Σε περιόδους πολέμου, διεθνών εντάσεων και γεωπολιτικής αστάθειας, το ένστικτο λέει ότι οι καταθέσεις «φεύγουν» από τις τράπεζες. Τα εμπειρικά δεδομένα, ωστόσο, δείχνουν ότι συχνά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν πάψει να αποτελούν απλώς «εξωτερικό θόρυβο» και εξελίσσονται σε καθοριστικό μακρο-χρηματοοικονομικό παράγοντα, πρόσφατη δημοσίευση στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Financial Management, της οποίας οι υπογράφοντες το παρόν άρθρο είναι συν-συγγραφείς, αναδεικνύει έναν μηχανισμό με άμεση σημασία για την ευρωπαϊκή, και κατ’ επέκταση την ελληνική, τραπεζική σταθερότητα: τη συμπεριφορά των νοικοκυριών ως καταθετών υπό συνθήκες αυξημένου παγκόσμιου γεωπολιτικού κινδύνου.
Το άρθρο των Αναστασίου Δημήτρη, Καπόπουλου Θοδωρή, Σάκκα Αθανάσιου και Steven Ongena εξετάζει συστηματικά τη σχέση μεταξύ της παγκόσμιας γεωπολιτικής αβεβαιότητας και των εγχώριων ροών τραπεζικών καταθέσεων νοικοκυριών σε 22 ευρωπαϊκές χώρες, σε τριμηνιαία βάση από το 1998 έως σήμερα.
Το βασικό εύρημα είναι σαφές: όσο αυξάνεται ο παγκόσμιος γεωπολιτικός κίνδυνος, αυξάνονται και οι εγχώριες καταθετικές ροές των νοικοκυριών προς το τραπεζικό σύστημα. Το αποτέλεσμα αυτό έρχεται σε αντίθεση με το διαδεδομένο στερεότυπο της «φυγής καταθέσεων» που συνδέεται με κρίσεις εμπιστοσύνης.
Η ερμηνεία που προτείνουν οι συγγραφείς είναι ότι οι τραπεζικές καταθέσεις λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο (safe haven) σε περιόδους διεθνούς έντασης. Οταν ο γεωπολιτικός κίνδυνος αυξάνεται, τα νοικοκυριά περιορίζουν την έκθεσή τους σε πιο ριψοκίνδυνες μορφές επένδυσης και κατευθύνουν τα διαθέσιμά τους σε χαμηλού κινδύνου περιουσιακά στοιχεία. Πρόκειται για το γνωστό φαινόμενο του flight-to-safety, το οποίο συνοδεύεται από αυξημένη προληπτική αποταμίευση.
Η οικονομική σημασία του αποτελέσματος δεν είναι αμελητέα. Οι συγγραφείς υπολογίζουν ότι μία αύξηση της γεωπολιτικής κρίσης κατά μία τυπική απόκλιση συνδέεται με αύξηση περίπου 637,5 εκατ. στις ροές καταθέσεων νοικοκυριών κατά μέσον όρο στην Ευρώπη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάκριση του γεωπολιτικού κινδύνου σε «απειλές» και «πράξεις». Οι καταθετικές ροές αυξάνονται περισσότερο σε περιόδους έντονης ρητορικής, κλιμακούμενης έντασης και αβεβαιότητας για το ενδεχόμενο ενός γεγονότος, παρά όταν η κρίση έχει ήδη εκδηλωθεί με συγκεκριμένη πράξη. Οι «απειλές» λειτουργούν κυρίως ως ψυχολογικό σοκ αβεβαιότητας: η παρατεταμένη αίσθηση ότι «κάτι μπορεί να συμβεί» επιδεινώνει το οικονομικό συναίσθημα, μειώνει την εμπιστοσύνη και οδηγεί τα νοικοκυριά σε πιο συντηρητική οικονομική συμπεριφορά.
Με απλά λόγια, η αβεβαιότητα ενισχύει την προληπτική αποταμίευση. Τα νοικοκυριά γίνονται πιο προσεκτικά στις δαπάνες τους και διατηρούν υψηλότερα αποθέματα ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα ως μορφή οικονομικής ασφάλειας.
Η εμπειρική ανάλυση δείχνει επίσης ότι η αντίδραση των καταθετικών ροών σε ένα σοκ γεωπολιτικού κινδύνου είναι μεν άμεση και θετική, αλλά δεν είναι μόνιμη. Το αποτέλεσμα εξασθενεί και μπορεί να αντιστραφεί εντός περίπου ενός έτους. Αυτό είναι κρίσιμο για τις τράπεζες: οι εισροές καταθέσεων υπό γεωπολιτική ένταση δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως μόνιμη διεύρυνση της καταθετικής βάσης, αλλά ως παροδικό «κύμα ρευστότητας» που ενδέχεται να αναστραφεί όταν ο αναλαμβανόμενος κίνδυνος στις αγορές μειωθεί. Οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο. Το Global Risks Report 2025 του World Economic Forum περιγράφει ένα ολοένα πιο κατακερματισμένο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο οι γεωπολιτικές εντάσεις συγκαταλέγονται στους κυρίαρχους βραχυπρόθεσμους και μεσοπρόθεσμους κινδύνους. Παράλληλα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει σημαντικός καθοδικός κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία.
Οσο αυξάνεται ο γεωπολιτικός κίνδυνος, αυξάνονται και οι καταθέσεις στις τράπεζες.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η τραπεζική εποπτεία της ΕΚΤ έχει ήδη εντάξει τον γεωπολιτικό κίνδυνο στις άμεσες προτεραιότητες του ερχόμενου stress test των τραπεζών το 2026, υπογραμμίζοντας την ανάγκη οι τράπεζες να είναι σε θέση να αντέχουν σοβαρά γεωπολιτικά σοκ.
Υπό αυτό το πρίσμα, η μελέτη προσφέρει μια χρήσιμη αναθεώρηση της συζήτησης για τις καταθέσεις. Δεν είναι μόνο «ευάλωτες» σε κρίσεις εμπιστοσύνης, αλλά μπορούν και να λειτουργούν ως θεσμικά θωρακισμένο καταφύγιο, ιδίως σε χώρες όπου η ασφάλιση καταθέσεων και οι αντιλήψεις για «πολύ μεγάλη τράπεζα για να πτωχεύσει» ενισχύουν την εμπιστοσύνη των αποταμιευτών.
Για την Ελλάδα, που έχει βιώσει ιστορικά έντονες διακυμάνσεις καταθετικής εμπιστοσύνης, το εύρημα αυτό υπενθυμίζει ότι η τραπεζική σταθερότητα δεν εξαρτάται μόνο από τα εγχώρια μακροοικονομικά μεγέθη. Το διεθνές περιβάλλον κινδύνου παίζει επίσης κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των νοικοκυριών.
Συνολικά, η έρευνα επανατοποθετεί τις τραπεζικές καταθέσεις στον χάρτη των «ασφαλών περιουσιακών στοιχείων» σε περιόδους γεωπολιτικών κλυδωνισμών και αναδεικνύει την ανάγκη οι τράπεζες, οι εποπτικές αρχές και οι φορείς οικονομικής πολιτικής να ενσωματώσουν συστηματικά δείκτες γεωπολιτικού κινδύνου σε ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, σε πλαίσια διαχείρισης ρευστότητας και στη γενικότερη αρχιτεκτονική μακροπροληπτικής πολιτικής. Σε έναν κόσμο όπου η οικονομία και η γεωπολιτική αλληλοεμπλέκονται όλο και περισσότερο, η κατανόηση αυτών των μηχανισμών καθίσταται αναγκαία.
*Ο κ. Δημήτριος Αναστασίου είναι επίκουρος καθηγητής Χρηματοοικονομικής, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
*Ο κ. Αθανάσιος Σάκκας είναι επίκουρος καθηγητής Χρηματοοικονομικής, Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

