Το κυρίαρχο θέμα στις αγορές φέτος ήταν οι μετασχηματιστικές δυνατότητες της τεχνολογίας. Από την υποδομή cloud έως την τεχνητή νοημοσύνη, οι δαπάνες πληροφορικής έχουν αυξηθεί σε επίπεδα που σπάνια έχουν παρατηρηθεί στο παρελθόν και οι αγορές μετοχών έχουν ανταμείψει εταιρείες που βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της τάσης, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, πίσω από τους τίτλους κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα: οι επενδύσεις στην τεχνολογία μεταφράζονται αυτόματα σε βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη;
Οι πρόσφατοι νομπελίστες προτείνουν ότι η τεχνολογία δεν είναι πεπρωμένο. Επιτυγχάνει πρόοδο μόνο όταν υποστηρίζεται από γνώσεις, θεσμούς και κίνητρα. Ο Τζοέλ Μοκίρ, που τιμήθηκε το 2025, εξήγησε γιατί η Βιομηχανική Επανάσταση παρήγαγε διαρκή ευημερία, επισημαίνοντας την εφαρμοσμένη γνώση, τη μηχανική ικανότητα και τους ανοιχτούς θεσμούς. Ο Φιλίπ Αγκιόν και ο Πίτερ Χάουιτ επέκτειναν αυτή τη σκέψη επισημοποιώντας την έννοια της δημιουργικής καταστροφής του Σουμπέτερ, δείχνοντας ότι η ανάπτυξη εξαρτάται από τη συνεχή καινοτομία και την αντικατάσταση ξεπερασμένων τεχνολογιών. Οι περυσινοί νικητές, Ντάρον Ατζέμογλου, Σάιμον Τζόνσον και Τζέιμς Ρόμπινσον, πρόσθεσαν μια κρίσιμη εικόνα: οι πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί χωρίς αποκλεισμούς αποτελούν το θεμέλιο της ευρείας προόδου.
Ο Τζοέλ Μοκίρ εξηγεί γιατί η ανάπτυξη μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα προόδου. Κατά τη σκέψη του, η διατηρήσιμη ευημερία στηρίζεται σε τρία στοιχεία: εφαρμοσμένη γνώση, μηχανική ικανότητα και ανοιχτούς θεσμούς.
Η γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Πολλές κοινωνίες είχαν λαμπρές ιδέες, αλλά δεν τις μετέτρεψαν ποτέ σε παραγωγική δύναμη. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η ικανότητα να εφαρμόζεις τη γνώση μέσα από δεξιότητες, εργαλεία, υποδομές. Ενα σύγχρονο παράδειγμα είναι η μπαταρία LFP: η εφεύρεση έγινε στην Κορέα και την Ιαπωνία, αλλά η Κίνα ήταν αυτή που διέθετε τον συνδυασμό ικανότητας και θεσμών για να τη μετατρέψει σε παγκόσμια επιτυχία.
Το ίδιο ισχύει και σήμερα με την πληροφορική. Οι μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν δυνατότητες, αλλά χωρίς ανθρώπινο κεφάλαιο, διαδικασίες και διαφάνεια, μένουν ανενεργές. Και όταν λίγες πλατφόρμες κυριαρχούν στην αγορά, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Μπορούν οι νέοι παίκτες και οι ανατρεπτικές ιδέες να βρουν χώρο ή εγκλωβίζονται πριν καν δοκιμαστούν;
Η ανάπτυξη
Ο Φιλίπ Αγκιόν και ο Πίτερ Χάουιτ έδωσαν θεωρητική μορφή σε αυτό που ο Σουμπέτερ διαισθανόταν: ότι η οικονομική πρόοδος δεν είναι μια γραμμική πορεία, αλλά μια αδιάκοπη διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής». Η ανάπτυξη προκύπτει όταν το νέο αντικαθιστά το παλιό, όταν η καινοτομία δεν προστίθεται ως συμπλήρωμα, αλλά ανατρέπει τις καθιερωμένες δομές. Η διαδικασία αυτή, φυσικά, δεν είναι ανώδυνη. Νέες τεχνολογίες εκτοπίζουν τις παλιές, ορισμένοι κλάδοι συρρικνώνονται ενώ άλλοι αναπτύσσονται, και οι εργαζόμενοι χρειάζονται επανειδίκευση για να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις. Οι οικονομίες που το διαχειρίζονται επιτυχημένα είναι εκείνες που επενδύουν σε δεξιότητες και δημιουργούν δίκτυα ασφαλείας, ώστε η μετάβαση να μην αφήνει μεγάλες ομάδες πολιτών πίσω.
Στη σημερινή ψηφιακή εποχή, κατά τον Αγκιόν και τον Χάουιτ, οι επενδύσεις στην πληροφορική δεν αρκεί να δημιουργούν υποδομές· πρέπει να ενεργοποιούν την αντικατάσταση ξεπερασμένων μοντέλων. Αυτό απαιτεί πραγματικό ανταγωνισμό, χαμηλά εμπόδια εισόδου και οικοσυστήματα που επιτρέπουν στις νεοφυείς επιχειρήσεις και στους νέους παίκτες να αναπτυχθούν. Χωρίς αυτό το πλαίσιο, η καινοτομία μένει εγκλωβισμένη και η τεχνολογία λειτουργεί ως στατικό περιουσιακό στοιχείο, όχι ως μοχλός ανανέωσης.
Ο Ντάρον Ατζέμογλου και ο Σάιμον Τζόνσον, από την άλλη, προειδοποιούν ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν εξελίσσεται σε κοινωνικό κενό. Ιστορικά, οι μεγάλες τεχνολογικές επαναστάσεις ωφέλησαν πρώτα τις ελίτ και μόνο στη συνέχεια, και υπό συγκεκριμένες θεσμικές συνθήκες, την ευρύτερη κοινωνία. Η πρώιμη Βιομηχανική Επανάσταση αύξησε την παραγωγικότητα, αλλά για δεκαετίες συμπίεσε τους μισθούς. Για τους δύο οικονομολόγους, η παραγωγικότητα από μόνη της δεν εξασφαλίζει κοινωνική ευημερία, αυτό που την καθορίζει είναι η κατανομή της ισχύος.
Η ανάλυσή τους για την αυτοματοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη είναι εξίσου επίκαιρη. Οι τεχνολογίες αυτές μπορεί να δημιουργήσουν τεράστια οικονομικά οφέλη, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να συγκεντρωθούν σε λίγες εταιρείες που ελέγχουν δεδομένα και αλγόριθμους, αφήνοντας τους εργαζομένους εκτεθειμένους στον κίνδυνο υποβάθμισης ή εκτόπισης. Ωστόσο, οι συγγραφείς απορρίπτουν την ιδέα ότι η απώλεια εργασίας είναι αναπόφευκτη. Οι κοινωνίες μπορούν να διαμορφώσουν τεχνολογίες που συμπληρώνουν την εργασία αντί να την αντικαθιστούν, αλλά αυτό απαιτεί συνειδητή πολιτική επιλογή. Εκπαίδευση, αντιμονοπωλιακή εποπτεία, δίκαιη φορολογία και θεσμοί που προωθούν τον ανταγωνισμό είναι τα εργαλεία που καθορίζουν αν η καινοτομία θα διευρύνει την ευημερία ή θα τη συγκεντρώσει σε λίγα χέρια.
Από τις επιχειρήσεις απαιτείται μια διαφορετική νοοτροπία: λιγότερη εξάρτηση από επιδοτήσεις και περισσότερη επένδυση σε τεχνογνωσία.
Χωρίς τέτοιο πλαίσιο, η ψηφιακή οικονομία κινδυνεύει να δημιουργήσει νέες «αυτοκρατορίες πληροφορίας», όπου ο έλεγχος της τεχνολογίας μεταφράζεται σε πολιτική και οικονομική ισχύ, περιορίζοντας τον ανταγωνισμό και, τελικά, τη δημοκρατική λογοδοσία.
Επιπτώσεις για την Ελλάδα
Στην Ελλάδα μετράμε ήδη χαμένες ευκαιρίες από το προηγούμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το RRF χρηματοδότησε σημαντικές δράσεις, αλλά δεν δημιούργησε τον θεσμικό και παραγωγικό μετασχηματισμό που χρειαζόταν. Δεν είμαστε η εξαίρεση, πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα. Το ερώτημα όμως παραμένει: μήπως ο σχεδιασμός ήταν εξαρχής εκτός πραγματικότητας; Την ώρα που ο κόσμος στρεφόταν στο AI, στα data centres και στη νέα αρχιτεκτονική δεδομένων, εμείς επιδοτούσαμε κυρίως εισαγωγές ηλεκτρικών αυτοκινήτων, μια επιδότηση κατανάλωσης, όχι παραγωγής.
Το επόμενο πολυετές πλαίσιο (2026-2032) έρχεται σε μια στιγμή όπου η Ευρώπη αλλάζει στρατηγική. Εγκαταλείπει τις οριζόντιες επιδοτήσεις και μετατοπίζει το βάρος σε στοχευμένες επενδύσεις: τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακή τεχνολογία, δεδομένα, δεξιότητες, υποδομές cloud. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η επιτυχία δεν θα κριθεί από τον ρυθμό απορρόφησης κονδυλίων, αλλά από το πόσο βαθιά θα αλλάξουν οι θεσμοί και τα επιχειρηματικά μοντέλα που τα υποδέχονται. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια μπορούν να λειτουργήσουν ως πραγματικός καταλύτης μόνο αν κατευθυνθούν σε έργα που ενισχύουν τον ανταγωνισμό, επιτρέπουν κλίμακα και διαχέουν γνώση. Διαφορετικά, θα ξαναζήσουμε το γνώριμο μοτίβο: πολλά χρήματα, μικρή επίδραση.
Χρειάζεται πλέον συντονισμός, όχι αποσπασματικές κινήσεις. Η κυβέρνηση πρέπει να ωριμάσει έργα έγκαιρα, με σαφείς τεχνολογικές προτεραιότητες, ενιαία πρότυπα προμηθειών, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και διοικητική ικανότητα υλοποίησης σύνθετων ψηφιακών έργων. Το ίδιο κρίσιμο είναι να χρησιμοποιηθούν οι ευρωπαϊκοί πόροι ως μοχλός ιδιωτικών επενδύσεων, μέσα από συμπράξεις και χρηματοδοτικά εργαλεία που μοιράζονται το ρίσκο.
Από την πλευρά των επιχειρήσεων απαιτείται μια διαφορετική νοοτροπία: λιγότερη εξάρτηση από επιδοτήσεις και περισσότερη επένδυση σε τεχνογνωσία. Συνεργασίες με πανεπιστήμια, επένδυση σε δεδομένα και λογισμικό ιδιοκτησίας τους, στρατηγική εξωστρέφεια και οικοσυστήματα που ευνοούν τους νέους παίκτες. Μόνο τότε τα κονδύλια θα μεταφραστούν σε διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα χρηματοδότησης. Εχει πρόβλημα αξιοποίησης.
Και το αναπτυξιακό αποτύπωμα της επόμενης δεκαετίας θα κριθεί λιγότερο από το πόσα χρήματα θα δαπανήσουμε και περισσότερο από το πόσες παλιές συνήθειες θα είμαστε πρόθυμοι να καταργήσουμε.
*Ο κ. Ανδρέας Αθανασόπουλος είναι CEO της Olympia Group.

