Στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας μπαίνει οριστικά ο λιγνίτης το 2026 με το κλείσιμο και των τελευταίων μονάδων του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου και τη μετατροπή της «Πτολεμαΐδας 5» σε μονάδα φυσικού αερίου.
Η μονάδα σχεδιάστηκε το 2007, άρχισε να κατασκευάζεται το 2015, τέθηκε σε δοκιμαστική λειτουργία μόλις το φθινόπωρο του 2022 και σε εμπορική τον Μάρτιο του 2023 και κόστισε στη ΔΕΗ 1,5 δισ. ευρώ για να λειτουργήσει μόλις τρία χρόνια. Η «ναυαρχίδα» του λιγνιτικού στόλου της ΔΕΗ θα μείνει στην Ιστορία ως το πιο ακριβό μνημείο και επιτομή της απουσίας μιας μακροχρόνιας ενεργειακής στρατηγικής της χώρας.
Η πολιτική αυτή, που επιβαρύνει καταναλωτές και εθνική οικονομία, διατρέχει όλη την ιστορία της μονάδας από τον προ 20ετίας σχεδιασμό της μέχρι και τη σημερινή απόφαση της ΔΕΗ για την «ανακύκλωσή της» σε μονάδα φυσικού αερίου με πρόσθετη επένδυση 300 εκατ. ευρώ. Η απόφαση για την κατασκευή της μονάδας το 2007 υποβάθμισε την πολύ σαφή στροφή της Ε.Ε. προς την απανθρακοποίηση που προχώρησε επιβάλλοντας τιμωρητικά μέτρα στα ορυκτά καύσιμα τα αμέσως επόμενα χρόνια (κόστος CO2). Η σημερινή απόφαση για μετατροπή της σε μονάδα φυσικού αερίου δείχνει να ακολουθεί το ίδιο μοτίβο. Δεν λαμβάνει υπόψη της το νέο ενεργειακό και γεωπολιτικό περιβάλλον, που επαναφέρει με εμφατικό τρόπο την ενεργειακή ασφάλεια ως απόλυτη προτεραιότητα και την πολύ πρόσφατη εμπειρία της ενεργειακής κρίσης, που ανέδειξε τον σημαντικό ρόλο των εγχώριων καυσίμων όχι μόνο για τον ασφαλή εφοδιασμό αλλά και για τις τιμές ρεύματος.
Σε μια Ευρώπη που επαναξιολογεί ψύχραιμα τις επιλογές της και δίνει προτεραιότητα στην ενεργειακή ασφάλεια, η Ελλάδα επιλέγει τον απόλυτο δογματισμό. Αντικαθιστά τον μοναδικό εγχώριο ορυκτό πόρο της με εισαγόμενο φυσικό αέριο, χωρίς να διατηρεί ούτε μία λιγνιτική μονάδα για στρατηγική εφεδρεία, χρησιμοποιεί το αέριο σε υπερδιπλάσια αναλογία από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και εξαρτάται σε ποσοστό άνω του 85% από εισαγωγές LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, η Γερμανία διατηρεί τον λιγνίτη έως το 2038, επαναξιολογεί τις ενεργειακές επιλογές της και δηλώνει ξεκάθαρα, διά στόματος του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, ότι «οι ΑΠΕ δεν επαρκούν από μόνες τους για ασφαλή εφοδιασμό».
Η στρατηγική της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι αποσπασματική και συγκυριακή. Η ενεργειακή κρίση υποχρέωσε την κυβέρνηση να επαναξιολογήσει τον λιγνίτη ως μοναδικό εγχώριο καύσιμο, πλην των ΑΠΕ με την ευμετάβλητη παραγωγή, στάση που ανέτρεψε τον αρχικό σχεδιασμό της ΔΕΗ για απόσυρση όλων των λιγνιτικών μονάδων μέχρι το 2023 και λειτουργία της «Πτολεμαΐδας 5» μετά το 2025 με φυσικό αέριο. Λίγους μήνες μετά την πρώτη δοκιμαστική λειτουργία της μονάδας, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την επίσκεψή του στις εγκαταστάσεις της προανήγγειλε από την Κοζάνη στις 14 Φεβρουαρίου 2023 την παραμονή της στο σύστημα ως μονάδα στρατηγικής εφεδρείας και μετά το 2028. «Η μονάδα θα αποτελέσει μονάδα στρατηγικής εφεδρείας στο μέλλον για τη χώρα», είπε ο πρωθυπουργός, τονίζοντας τη σημασία της για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. «Η ενεργειακή θωράκιση της χώρας μας υπαγορεύει να έχουμε κάθε διαθέσιμο μέσον για να προστατευθούμε από ενδεχόμενες ενεργειακές κρίσεις, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα. Μια τέτοια μονάδα όπως η “Πτολεμαΐδα 5” αναλαμβάνει έναν άλλο ρόλο, αυτόν της ενεργειακής ευστάθειας, σήμερα πολύ περισσότερο και στο μέλλον ως στρατηγική εφεδρεία», τόνισε ο επικεφαλής της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης την ίδια ημέρα από την Κοζάνη, παρουσία του πρωθυπουργού.
Η Ελλάδα χρησιμοποιεί το αέριο σε υπερδιπλάσια αναλογία από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και εξαρτάται σε ποσοστό άνω του 85% από εισαγωγές LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ.
Η ενεργειακή κρίση βρήκε την Ελλάδα με τον λιγνίτη να έχει ήδη παροπλιστεί και τον πρωθυπουργό να ζητάει από τη ΔΕΗ να προχωρήσει στον διπλασιασμό της παραγωγής της για τη συγκράτηση του κόστους ρεύματος, που εκτοξεύθηκε λόγω των υψηλών τιμών φυσικού αερίου και της μεγάλης εξάρτησης της χώρας από το εισαγόμενο καύσιμο. Μόνο το 2022 η χώρα δαπάνησε 7 δισ. ευρώ για εισαγωγές φυσικού αερίου, όπως υπογράμμισε ο πρωθυπουργός, όταν υπό κανονικές συνθήκες το ποσό θα έπρεπε να είναι ένα δισ., αναγνωρίζοντας τι σημαίνει εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Την ίδια περίοδο η επιστράτευση των λιγνιτικών μονάδων είχε συνολικό όφελος για τους καταναλωτές περί τα 700 εκατ. ευρώ.
Σε αυτό το κλίμα, η μονάδα «Πτολεμαΐδα 5» από «ασχημόπαπο» πριν από την κρίση μεταμορφώθηκε σε «κύκνο» και τον Σεπτέμβριο του 2023 στο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών βραβεύτηκε ως «το μεγαλύτερο έργο της δεκαετίας 2012-2022». Το βραβείο παρέλαβε η τότε υφυπουργός Ενέργειας Αλεξάνδρα Σδούκου, επισημαίνοντας ότι «η “Πτολεμαΐδα 5” θωρακίζει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας σε δύσκολους καιρούς…».
Η Γερμανία ανακοίνωσε ότι διατηρεί τον λιγνίτη έως το 2038 και δηλώνει ξεκάθαρα ότι οι ΑΠΕ δεν επαρκούν από μόνες τους για τον ασφαλή εφοδιασμό της χώρας.
Δύο μόλις χρόνια μετά και ενώ… οι καιροί από δύσκολοι έχουν γίνει δυσκολότεροι, τον Απρίλιο του 2025 η διοίκηση της ΔΕΗ σε ειδική εκδήλωση στην Κοζάνη, παρουσία του πρωθυπουργού, παρουσιάζοντας το συνολικότερο πλάνο της εταιρείας για τη Δυτική Μακεδονία, ύψους 5,8 δισ. ευρώ σε βάθος 5ετίας, ανακοίνωσε τη μετατροπή της «Πτολεμαΐδας 5» σε μονάδα φυσικού αερίου από το 2027 και μαζί και την πλήρη έξοδο από τον λιγνίτη στο τέλος του 2026. Η ΡΑΑΕΥ, ανταποκρινόμενη σε σχετικό αίτημα της ΔΕΗ, άναψε προσφάτως το πράσινο φως για την τροποποίηση της μονάδας. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ΔΕΗ, η μετάβαση θα γίνει σε δύο φάσεις, επενδύοντας επιπλέον 300 εκατ. ευρώ. Πρώτα σε μονάδα ανοιχτού κύκλου (OCGT) με ισχύ 350 MW και στη συνέχεια σε μονάδα συνδυασμένου κύκλου (CCGT), που θα ξεπερνά τα 1.000 MW. Για την τροφοδοσία της μονάδας ο ΔΕΣΦΑ θα κατασκευάσει έναν νέο αγωγό φυσικού αερίου μήκους μικρότερου των 10 χλμ. με παράδοση το τρίτο τρίμηνο του 2027.
Οι κοκκινόλευκες ίνες που κοσμούν τη μονάδα ψύξης θα ορθώνονται ως σύμβολο της χαώδους ενεργειακής πολιτικής που χαρακτήρισε τη χώρα τα τελευταία 20 χρόνια.

Η «Πτολεμαΐδα 5» είναι η κατεξοχήν περίπτωση που συμπυκνώνει όλες τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής. Δεν είναι όμως η μοναδική. Η λιγνιτική μονάδα «Μελίτη ΙΙ», η αμέσως πιο σύγχρονη μονάδα της ΔΕΗ μετά αυτή της Πτολεμαΐδας, ισχύος 330 MW, τέθηκε σε εμπορική λειτουργία τον Αύγουστο του 2003. Για την κατασκευή της δαπανήθηκαν 571 εκατ. ευρώ και αποσύρθηκε έπειτα από λιγότερα από 20 χρόνια χωρίς να καταφέρει να λειτουργήσει ποτέ σε πλήρη ισχύ γιατί η τροφοδοσία της σε λιγνίτη στηρίχτηκε σε έναν ανέφικτο σχεδιασμό. Το μεγαλύτερο διάστημα της λειτουργίας της η μονάδα της Μελίτης δούλευε στο ένα τρίτο της ισχύος της, ενώ πολύ συχνά η ΔΕΗ την έθετε εκτός λειτουργίας λόγω έλλειψης καυσίμου. Η μονάδα φυσικού αερίου της Μεγαλόπολης, συνολικής ισχύος 811 MW και κόστους 543 εκατ. ευρώ, εγκαινιάστηκε τον Απρίλιο του 2015. Επί μία 5ετία ωστόσο δούλευε στα 500 MW της δυναμικότητάς της με το επιχείρημα ότι το δίκτυο μεταφοράς της Πελοποννήσου ήταν κορεσμένο. Ο ΑΔΜΗΕ ύστερα από πιέσεις που άσκησε η διοίκηση της ΔΕΗ το 2020 έδωσε το πράσινο φως για την πλήρη ένταξη της μονάδας στο σύστημα, αποδεχόμενος την επιχειρηματολογία της Επιχείρησης. Η ΔΕΗ υποστήριξε ότι δεν τίθεται θέμα κορεσμού δικτύου, αφού οι λιγνιτικές μονάδες της Μεγαλόπολης δεν έμπαιναν στην αγορά λόγω υψηλού κόστους λειτουργίας.
Το περίφημο φράγμα της Μεσοχώρας, ένα πράσινο υδροηλεκτρικό έργο αξίας 500 εκατ. ευρώ, που κατασκευάστηκε από το 2001 χωρίς να έχει καταφέρει να λειτουργήσει μέχρι σήμερα, είναι μία ακόμη ενδεικτική περίπτωση του αδιέξοδου στρατηγικού ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας. Οι ελληνικές παθογένειες όπως εκφράζονται και μέσα από τις δικαστικές προσφυγές και τοπικές αντιδράσεις συνοδεύουν και το έργο της μεγάλης διασύνδεσης της Κρήτης με την Αττική. Η εμβληματική διασύνδεση, κόστους 1,1 δισ. ευρώ, που τέθηκε σε εμπορική λειτουργία τον Δεκέμβριο του 2025, τουλάχιστον μέχρι και το 2027 θα λειτουργεί σε περιορισμένη δυναμικότητα καθώς οι αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής δεν έχουν επιτρέψει στον ΑΔΜΗΕ την ολοκλήρωση της γραμμής μεταφοράς Δαμάστας – Χανίων για την αναβάθμιση του εσωτερικού δικτύου της Κρήτης. Αυτή είναι απαραίτητη για την ασφαλή λειτουργία της διασύνδεσης στο 100% της δυναμικότητάς της.

