην αξιοποίηση των τεράστιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας.
Ακόμη ένα καθοριστικής σημασίας πλεονέκτημα της Κίνας αφορά τις σπάνιες γαίες που είναι απαραίτητες για την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, που εκτείνονται από τους κινητήρες ηλεκτρικών οχημάτων και τις ανεμογεννήτριες έως τα ηλεκτρονικά εργαλεία ακριβείας και τα αμυντικά συστήματα. Η Κίνα κυριαρχεί σε αυτούς τους τομείς. Ελέγχει σε ποσοστά από 60% μέχρι 90% ανά κατηγορία τη βασική επεξεργαστική δυναμικότητα παγκοσμίως και σχεδόν τα μισά και πλέον παγκόσμια αποθέματα. Αντίθετα, οι ΗΠΑ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από εισαγωγές αυτών των υλικών, γεγονός που εκθέτει το βιομηχανικό τους οικοσύστημα σε στρατηγικές ευπάθειες.
Συνοπτικά, αυτές οι αποκλίσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας υποδηλώνουν μια βαθύτερη αναδιάταξη της παγκόσμιας οικονομικής ισχύος. Η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα κυριάρχησε στα μέσα ενημέρωσης και εντυπωσίασε το παγκόσμιο ακροατήριο. Το όλο εγχείρημα θα εκτιμηθεί μακροπρόθεσμα τόσο για τη σκοπιμότητά του όσο για τα οικονομικά και γεωπολιτικά του οφέλη. Την ίδια στιγμή, η Κίνα συσσωρεύει αθόρυβα συστημική ισχύ μέσω της ραγδαίας ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών στην παραγωγή και διεισδύει στην παγκόσμια αγορά με την ευρύτερη γκάμα προϊόντων συγκριτικά με κάθε άλλον ανταγωνιστή. Αυτές οι εξελίξεις επιτρέπουν στην Κίνα να οραματίζεται τον 21ο αιώνα ως τον δικό της αιώνα.
Τέλος, όπως συμβαίνει με τις ταχυδακτυλουργίες, όπου το κοινό μένει με την ψευδαίσθηση ότι συμβαίνει το αδύνατο, αλλά κατά βάθος κατανοεί ότι η πραγματική δράση λαμβάνει χώρα έξω από το οπτικό του πεδίο, έτσι και η αμερικανική πολιτική δεν πείθει. Αντίθετα, ο κινεζικός πραγματισμός εδραιώνει την οικονομική του πρωτοκαθεδρία. Γίνεται ο ίσκιος που επεκτείνεται στις παγκόσμιες αγορές όχι με τον κρότο των όπλων, αλλά με τη σιωπηρή δύναμη της επιμονής.
*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

