Από τη φρενίτιδα των προηγούμενων ετών, σε μια σαφώς πιο συγκρατημένη και προσγειωμένη στάση περνάει πλέον η αγορά των κέντρων δεδομένων (data centers) στη χώρα μας. Το κύμα αισιοδοξίας που είχε δημιουργηθεί πριν από λίγα χρόνια, με αλλεπάλληλες ανακοινώσεις τόσο από εγχώριους ομίλους όσο και από πολυεθνικούς τεχνολογικούς κολοσσούς για την ανάπτυξη data centers στην Ελλάδα, είχε καλλιεργήσει την εντύπωση ότι η χώρα βαδίζει προς την ανάδειξή της σε ευρωπαϊκό κόμβο ψηφιακών υποδομών. Και όχι αδικαιολόγητα.
Σήμερα, ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ενα μέρος αυτών των φιλόδοξων επενδυτικών σχεδίων δεν έχει ακόμη περάσει από το επίπεδο των εξαγγελιών στην πράξη, παραμένοντας σε στάδιο πρόθεσης ή αναμονής, ενώ κάποια έχουν προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας, η οποία δεν βλέπει πάντοτε με καλό μάτι τέτοιου είδους εγχειρήματα. Οι αρχικοί υψηλοί τόνοι έχουν χαμηλώσει, καθώς οι επενδυτές επανεκτιμούν κόστη, χρονοδιαγράμματα και τεχνικές προκλήσεις, με αποτέλεσμα η αγορά να εισέρχεται σε μια φάση μεγαλύτερης ωριμότητας και πιο προσεκτικών κινήσεων.
Η όποια αναδίπλωση στον χώρο των data centers φαίνεται να οφείλεται, εν μέρει, στη χαμηλότερη από ό,τι αρχικά αναμενόταν ζήτηση για cloud υπηρεσίες από τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, πολλοί παράγοντες υποδεικνύουν ότι η υιοθέτηση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης θα γίνει πιο αργά από ό,τι πολλοί προέβλεπαν. Οι εταιρείες χρειάζεται πρώτα να επενδύσουν σημαντικά κεφάλαια για την ενσωμάτωση αυτών των τεχνολογιών, με αποτέλεσμα οι άμεσες ανάγκες τους σε cloud να παραμένουν περιορισμένες. Τα data centers είναι η φυσική υποδομή όπου «στηρίζεται» το cloud, το οποίο επιτρέπει στις εταιρείες να αποθηκεύουν δεδομένα και να «τρέχουν» εφαρμογές μέσω Διαδικτύου χωρίς να χρειάζονται δικούς τους servers. Οσο περισσότερες εταιρείες χρησιμοποιούν υπηρεσίες cloud τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για χώρους, διακομιστές και υποδομές στα data centers.
Η όποια αναδίπλωση στον χώρο των data centers φαίνεται να οφείλεται, εν μέρει, στη χαμηλότερη από ό,τι αρχικά αναμενόταν ζήτηση για cloud υπηρεσίες από τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, πολλοί παράγοντες υποδεικνύουν ότι η υιοθέτηση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης θα γίνει πιο αργά από ό,τι πολλοί προέβλεπαν.
Στην Ελλάδα η πλειονότητα των επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων επικεντρώνεται στην Αττική και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή των Μεσογείων, σε Σπάτα και Κορωπί.
Ειδικότερα, στα Σπάτα αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε διαδικασία ανάπτυξης τρία data centers. Το ένα είναι της Microsoft, το δεύτερο είναι της ΔΕΗ σε συνεργασία με την DAMAC, η οποία εδρεύει στο Ντουμπάι, και το τρίτο είναι της Dromeus Capital, σε συνέργεια με την Apto. Παρότι τα δύο πρώτα έργα έγιναν δεκτά από τους κατοίκους χωρίς διαμαρτυρίες, δεν συνέβη το ίδιο με το τρίτο. Η σχεδιαζόμενη εγκατάσταση της Dromeus, ισχύος 80 MW, με την ονομασία Olive, ύψους 300 εκατ. ευρώ, έχει προκαλέσει τη σθεναρή αντίσταση της τοπικής κοινότητας. «Είμαστε ανοιχτοί στις επενδύσεις, υπό την προϋπόθεση ότι γίνονται με κανόνες», σημειώνει στην «Κ» ο αντιδήμαρχος Σπάτων Ευάγγελος Τσέπας, προσθέτοντας ότι ο δήμος προτίθεται να προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας προκειμένου να μπλοκάρει το συγκεκριμένο εγχείρημα, ενώ ήδη μεμονωμένοι κάτοικοι έχουν κινηθεί δικαστικά.
Μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας αποτελεί ο εκκωφαντικός θόρυβος που εκτιμάται ότι θα προκληθεί, ιδίως σε περίπτωση διακοπής ρεύματος, από τη λειτουργία των γεννητριών, σε συνδυασμό με τα δύο ήδη data centers της περιοχής που αναπτύσσονται. Παράλληλα, οι κάτοικοι επισημαίνουν ότι η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το συγκεκριμένο έργο δεν αξιολόγησε τον θόρυβο σωρευτικά, αλλά τον αντιμετώπισε αποσπασματικά, σαν να επρόκειτο για τη μοναδική εγκατάσταση αυτού του τύπου στα Σπάτα. «Η Χριστούπολη, όπου τοποθετείται το data center της Dromeus, είναι μια πολύ ήσυχη περιοχή κυρίως με κατοικίες, ενώ σε κοντινή απόσταση εντοπίζεται το το East Campus του Αμερικανικού Κολλεγίου», επισημαίνει ο κ. Τσέπας.
Σε ό,τι αφορά την επένδυση της Microsoft στα Σπάτα, αυτή την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη η ανέγερση του μεταλλικού σκελετού του κτιρίου, με τις εργασίες να προχωρούν εντός χρονοδιαγράμματος. Θα ακολουθήσουν η διαμόρφωση των εξωτερικών χώρων και η εγκατάσταση του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού. Η άδεια που έχει λάβει είναι ισχύος 20 MW, ωστόσο σε πρώτη φάση θα είναι ισχύος 10 MW, με δυνατότητα επέκτασης.
Αν και η κατασκευή του κτιρίου δεν αποκλείεται να ολοκληρωθεί εντός του 2027, η έναρξη λειτουργίας του τοποθετείται χρονικά αργότερα, το 2028, καθώς προϋποθέτει την ετοιμότητα και των άλλων δύο data centers που σχεδιάζει ο αμερικανικός κολοσσός. Το δεύτερο κατασκευάζεται ήδη από την Data4 στην Παιανία και θα μισθωθεί από τη Microsoft, ενώ για το τρίτο, που προβλέπεται στο Κορωπί, προς το παρόν δεν υπάρχουν νεότερες πληροφορίες για την πορεία ή τις επόμενες κινήσεις της εταιρείας.
Η άδεια που έχει λάβει η Microsoft για το data center στα Σπάτα είναι ισχύος 20 MW, ωστόσο σε πρώτη φάση θα είναι ισχύος 10 MW, με δυνατότητα επέκτασης. Αν και η κατασκευή του κτιρίου δεν αποκλείεται να ολοκληρωθεί εντός του 2027, η έναρξη λειτουργίας τοποθετείται χρονικά αργότερα, το 2028.
Σε τροχιά υλοποίησης βρίσκεται και το data center στα Σπάτα της EDGNEX Data Centers, της κοινοπραξίας της ΔΕΗ με τον όμιλο DAMAC, ισχύος 12,5 MW, μια επένδυση που εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα 150 εκατ. ευρώ. Το έργο έχει σχεδιαστεί με προοπτική περαιτέρω ανάπτυξης, καθώς προβλέπεται μελλοντική επέκταση της δυναμικότητας έως τα 25 MW, ανάλογα με τη ζήτηση. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι κατασκευαστικές εργασίες έχουν ήδη ξεκινήσει, με τον χρόνο ολοκλήρωσης να τοποθετείται περίπου σε ορίζοντα δύο ετών.
H ΑΙ απειλεί δίκτυα ενέργειας και αποθέματα νερού
Η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) και τα ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων (data centers) μεταμορφώνουν ραγδαία το παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο, ασκώντας πίεση σε δίκτυα και αλυσίδες τροφοδοσίας. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), το 2024 τα data centers κατανάλωσαν περίπου 415 τεραβατώρες (TWh) ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ο IEA προβλέπει ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από κέντρα δεδομένων παγκοσμίως αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί έως το 2030, φθάνοντας περίπου στις 945 TWh – αριθμός που ξεπερνάει την τρέχουσα συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της Ιαπωνίας.
Η πρωτοφανής πίεση στα δίκτυα ηλεκτροδότησης έχει προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ τεχνολογικών κολοσσών, εταιρειών κοινής ωφέλειας και πολιτών τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο η τεχνολογική πρόοδος, αλλά η ίδια η ενεργειακή ασφάλεια και η κοινωνική δικαιοσύνη σε έναν κόσμο όπου οι πόροι γίνονται ολοένα και πιο σπάνιοι.
Στην Ευρώπη, η συζήτηση αποκτά μια έντονα ηθική και κοινωνική διάσταση. Ενώ η Ε.Ε. προσπαθεί να επιτύχει φιλόδοξους «πράσινους» στόχους, η κατανάλωση των κέντρων δεδομένων αναμένεται να εκτιναχθεί από τις 70 TWh το 2024 στις 115 TWh έως το 2030. Η αύξηση αυτή συμπίπτει με μια περίοδο ενεργειακής κρίσης, όπου πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες θέρμανσης. Το ερώτημα που τίθεται, ιδιαίτερα από ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς φορείς, είναι ποια είναι η πραγματική «χρήσιμη εργασία» που παράγουν αυτά τα κέντρα και αν η ψυχαγωγία ή οι καθημερινές ψηφιακές εργασίες πρέπει να προηγούνται της κοινωνικής ευημερίας.
Η ζήτηση ρεύματος από τα κέντρα δεδομένων παγκοσμίως αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί έως το 2030.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας, όπου τα κέντρα δεδομένων καταναλώνουν το 22% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας και αυξάνονται οι φωνές που ζητούν μορατόριουμ στις νέες κατασκευές data centers. Στις αρχές του 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να δημοσιεύσει ένα πακέτο μέτρων με ειδική αναφορά στα κέντρα δεδομένων, με στόχο τη διαφάνεια στην κατανάλωση ενέργειας και νερού, ενώ παράλληλα προωθείται ο κώδικας δεοντολογίας για την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών.
Στις ΗΠΑ, η ταχεία ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων απειλεί ήδη τη σταθερότητα του δικτύου σε πολλές περιοχές. Η PJM Interconnection, που επιβλέπει την αγορά ενέργειας σε 13 πολιτείες, έχει προτείνει μια δραστική λύση: τα κέντρα δεδομένων να χρησιμοποιούν δική τους εφεδρική τροφοδοσία ή να αποσυνδέονται εντελώς από το δίκτυο σε περιόδους υψηλής ζήτησης. Η πρόταση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση εταιρειών όπως οι Google, Amazon και Microsoft, οι οποίες υποστηρίζουν ότι οι λειτουργίες τους είναι κρίσιμες για τομείς όπως η υγεία και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και απαιτούν αδιάλειπτη σύνδεση στο δίκτυο. Η κατάσταση είναι ακόμη πιο οριακή στο Τέξας, καθώς η ζήτηση ενέργειας για κέντρα δεδομένων αναμένεται σχεδόν να διπλασιαστεί έως το 2035, αγγίζοντας τα 86 γιγαβάτ. Η πολιτεία έχει ήδη θεσπίσει νομοθεσία που ορίζει ότι μπορεί να διακόπτεται η παροχή ρεύματος στα κέντρα δεδομένων για να αποφευχθούν γενικευμένα μπλακ άουτ. Παρόμοιες κινήσεις εξετάζει και η Southwest Power Pool, προσφέροντας «υπό όρους» σύνδεση σε νέες εγκαταστάσεις, με το αντάλλαγμα της πιθανής αποσύνδεσης όταν η προσφορά δεν επαρκεί.
Μόνο ένα κέντρο δεδομένων μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει περισσότερα από 500.000 γαλόνια νερού την ημέρα, σχεδόν όσο μια πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων. Το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) επισημαίνει ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, η παγκόσμια ζήτηση νερού που προκύπτει από την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να φθάσει στα 4,2-6,6 δισ. κυβικά μέτρα το 2027, πάνω από το ήμισυ της ετήσιας χρήσης νερού του Ηνωμένου Βασιλείου το 2023.
Η ανάγκη για μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ συγκρούεται με την ανάγκη για προστασία του περιβάλλοντος και των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, και πολλοί είναι πλέον εκείνοι που λένε ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν αν θα ανταποκρίνονται ανεπιφύλακτα στις τεράστιες απαιτήσεις της Big Tech ή αν θα θέσουν δημοκρατικούς κανόνες και προτεραιότητες.

