Η συζήτηση για το ποιοι είναι οι κατάλληλοι φόροι σε μια οικονομία δεν θα λείψει ούτε το 2026. Επειτα από μια σχεδόν πενταετία που η δημόσια αντιπαράθεση κινήθηκε λόγω πληθωρισμού γύρω από τους φόρους στην κατανάλωση και για το αν θα έπρεπε ή όχι να μειωθούν, είναι σαφές ότι υπάρχει ένα ιδιαίτερα ευρύ πεδίο συζήτησης. Ως συνήθως ωστόσο στην Ελλάδα, η επιχειρηματολογία περιορίζεται στην ανάγκη μείωσης ή όχι κάποιων συντελεστών, χωρίς σαφή στόχευση.
Κι όμως, ο κόσμος προχωράει με νέες ιδέες, ακόμα και για την άβολη συζήτηση περί φόρων. Εδώ και πάνω από μία δεκαετία περισσότερες από 85 χώρες εφαρμόζουν φόρους σε ζαχαρούχα ροφήματα (sugar tax) ως δημόσια πολιτική υγείας με στόχο τη μείωση της παχυσαρκίας και του διαβήτη, ενώ ορισμένες συζητούν ανάλογους φόρους και για τα λιπαρά ή το αλάτι (fat tax).
Από το Μεξικό (από τις πρώτες χώρες το 2014), μέχρι τη Μεγάλη Βρετανία (από το 2018 εισήγαγε φόρο στα αναψυκτικά) έχουν ληφθεί μέτρα με τη μορφή φόρου. Στη Γαλλία εφαρμόζεται μια διάταξη για τον περιορισμό της απεριόριστης κατανάλωσης αναψυκτικών στα εστιατόρια, ενώ στη Γερμανία ήδη σκέπτονται να εισαγάγουν τέτοιους φόρους, καθώς ο μισός πληθυσμός των ενήλικων πολιτών είναι υπέρβαρος, επιβαρύνοντας σημαντικά το σύστημα υγείας της χώρας. Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ για τη Γερμανία, η μείωση των θερμίδων στα ανθυγιεινά τρόφιμα κατά μόλις 20% έχει υπολογιστεί ότι θα μπορούσε να αυξήσει την απασχόληση και την παραγωγικότητα στη χώρα κατά περίπου 30.000 εργαζομένους πλήρους απασχόλησης ετησίως.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποφάσισαν να εφαρμόσουν έναν κλιμακωτό φόρο στα ροφήματα ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε ζάχαρη. Πριν από μερικές εβδομάδες και στη Μεγάλη Βρετανία το πακέτο μέτρων που έφερε η κυβέρνηση των Εργατικών προέβλεπε φόρο για τα εμφιαλωμένα μιλκσέικ, λόγω της περιεκτικότητάς τους σε ζάχαρη.
Στην Ελλάδα, αντίθετα με όλες αυτές τις χώρες, δεν υπάρχει επίσης ειδικός νόμος ή φόρος που να φορολογεί απευθείας τη ζάχαρη ή τα ζαχαρούχα ροφήματα, όπως γίνεται σε άλλες χώρες. Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις ακόμα και στις χειρότερες μέρες της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, όταν αναζητούνταν συνεχώς νέοι φόροι για να κλείσει μια αξιολόγηση, στους φόρους υπέρ υγείας αντιστάθηκαν. Θα μπορούσαν να μειώσουν άλλους αυξάνοντας αυτούς που αποδεδειγμένα κάνουν κακό στην υγεία, αλλά δεν το έκαναν.
Τα τελευταία χρόνια, ο ΟΟΣΑ σχεδόν σε κάθε του έκθεση για την Ελλάδα προτείνει να επεκταθούν οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης που υπάρχουν ήδη σε καύσιμα και τσιγάρα, και σε τρόφιμα που είναι πλούσια σε ζάχαρη, αλάτι και λιπαρά τα οποία συνδέονται με υψηλότερους κινδύνους για την υγεία. Η επιβολή ενός τέτοιου φόρου θα στήριζε την προσπάθεια να κατευθυνθούν οι καταναλωτές προς υγιεινότερες επιλογές και να μειωθεί η κατανάλωση ανθυγιεινών προϊόντων.
Οι φόροι ζάχαρης ή αργότερα οι φόροι λίπους δεν είναι απλά ένας ακόμα φορολογικός συντελεστής. Είναι βέβαιο ότι έχουν πολιτικό κόστος, καθώς επηρεάζουν προς τα πάνω την τελική τιμή στο ράφι. Μόνο που αυτός είναι ο στόχος, προκειμένου να μειωθεί η κατανάλωση ανθυγιεινών τροφών και να πιεστούν οι παραγωγοί να μειώσουν τα ποσοστά τους στα τρόφιμα. Και βέβαια να δημιουργηθούν έσοδα που μπορούν να επανεπενδυθούν σε πολιτικές υγείας ή να μειώσουν άλλους φόρους…

