Συγκέντρωση του λιανεμπορίου –τροφίμων και μη– σε λιγότερες και μεγαλύτερες αλυσίδες προκαλούν οι συνθήκες μόνιμης κρίσης στην κατανάλωση, με τις μικρότερες επιχειρήσεις του κλάδου να δυσκολεύονται να αντέξουν το αυξημένο κόστος και να προσαρμοστούν στις ποικίλες αλλαγές της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Ακόμη κι αν στη δύση του 2025 ανακοινώθηκε και επισήμως η διάλυση του «αρραβώνα» ανάμεσα στη Retail & More του ομίλου AVE και στον όμιλο Bazaar για την απόκτηση από την πρώτη του 40% της δεύτερης, αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία της συγκέντρωσης στον κλάδο των σούπερ μάρκετ θα ανακοπεί.
Κατ’ αρχάς μέσα στις επόμενες ημέρες αναμένεται υπογραφή δεσμευτικής συμφωνίας ανάμεσα στις αλυσίδες «Μασούτης» και «Κρητικός», με τη δεύτερη να περνάει στον έλεγχο της πρώτης, μια συμφωνία η οποία αναμένεται να επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις στα μερίδια αγοράς του κλάδου. Κι αυτό διότι η συγκεκριμένη συγκέντρωση είναι η πρώτη μέσα στην τρέχουσα δεκαετία που αφορά δύο πολύ μεγάλους «παίκτες» του κλάδου και έρχεται σχεδόν μία οκταετία μετά τις δύο προηγούμενες μεγάλες συγκεντρώσεις (My Market – Βερόπουλος και Σκλαβενίτης – Μαρινόπουλος), στις οποίες καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η οικονομική κρίση.
Οι επιταχυντές της συγκέντρωσης στην παρούσα φάση είναι η πίεση στα περιθώρια κέρδους, το αυξημένο λειτουργικό κόστος, αλλά και οι απαιτήσεις των καταναλωτών, και ειδικά των νεότερων, που επιθυμούν μια πιο σύγχρονη αγοραστική εμπειρία τόσο στο φυσικό όσο και στο ηλεκτρονικό κατάστημα. Για την Ελλάδα, όπως είχε επισημάνει πρόσφατα και ο Αριστοτέλης Παντελιάδης, ένας λογικός αριθμός είναι 4-6 αλυσίδες σούπερ μάρκετ, αριθμός μάλιστα που συναντάται και σε μεγαλύτερες από την ελληνική ευρωπαϊκές αγορές. Το πιθανότερο, πάντως, μέσα στη χρονιά είναι ότι οι άλλες συγκεντρώσεις που θα δούμε θα αφορούν την εξαγορά μεσαίων και μικρών εταιρειών από μεγαλύτερες, με την έμφαση να δίνεται στην περιφέρεια και σε μεγάλο βαθμό σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς. Ολες οι μεγάλες αλυσίδες, άλλωστε, επιζητούν να ενισχύσουν την παρουσία τους στην Κρήτη και σε άλλα νησιά, δεδομένου του γεγονότος ότι τα δύο τελευταία καλοκαίρια καταγράφεται έντονη αύξηση του τζίρου των σούπερ μάρκετ στις περιοχές αυτές, καθώς Ελληνες και ξένοι τουρίστες επιλέγουν να μαγειρέψουν και να φάνε εντός των καταλυμάτων, αντί σε εστιατόρια.
Μέσα από την εξαγορά μικρών αλυσίδων, οι μεγάλοι «παίκτες» του κλάδου επιδιώκουν εξάλλου να διεισδύσουν και στη λεγόμενη μικρή λιανική, με τα εξελιγμένα πλέον δίκτυα μίνι μάρκετ να εκτοπίζουν τα περίπτερα. Η «εξόντωση» των τελευταίων μπορεί να ξεκίνησε την εποχή της πανδημίας, απόρροια των lockdowns, επιταχύνθηκε όμως τόσο από την εμπλοκή στη μικρή λιανική των παραδοσιακών «παικτών» του λιανεμπορίου (επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ) όσο και από τη συμμετοχή πλέον στην κατηγορία αυτή ηλεκτρονικών πλατφορμών, αλλά και επιχειρηματικών ομίλων άλλων κλάδων, ακόμη και της ενέργειας.
Ενδεικτικά των προοπτικών ανάπτυξης που έχει για τις επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ τόσο η δραστηριοποίησή τους στα νησιά όσο και η ισχυροποίησή τους στη μικρή λιανική είναι τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών αγοράς Circana για το 11μηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2025. Οι περιοχές στις οποίες καταγράφηκε η μεγαλύτερη αύξηση πωλήσεων είναι τα νησιά και η Κρήτη, 9,5% και 7,4% αντιστοίχως, με τις εν λόγω περιοχές να συνεισφέρουν στον συνολικό τζίρο των σούπερ μάρκετ κατά 9,2% και 7,4% αντιστοίχως. Το καλοκαίρι ειδικά, η συμμετοχή τους στον συνολικό τζίρο των σούπερ μάρκετ πλησιάζει πλέον το 20%, από 16,5% τέσσερα χρόνια πριν. Οσον αφορά τη μικρή λιανική, δεν είναι τυχαίο ότι τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης, 6,8%, κατέγραψαν στο 11μηνο τα πολύ μικρά καταστήματα (κάτω από 400 τ.μ.) και τα πολύ μεγάλα (πάνω από 2.500 τ.μ.), με τα πολύ μικρά όμως να έχουν μεγαλύτερη συνεισφορά στον συνολικό τζίρο του κλάδου (12,1% έναντι 11,7% που έχουν τα υπερμάρκετ).
Την ίδια ώρα, η πίεση που ασκείται στις άλλες κατηγορίες του λιανεμπορίου (ένδυση, υπόδηση, οικιακός εξοπλισμός) από το γεγονός ότι οι δαπάνες για τρόφιμα και στέγαση «ροκανίζουν» το εισόδημα καθιστά πιο ισχυρές τις μεγάλες αλυσίδες, εγχώριες και πολυεθνικές.
Το παραπάνω αποτυπώνεται και στα αναλυτικά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για την εξέλιξη του τζίρου στο λιανικό εμπόριο, αναλόγως του μεγέθους των επιχειρήσεων. Ετσι, ενώ στο γ΄ τρίμηνο του 2025 ο τζίρος συνολικά των επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου ενισχύθηκε κατά 3% σε σύγκριση με το γ΄ τρίμηνο του 2024, η αύξηση στην περίπτωση των μεσαίων επιχειρήσεων ήταν 6,2%, έναντι αύξησης μόλις 0,1% για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και μείωσης τζίρου 2,1% για τις μικρές επιχειρήσεις. Παρόμοια είναι η εικόνα και όσον αφορά τα στοιχεία του λιανεμπορίου εκτός των κλάδων οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων. Συνολικά ο τζίρος κατά το γ΄ τρίμηνο του 2025 σε σύγκριση με το γ΄ τρίμηνο του 2024 ενισχύθηκε κατά μόλις 2,8%, με την αύξηση όμως για τις μεσαίες επιχειρήσεις να είναι 5,8%, αλλά για τις μικρές και τις πολύ μικρές 1% και 0,6% αντιστοίχως.

