Το 2026 θα είναι η τελευταία χρονιά του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο υπουργός Κυριάκος Πιερρακάκης, στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής, ανακοίνωσε εντυπωσιακούς αριθμούς: Η Ελλάδα φιλοδοξεί να απορροφήσει 17 δισ. μέσα σε ένα χρόνο, το 30% του συνολικού ελληνικού προγράμματος. Το ποσό είναι τεράστιο. Το ελληνικό πρόγραμμα είναι οπισθοβαρές, αλλά ο πρόεδρος του Eurogroup γνωρίζει ότι αυτό συμβαίνει και με άλλα κράτη-μέλη. Επιπλέον, οι επιτροπές της Κομισιόν είναι αισιόδοξες. Πολύ για την εκταμίευση των χορηγήσεων, λιγότερο για τη χρήση των δανείων. Στους αριθμούς αυτούς ο υπουργός Οικονομίας προσθέτει την εντυπωσιακή πρόβλεψη της αύξησης των επενδύσεων –46 δισ. για το 2026– με 60% προέλευση από τον ιδιωτικό τομέα.
Ως συνήθως, οι αριθμοί αιχμαλωτίζουν τη δημόσια συζήτηση. Αρκούν όμως για να περιγράψουν και να σχηματοποιήσουν μια εθνική επενδυτική στρατηγική; Μια ματιά στο πρόσφατο παρελθόν αποκαλύπτει σοβαρές αδυναμίες που βρίσκονται στη σκιά της δημόσιας συζήτησης.
Η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί το 70% του ΑΕΠ, έναντι του 53% της Ευρωζώνης. Παρά την αύξηση των επενδύσεων (60% συνολικά μεταξύ 2019-2025), η αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου είναι χαμηλότερη από τις προβλέψεις. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις περιορίζονται σε εξαγορά υπαρχουσών επιχειρήσεων. Οσες οδεύουν στη μεταποίηση αναφέρονται στον τουρισμό και την εστίαση, δηλαδή σε τομείς αυξημένου ρίσκου (εξωγενείς παράγοντες, κλιματική κρίση). Η όποια αύξηση των επενδύσεων του 2023-2024 οδηγήθηκε σε κατασκευές και κατοικίες σε ποσοστό πάνω από 85% (ΤτΕ – ΙΟΒΕ).
O υπουργός Οικονομίας απαντώντας σε ερώτηση για την ελλιπή παρουσία παραγωγικών επενδύσεων σε νέες περιοχές (greenfield investment) αναφέρθηκε στις αντικειμενικές δυσκολίες ωρίμανσης τέτοιων έργων και στο προϋπάρχον δύσκολο επενδυτικό κλίμα. Δυστυχώς, η σχετική δημόσια συζήτηση είναι ελλιπής (και όχι μόνο με ευθύνη της κυβέρνησης). Τι λείπει; Για να αποκτήσει περισσότερη ουσία, είναι ανάγκη να επικεντρωθεί στην ποιότητα των επενδύσεων, στις επιπτώσεις τους στην ευρύτερη οικονομία και στη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Ορισμένες σκέψεις:
Μια εθνική επενδυτική στρατηγική χρειάζεται σαφείς προτεραιότητες που να αποτυπώνονται στις πολιτικές αποφάσεις για τις δημόσιες χρηματοδοτήσεις και τη διευκόλυνση των ιδιωτικών. Ισχυρίζομαι ότι χρειάζεται να προταχθούν: Η πράσινη μετάβαση και ο ψηφιακός μετασχηματισμός με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Η ανάπτυξη αμυντικής τεχνολογίας και παραγωγής. Η απόκτηση υποδομών για την εξασφάλιση ανθεκτικότητας, ιδιαιτέρως σε ευάλωτες περιοχές. Η εκπαίδευση και κατάρτιση των νέων για να έχουν αξιοπρεπή εργασία.
Για να εξασφαλισθεί το καλύτερο δυνατό αποτύπωμα αυτής της στρατηγικής χρειάζονται μεταρρυθμίσεις. Τις επιβάλλουν οι αδυναμίες του πρόσφατου παρελθόντος. Σημειώνω τέσσερις που θεωρώ κυριότερες:
Μια εθνική επενδυτική στρατηγική χρειάζεται σαφείς προτεραιότητες που να αποτυπώνονται στις πολιτικές αποφάσεις για τις δημόσιες χρηματοδοτήσεις και τη διευκόλυνση των ιδιωτικών.
Για την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων μεγάλο κενό συνιστά η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή, με απουσία χωροταξικού και παραγωγικού σχεδιασμού, καινοτομίας και κινήτρων. Είναι αναγκαία η μεταρρύθμιση του πρωτογενούς τομέα, όπου «η πολύ χαμηλή παραγωγικότητα ακυρώνει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας» (ΤτΕ). Απαιτείται επίσης η παραπέρα επέκταση της ψηφιοποίησης και στις οικονομικές συναλλαγές, η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας (Δημοσίου και τραπεζών), η επιτάχυνση της απόδοσης της δικαιοσύνης (πέρα από τα θετικά βήματα που έχουν γίνει) και η απλούστευση του φορολογικού συστήματος με την επανεξέταση των πολλών περιπτωσιολογικών απαλλαγών.
Τα οφέλη της ανάπτυξης είναι ανάγκη να διαχυθούν στην ευρύτερη κοινωνία. Αυτό προς το παρόν δεν συμβαίνει. «Παρά την αύξηση της απασχόλησης και των ονομαστικών εισοδημάτων, η αγοραστική δύναμη παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη» (ΤτΕ). Οι διεθνείς δείκτες (AROPE, GINI) το επιβεβαιώνουν. Ο κίνδυνος κοινωνικού αποκλεισμού, αν και βελτιώθηκε, είναι ο τρίτος υψηλότερος στην Ευρώπη. Η εισοδηματική ανισότητα παραμένει σταθερή, αλλά πάντα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Γιατί; Οι αυξημένες τιμές (ενοίκια, υπηρεσίες, διατροφή) είναι στη ρίζα του προβλήματος. Εξίσου όμως και περισσότερο βαραίνει η άδικη κατανομή των φορολογικών βαρών, με υπερφορολόγηση της εργασίας, με αποσύνδεση της φορολογικής κλίμακας από τον πληθωρισμό και με προκλητική υποφορολόγηση των μερισμάτων. Το ελληνικό κράτος εισπράττει το 40,7% της φορολογίας από έμμεσους φόρους (μέσος όρος ΟΟΣΑ 31,4) και μόνο το 7,4% από φορολογία κερδών (μ.ό. ΟΟΣΑ 23,7%). Μια σοβαρή φορολογική μεταρρύθμιση (και μια λογική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών) είναι επιβεβλημένη.
Η αντιμετώπιση των αυξημένων κινδύνων λόγω της κλιματικής κρίσης και των γεωπολιτικών εξελίξεων είναι επίσης αναγκαία. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα που πυκνώνουν, σε πείσμα των αρνητών της κλιματικής αλλαγής, η διασυνδεσιμότητα των δυσπρόσιτων και νησιωτικών περιοχών, η λογική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών μπορούν να συζητηθούν εδώ.
Τέλος, το επενδυτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να αγνοεί το ενδεχόμενο δημιουργίας νέων εξαρτήσεων από τρίτες χώρες, σε τομείς όπως η ενέργεια ή οι μεταφορές. Η ανάγκη συμμετοχής της Ελλάδας σε δίκτυα, διαδρόμους, πρωτοβουλίες διαλόγου με πολυμερή στόχευση, προβάλλει επιτακτική.
Για τα θέματα αυτά είναι ανάγκη να ανοίξει μια περισσότερο ουσιαστική συζήτηση μεταξύ πολιτικών δυνάμεων, αλλά όχι μόνο. Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της παρούσας πολιτικής συγκυρίας και τις συνεχείς εντάσεις και άλλοι –όπως οι κοινωνικές οργανώσεις, οι δεξαμενές σκέψης, τα πανεπιστήμια και τα κοινωνικά ιδρύματα– μπορούν να συνεισφέρουν με προτάσεις. Ενα είναι πάντως βέβαιο: οι αριθμοί της επενδυτικής δραστηριότητας είναι καλοδεχούμενοι γιατί μας απομακρύνουν από το παρελθόν της κρίσης. Αλλά δεν αρκούν.
*Η κ. Μαρία Δαμανάκη είναι σύμβουλος για το κλίμα και τη θαλάσσια πολιτική, πρώην επίτροπος Ε.Ε.

