Σε 1,77 δισ. ευρώ διαμορφώνονται τα κεφάλαια που κινητοποιούνται σήμερα στην αγορά για την υλοποίηση έργων λειτουργικής, αισθητικής και ενεργειακής αναβάθμισης παλαιών κατοικιών. Αυτό είναι το άθροισμα των επιμέρους προγραμμάτων που «τρέχουν», συμπεριλαμβάνοντας και τη νέα πρωτοβουλία για τη διάθεση κονδυλίων 400 εκατ. ευρώ για έργα ανακαίνισης παλαιών κατοικιών που στη συνέχεια θα εκμισθωθούν. Στόχος είναι αφενός μεν η αναβάθμιση του όλο και πιο γερασμένου κτιριακού αποθέματος, αφετέρου δε η διευκόλυνση νοικοκυριών για την επισκευή και ανακαίνιση των παλαιών κατοικιών τους, ώστε να τις διαθέσουν στην αγορά προς ενοικίαση.
Με βάση τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής του 2021, από 6,6 εκατ. κατοικίες, μόλις οι 770.000 ή 11,6% έχουν κατασκευαστεί από το 2001 και μετά, είναι δηλαδή έως 25 ετών. Αντιθέτως, από το 1945 έως το 1980 έχουν κατασκευαστεί 1,94 εκατ. κατοικίες, σχεδόν το 30% του συνόλου, που χρήζουν εκτεταμένων αναβαθμίσεων, καθώς στερούνται μονώσεων και σύγχρονων συστημάτων θέρμανσης.
Αλλο ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι πανελλαδικά υπολογίζεται ότι υπάρχουν 700.000 έως 900.000 κενά διαμερίσματα (κύριες κατοικίες). Στην Αττική το 77% των κλειστών διαμερισμάτων είναι κατασκευής άνω των 35 ετών, εκ των οποίων περίπου 50% βρίσκονται σε πολυκατοικίες.
Με βάση τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής του 2021, από 6,6 εκατ. κατοικίες, μόλις οι 770.000 ή 11,6% έχουν κατασκευαστεί από το 2001 και μετά.
Πολλά από αυτά τα ακίνητα, όσα δεν ανήκουν πλέον σε τράπεζες και servicers (εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων), βρίσκονται στην κατοχή ανθρώπων που είτε ζουν σε άλλες πόλεις της χώρας, είτε στο εξωτερικό, ή ακόμα και ηλικιωμένων, χωρίς πόρους. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: άδεια σπίτια χωρίς προοπτική επισκευής και αξιοποίησης. Αλλα πάλι ακίνητα έχουν υποστεί φθορές, όχι μόνο προϊόντος του χρόνου, αλλά και από προβληματικούς ενοικιαστές, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες τους να τα κρατούν συνειδητά εκτός αγοράς.
Προκειμένου να δοθούν κίνητρα και να «ξεκλειδωθούν» σπίτια, που είναι και το βασικό ζητούμενο, η κυβέρνηση φέρνει από το 2026 στην αγορά ένα νέο πρόγραμμα επιδότησης ανακαινίσεων παλαιών κατοικιών. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σημαντικά ενισχυμένο πρόγραμμα σε σχέση με το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», η αποδοχή του οποίου φαίνεται πως «έδειξε τον δρόμο» για το νέο πρόγραμμα που θα εξειδικευτεί και θα «τρέξει» τους επόμενους μήνες. Το νέο πρόγραμμα, ύψους 400 εκατ. ευρώ, θα καλύπτει έως το 90% της δαπάνης (σε περιπτώσεις πολυτέκνων) και ποσά επιδότησης έως 36.000 ευρώ και θα αφορά κατά προτεραιότητα τα παλαιά και τα κλειστά σπίτια.
Πανελλαδικά υπολογίζεται ότι υπάρχουν 700.000 έως 900.000 κενά διαμερίσματα – Στην Αττική το 77% των κλειστών διαμερισμάτων είναι κατασκευής άνω των 35 ετών.
Στην πράξη θα χορηγείται επιδότηση έως 300 ευρώ/τ.μ. (περίπου το 50%-60% του κόστους μιας πλήρους ανακαίνισης), ενώ επιλέξιμες θα είναι παλαιές (προ του 1990) και κλειστές κατοικίες κατά προτεραιότητα, επιφάνειας έως 120 τ.μ. Θα ισχύουν φυσικά και εισοδηματικά κριτήρια, καθώς ο στόχος του προγράμματος αυτού είναι κυρίως να διευκολυνθούν νοικοκυριά που αδυνατούν οικονομικά να επισκευάσουν τα ακίνητά τους. Ετσι, αναμένονται όρια ετήσιου εισοδήματος 25.000 ευρώ για άγαμους και 35.000 ευρώ για ζευγάρια, προσαυξανόμενο κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Για τις μονογονεϊκές οικογένειες το ποσό θα αυξάνεται σε 39.000 ευρώ, πλέον 5.000 ευρώ ανά παιδί πέραν του πρώτου. Οι δαπάνες που θα χρηματοδοτούνται θα είναι κυρίως εργασίες ανακαίνισης (σε ποσοστό 80%) και κατά 20% ενεργειακής αναβάθμισης.
Το σημαντικό στοιχείο είναι ασφαλώς ότι το πρόγραμμα αυτό δεν αφορά ιδιοκατοικούμενα ακίνητα, αλλά ακίνητα που θα διατεθούν προς μακροχρόνια εκμίσθωση (τουλάχιστον πέντε ετών). Εν τω μεταξύ, αν το πρόγραμμα αυτό συνδυαστεί και με τη ρύθμιση του μέτρου της τριετούς φοροαπαλλαγής για κενά ακίνητα που συνάπτουν μακροχρόνια συμβόλαια μίσθωσης, τότε το όφελος για τους ιδιοκτήτες θα είναι διπλό, καθώς από τη μια πλευρά θα επιδοτούνται για την ανακαίνιση και από την άλλη πλευρά δεν θα πληρώνουν φόρο εισοδήματος για την πρώτη τριετία μίσθωσης.
Σύμφωνα με την ΠΟΜΙΔΑ, «απαραίτητα στοιχεία για την επιτυχία του νέου προγράμματος είναι η θέσπιση μικρού διαστήματος κενότητας, η μείωση της γραφειοκρατίας και του χρόνου εκταμίευσης και οι σωστές ρυθμίσεις για τα επιμέρους ποσοστά επιδότησης κάθε κατηγορίας ενδιαφερομένων». Οπως έχει τονίσει και ο κ. Στράτος Παραδιάς, πρόεδρος της ΠΟΜΙΔΑ, «το 58% των κατοικιών της χώρας έχει χτιστεί πριν από τη δεκαετία του 1980 και σήμερα η μέση ελληνική οικογένεια δεν διαθέτει τους πόρους να προβεί σε ανακαινίσεις».
Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι στιγμής οι πολίτες φαίνεται να επιλέγουν προγράμματα που επιδοτούν ανακατασκευές και αναβαθμίσεις κατοικιών και όχι δανεισμό. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου», ύψους 400 εκατ. ευρώ, μετά την ολοκλήρωση του πρώτου χρόνου εφαρμογής του κατόρθωσε να συγκεντρώσει μόλις 3.698 αιτήσεις, με ποσοστό απορρόφησης μόλις 17,25%. Δηλαδή, από τα 400 εκατ. ευρώ που είναι διαθέσιμα, δεσμεύτηκαν μόλις τα 69 εκατ. ευρώ.
Το πρόγραμμα αφορά τη χορήγηση άτοκου δανείου ύψους από 5.000 ευρώ (ελάχιστο ποσό) έως 25.000 ευρώ (μέγιστο) και δεν υπάρχουν ηλικιακά ή εισοδηματικά κριτήρια. Η διάρκεια του δανείου ορίζεται μεταξύ 3 και 7 ετών και στόχο έχει να ωφεληθούν πάνω από 20.000 ενδιαφερόμενοι για την ενεργειακή αναβάθμιση του ακινήτου τους, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωτικό αυτό να είναι πρώτη κατοικία ή ιδιοκατοικούμενο. Μπορεί, δηλαδή, να αφορά και κάποια εξοχική κατοικία.
Συνωστισμός ιδιοκτητών για το «Εξοικονομώ»
Πολύ υψηλό παραμένει το ενδιαφέρον για τα προγράμματα της κατηγορίας «Εξοικονομώ», παρά τις «παραφωνίες» που παρατηρούνται, κυρίως με τις μεγάλες καθυστερήσεις εκταμίευσης των σχετικών ποσών και τον όγκο της γραφειοκρατίας.
Τον προηγούμενο μήνα σημειώθηκαν δύο σημαντικές εξελίξεις στο «Εξοικονομώ» του 2025. Κατ’ αρχάς αυξήθηκε κατά 113% το ποσό που θα διατεθεί, από τα 434 εκατ. ευρώ στα 924 εκατ. ευρώ, προκειμένου να ικανοποιηθεί η πολύ υψηλή ζήτηση, μια κι έχουν κατατεθεί ήδη περίπου 55.000 αιτήσεις. Παράλληλα δόθηκε και μια σημαντική παράταση χρόνου για την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων, με το σχετικό περιθώριο να μετατίθεται μέχρι τις 31 Μαΐου 2026.
Ακόμα κι έτσι, βέβαια, ο χρόνος δεν είναι «σύμμαχος» των ενδιαφερομένων, καθώς εκτός από την ενεργειακή αναβάθμιση κάθε ακίνητο καλείται να εκδώσει και την ηλεκτρονική ταυτότητα κτιρίου, κάτι που μεταφράζεται σε τακτοποίηση κάθε επιμέρους αυθαιρεσίας ή κάθε λάθους καταμέτρησης/δήλωσης επιφανειών, μια διαδικασία η οποία συνήθως απαιτεί σημαντικό χρόνο και φυσικά κόστος για να ολοκληρωθεί.
Ηδη, πάντως, με σχετική απόφαση του υπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας στις 10 Δεκεμβρίου, εγκρίθηκε η υπαγωγή 20.840 ωφελουμένων πανελλαδικά, των οποίων οι αιτήσεις έχουν συνολική επιδότηση (δέσμευση) 464,9 εκατ. ευρώ και συνολικό επιλέξιμο προϋπολογισμό δαπανών και λοιπών δαπανών 586,7 εκατ. ευρώ, καλύπτοντας τόσο παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας όσο και λοιπές δαπάνες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των έργων.
Μέσω των προγραμμάτων της περιόδου 2019-2024 έχουν υλοποιηθεί εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης σε 140.000 ακίνητα.
Υπενθυμίζεται ότι στόχος του προγράμματος είναι η επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας τουλάχιστον 30% για κάθε συμμετέχοντα και η βελτίωση της ενεργειακής κλάσης του σπιτιού κατά τουλάχιστον τρεις κατηγορίες. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να υπάρχει Α΄ Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης (Α΄ ΠΕΑ) που να έχει εκδοθεί από 1/1/2022 και μετά και να αποδεικνύει ότι η κατοικία είναι ενεργειακά χαμηλής κατηγορίας. Ταυτόχρονα προβλέπεται η στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών μέσω αυξημένων επιχορηγήσεων.
Μέσω των προγραμμάτων που «έτρεξαν» την περίοδο 2019-2024 έχουν υλοποιηθεί εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης σε 140.000 ακίνητα. Τα δε κεφάλαια που έχουν δεσμευτεί και διατίθενται σταδιακά μέσω επιδοτήσεων εκτιμάται ότι προσεγγίζουν τα 2,5 δισ. ευρώ, υπολογίζοντας και το πρόγραμμα του 2025.
Ασφαλώς τα νούμερα αυτά εξακολουθούν να αποτελούν «σταγόνα στον ωκεανό», με δεδομένο ότι το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) αλλά και η κοινοτική οδηγία που ψηφίστηκε πέρυσι για τη μείωση των εκπομπών ρύπων από τα κτίρια σε πανευρωπαϊκό επίπεδο επιτάσσουν πολύ πιο φιλόδοξους στόχους. Στο ΕΣΕΚ γίνεται λόγος για αναβαθμίσεις 400.000 κατοικιών μέχρι το 2030, με την έμφαση να δίνεται προφανώς στις κατοικίες που σήμερα τοποθετούνται στις δύο χαμηλότερες κατηγορίες του ενεργειακού πιστοποιητικού.
Σε πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ για την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες επενδύσεις προς αυτή την κατεύθυνση αναμένεται να συνεισφέρουν σε ετήσια βάση 961 εκατ. ευρώ στο ΑΕΠ της χώρας για την περίοδο από το 2025 μέχρι το 2050, ή 24 δισ. ευρώ συνολικά. Σε όρους απασχόλησης, προβλέπεται μέση ετήσια συνεισφορά 28.280 θέσεων εργασίας. «Οσο μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή της εγχώριας παραγωγής στις επενδύσεις ενεργειακής αναβάθμισης, τόσο πιο θετικά θα είναι τα (βραχυπρόθεσμα) αναμενόμενα αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία σε όρους ενίσχυσης του ΑΕΠ, των θέσεων εργασίας και των φορολογικών εσόδων», επισημαίνει το ΙΟΒΕ. Παράλληλα σημειώνεται ότι για κάθε επένδυση 1 εκατ. ευρώ, η επίδραση στο ΑΕΠ, στην απασχόληση και στα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου είναι μεγαλύτερη για τις παρεμβάσεις ενίσχυσης της θερμομόνωσης σε κτίρια και ακολούθως για τις επενδύσεις εγκατάστασης ηλιοθερμικών συστημάτων και αντικατάστασης των κουφωμάτων παλαιών κτιρίων. Στον αντίποδα, αρκετά μικρότερη, συγκριτικά, υπολογίζεται η επίδραση επενδύσεων για την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας.

