Νέος ψυχρός πόλεμος για την AI

Η μάχη ΗΠΑ - Κίνας για κυριαρχία στην τεχνολογία μέσα στο 2025 και οι προσπάθειες της Ευρώπης

9' 14" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Οσα κι αν συνέβησαν στη διάρκεια της ταραχώδους αυτής χρονιάς, το 2025 ήταν η χρονιά της τεχνητής νοημοσύνης που, αν και από χρόνια αποτελούσε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, φέτος ήρθε κυριολεκτικά ως εισβολέας στη ζωή μας. Τη γνωρίσαμε έτοιμη να κατακτήσει και να ανατρέψει ό,τι θεωρούμε έως τώρα δεδομένο. Κλιμάκωσε την προ πολλού οξυμένη αντιπαλότητα και τον τεχνολογικό πόλεμο ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο. Εξώθησε τις αμερικανικές επιχειρήσεις σε ιλιγγιώδεις επενδύσεις και προκάλεσε αναταραχή στις αγορές. Ενέπνευσε προβληματισμό στους φοιτητές για την εξαργύρωση των σπουδών τους και ανασφάλεια στους εργαζομένους για το επαγγελματικό τους μέλλον. Και τέλος, κατάφερε τον καθημερινό άνθρωπο να εντάξει στο λεξιλόγιό του το «Α.Ι.», όπως είναι το σχετικό ακρωνύμιο στην αγγλική γλώσσα. Και μολονότι είχε προκαλέσει αίσθηση προ τριετίας η παρουσίαση της εφαρμογής τεχνητής νοημοσύνης ChatGPT, το 2025 ήταν η χρονιά που σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς στη διάρκειά του άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτερα η ορολογία περί «ψυχρού πολέμου της τεχνητής νοημοσύνης». Ηταν ο όρος που είχε χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά 8 χρόνια νωρίτερα, το 2017, όταν η Κίνα δημοσίευσε το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της Τεχνητής Νοημοσύνης με διακηρυγμένο στόχο την ανάδειξή της σε παγκόσμια ηγετική δύναμη στην τεχνητή νοημοσύνη το 2030.

Με το ξεκίνημά του, τον Ιανουάριο, το 2025 έφερε το πρώτο ηχηρό δείγμα του κλιμακούμενου ανταγωνισμού ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα για την κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη: ήταν το πρωτοφανές επίτευγμα της Κίνας, ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης της κινεζικής εταιρείας DeepSeek εφάμιλλο εκείνων των αμερικανικών κολοσσών, αλλά που είχε παραχθεί με συντριπτικά χαμηλότερο κόστος. Εκτοτε, οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές μίλησαν επανειλημμένως για το «Σπούτνικ στην τεχνητή νοημοσύνη», παρομοιάζοντας το σοκ που προκάλεσε το κινεζικό επίτευγμα στη Σίλικον Βάλεϊ με τον αιφνιδιασμό που είχαν προκαλέσει στους Αμερικανούς οι Σοβιετικοί το 1957, όταν έθεσαν σε τροχιά τον διάσημο σοβιετικό δορυφόρο. Και ήταν η πρώτη φορά που οι πάντες έβλεπαν τον ανταγωνισμό της Ουάσιγκτον με το Πεκίνο ως εφάμιλλο πλέον του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Σοβιετική Ενωση και της κούρσας για την κυριαρχία στο Διάστημα. Η χρονιά κλείνει με τον θόρυβο που προκάλεσαν τον Δεκέμβριο δύο κινεζικές εταιρείες που παράγουν μικροεπεξεργαστές για την τεχνητή νοημοσύνη, η MetaX Integrated Circuits και η Moore Threads, καθώς την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης των μετοχών τους μετά την εισαγωγή τους στην αγορά της Σαγκάης σημείωσαν άνοδο 700% και 400% αντιστοίχως. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η προσπάθεια της Κίνας για την αυτάρκεια στην τεχνητή νοημοσύνη έγινε εμβρυουλκός που την ανέσυρε από το επίπεδο της δεύτερης οικονομίας στον κόσμο και την αναβάθμισε επισήμως στο καθεστώς της δεύτερης υπερδύναμης. Στη διάρκεια της χρονιάς, υπήρξε καταιγισμός ειδήσεων σχετικών με τον τεχνολογικό εισβολέα που αποκάλυπταν πως το Πεκίνο υποστηρίζει και χρηματοδοτεί τουλάχιστον εν μέρει περισσότερες από 5.000 εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και έχει επενδύσει στον κλάδο τουλάχιστον 115 δισ. δολ. με τις πλέον συντηρητικές εκτιμήσεις. Εκτιμάται επίσης πως οι κινεζικές εταιρείες έχουν επενδύσει πάνω από 200 δισ. δολ. σε επιχειρήσεις του κλάδου. Ολα αυτά έχουν αποτελέσει την αντεπίθεση του Πεκίνου, καθώς από την προεδρία του Τζο Μπάιντεν η Ουάσιγκτον είχε αρχίσει να επιβάλλει ολοένα και σκληρότερους περιορισμούς στις εξαγωγές αμερικανικής τεχνολογίας προς την Κίνα και ειδικότερα στις εξαγωγές προηγμένων μικροεπεξεργαστών, επιδιώκοντας να αποτρέψει την πρόοδό της στην τεχνητή νοημοσύνη. Ζητούμενο για την Ουάσιγκτον, να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία στη νέα τεχνολογία, καθώς εκτιμά πως όποιος υπερέχει στην τεχνητή νοημοσύνη θα είναι σύντομα ο κυρίαρχος του κόσμου. Και όπως τόσοι οικονομικοί αναλυτές υπογραμμίζουν συχνότατα, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διατηρεί τα σκήπτρα στην τεχνητή νοημοσύνη, με μόνον τις ιδιωτικές δαπάνες για τον κλάδο να είναι σχεδόν 12πλάσιες εκείνων της Κίνας. Από τον πρώτο μήνα του 2025, άλλωστε, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε νέο πρόγραμμα των ΗΠΑ για την τεχνητή νοημοσύνη, που με τον τίτλο «Stargate» προβλέπεται να απορροφήσει επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 500 δισ. δολ. Και προκειμένου να δώσει ώθηση πυραύλου στην αμερικανική βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης, ο απρόβλεπτος Τραμπ έσπευσε άμεσα να ακυρώσει διάταγμα του προκατόχου του, Τζο Μπάιντεν, που προέβλεπε τη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης.

Στη διάρκεια της χρονιάς, υπήρξε καταιγισμός ειδήσεων σχετικών με τον τεχνολογικό εισβολέα που αποκάλυπταν πως το Πεκίνο υποστηρίζει και χρηματοδοτεί τουλάχιστον εν μέρει περισσότερες από 5.000 εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και έχει επενδύσει στον κλάδο τουλάχιστον 115 δισ. δολ. με τις πλέον συντηρητικές εκτιμήσεις. Εκτιμάται επίσης πως οι κινεζικές εταιρείες έχουν επενδύσει πάνω από 200 δισ. δολ. σε επιχειρήσεις του κλάδου. Ολα αυτά έχουν αποτελέσει την αντεπίθεση του Πεκίνου.

Το στίγμα της χρονιάς είχε άλλωστε δώσει λίγο νωρίτερα, το φθινόπωρο του 2024, ο Γένσεν Χουάνγκ, διευθύνων σύμβουλος της Nvidia που παράγει μικροεπεξεργαστές για τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, όταν δήλωσε πως «κάθε χώρα πρέπει να έχει εθνική τεχνητή νοημοσύνη». Και η φράση προϊδέαζε για την παγκόσμια διάσταση που θα λάμβανε σύντομα το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης, της ισχύος όσων την κατέχουν και της περιθωριοποίησης όσων υστερούν σε αυτήν, αλλά και για τη διαρκώς εντεινόμενη αίσθηση πως η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται και να διακυβεύσει ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Ο κώδων του κινδύνου χτυπάει, έτσι, για την Ευρώπη, που υστερεί γενικότερα σε καινοτομία τόσο έναντι των ΗΠΑ όσο και έναντι της Κίνας και μόλις τελευταία άρχισε να ανασυντάσσει τις δυνάμεις της για να μη βρεθεί εντελώς παρίας στο νέο παγκόσμιο σκηνικό της τεχνητής νοημοσύνης. Οπως έχουν επισημάνει Ευρωπαίοι αναλυτές, η Ε.Ε. διαθέτει 7.000 νεοφυείς εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και ερευνητές υψηλής κατάρτισης και οι λόγοι που υστερεί δεν σχετίζονται με τις ικανότητες των επιστημόνων της. Το πρόβλημά της είναι ότι, σε αντίθεση τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με την Κίνα, έχει πολύ περιορισμένη παραγωγική δυνατότητα υπολογιστικής ισχύος, ενώ ο εξαιρετικά ενεργοβόρος κλάδος πλήττεται στην Ευρώπη από το ιδιαιτέρως υψηλό κόστος της ενέργειας.

Από το φθινόπωρο του 2024 ο Γένσεν Χουάνγκ, διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, που παράγει μικροεπεξεργαστές για τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, προειδοποιούσε πως «κάθε χώρα πρέπει να έχει εθνική τεχνητή νοημοσύνη». Και η φράση προϊδέαζε για την παγκόσμια διάσταση που θα λάμβανε σύντομα το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης, της ισχύος όσων την κατέχουν και της περιθωριοποίησης όσων υστερούν σε αυτήν, αλλά και για τη διαρκώς εντεινόμενη αίσθηση πως η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται και να διακυβεύσει ζητήματα εθνικής κυριαρχίας.

Επιχειρώντας να αντιμετωπίσει αυτές τις παθογένειες και βλέποντας τον καλπασμό των δύο υπερδυνάμεων από την αρχή του έτους, η Κομισιόν παρουσίασε το πρόγραμμα AI Champions Initiative. Στόχος του, να κινητοποιήσει 200 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη σε όλη τη Γηραιά Ηπειρο. Εχει, επίσης, δεσμεύσει 10 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση 13 γιγαντιαίων μονάδων τεχνητής νοημοσύνης, που θα έχουν σαφώς μεγαλύτερες δυνατότητες υπολογιστικής δύναμης από τις έως τώρα υφιστάμενες μονάδες τεχνητής νοημοσύνης. Τους τελευταίους μήνες, άλλωστε, οι ευρωπαϊκές τεχνολογικές SAP SE και ASML Holding NV δέσμευσαν δισεκατομμύρια ευρώ στις ευρωπαϊκές νεοφυείς του κλάδου καθώς και στις συναφείς υπηρεσίες. Οπως όμως τονίζουν ειδικοί του κλάδου, η Ε.Ε. και μαζί της και οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών προσπαθούν να δώσουν ώθηση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης, ενώ οι προσπάθειές τους βασίζονται στις αμερικανικές εταιρείες και κατά κύριο λόγο στις Nvidia και OpenAI.

Επενδυτική φρενίτιδα και φόβοι για «φούσκα»

Ως μείζων παράγων στον επενδυτικό και χρηματιστηριακό κόσμο, η τεχνητή νοημοσύνη έχει εισβάλει εδώ και τρία χρόνια προκαλώντας εντυπωσιακές διακυμάνσεις στις τιμές των μετοχών. Ουσιαστικά από την εμφάνιση της εφαρμογής ChatGPT η νέα τεχνολογία απορροφά ιλιγγιώδη ποσά, αλλά στη διάρκεια του 2025 οι τεχνολογικοί κολοσσοί των ΗΠΑ αποδύθηκαν σε έναν πυρετώδη ανταγωνισμό με διακύβευμα την κυριαρχία τους στον κλάδο. Αλλοτε για την ανέγερση κέντρων δεδομένων, άλλοτε για την αγορά υπολογιστικής δύναμης για το μέλλον και άλλοτε σε μεταξύ τους αποκλειστικές συμφωνίες, επένδυσαν στην τεχνητή νοημοσύνη δυσθεώρητα ποσά και τα αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο. Αναπόφευκτα έχουν παρασύρει στην ίδια φρενίτιδα τους επενδυτές, που έχουν επίσης υπερβεί κάθε όριο στην προσπάθειά τους να μη μείνουν έξω από τα κέρδη μιας τεχνολογίας που περιμένουν πως θα αλλάξει τα πάντα. Ετσι, στη διάρκεια του 2025 οι φρενήρεις δαπάνες συνέβαλαν στην άνοδο του δείκτη S&P 500 κατά 18% και στην περαιτέρω διόγκωση του μυθικού πλούτου που έχουν συγκεντρώσει στα χέρια τους οι ιδρυτές και επικεφαλής των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών.

Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, ο πλούτος των 10 σημαντικότερων εξ αυτών έφτασε αθροιστικά στα 2,5 τρισ. δολ., έχοντας αυξηθεί κατά 1,9 τρισ. από τις αρχές του έτους. Αυτή η διαστημική εκτόξευση έχει πάντως προβληματίσει τους επενδυτές, που έχουν αρχίσει εδώ και μήνες να διερωτώνται για το πόσο προσοδοφόρος θα αποδειχθεί τελικά αυτή η επενδυτική φρενίτιδα και προπαντός εκφράζουν ολοένα και εντεινόμενη ανησυχία για το ενδεχόμενο να κυοφορείται «φούσκα» τεχνητής νοημοσύνης. Πολλοί προβληματίζονται για το κατά πόσον θα ήταν καλύτερα να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να περιορίσουν την έκθεσή τους στην τεχνητή νοημοσύνη για να προφυλαχθούν από το ενδεχόμενο να σκάσει η «φούσκα». Φοβούμενοι τη «φούσκα» στην αμερικανική αγορά, αρκετοί έχουν ήδη αρχίσει μια στροφή προς τις κινεζικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, όπως προδίδει η διαστημική εκτόξευση των δύο κινεζικών εταιρειών που εισήχθησαν στο χρηματιστήριο της Σαγκάης μέσα στον Δεκέμβριο. Πρόσθετο λόγο ανησυχίας στοιχειοθετεί άλλωστε το γεγονός ότι οι τεχνολογικοί κολοσσοί χρηματοδοτούν τις δαπάνες τους στην τεχνητή νοημοσύνη εκδίδοντας ασυνήθη όγκο χρέους, που εγκυμονεί περαιτέρω κινδύνους. Ετσι, πολλοί επενδυτές επιχειρούν να θωρακιστούν καταφεύγοντας στα συμβόλαια ασφάλισης έναντι πτώχευσης, τα γνωστά ως CDs, με το ποσοστό των CDs που σχετίζονται με τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας να έχει εκτοξευθεί περισσότερο από 90% από τις αρχές Σεπτεμβρίου.

O πλούτος των 10 σημαντικότερων αμερικανικών τεχνολογικών ομίλων μέσα στο 2025 έφτασε αθροιστικά στα 2,5 τρισ. δολ., έχοντας αυξηθεί κατά 1,9 τρισ. από τις αρχές του έτους.

Και οι προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο της «φούσκας» δεν έχουν περιοριστεί στους παράγοντες της αγοράς, καθώς έχουν εκφράσει την ανησυχία τους ακόμη και στελέχη των τεχνολογικών κολοσσών. Ανάμεσά τους ο Σουντάρ Πιτσάι, επικεφαλής της Alphabet, μητρικής της Google, που προσφάτως μίλησε για «παραλογισμό» στη φρενίτιδα για την τεχνητή νοημοσύνη και προειδοποίησε πως αν «σκάσει η φούσκα, καμία εταιρεία δεν θα μείνει αλώβητη, συμπεριλαμβανομένης και της Alphabet».

Γεύση από το ιλιγγιώδες ύψος των επενδύσεων στον κλάδο δίνουν οι δαπάνες των τριών τεχνολογικών κολοσσών Google, Meta και Microsoft, που μόνον μέσα στο γ΄ τρίμηνο του 2025 δαπάνησαν αθροιστικά σχεδόν 80 δισ. δολ., ενώ όλες ανεξαιρέτως σχεδιάζουν πολύ μεγαλύτερες δαπάνες για το επόμενο έτος. Και οι υπολογισμοί τους, όπως τουλάχιστον τους έχουν ανακοινώσει, εντυπωσιάζουν. Η Alphabet εκτιμά πως στο σύνολο του έτους που φεύγει οι δαπάνες της για την τεχνητή νοημοσύνη θα έχουν φτάσει στα 93 δισ. δολ. Οσον αφορά τη Microsoft, την εταιρεία που έχει στηρίξει την OpenAI και την εφαρμογή ChatGPT, μόνον μέσα στο γ΄ τρίμηνο του έτους που φεύγει έχει ανακοινώσει κεφαλαιακές δαπάνες ύψους 35 δισ. δολ., αυξημένες κατά 74% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους. Και το μεγαλύτερο μέρος τους, και προπαντός το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των δαπανών της, οφείλεται στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.

Σημειωτέον ότι η OpenAI έχει δεσμεύσει 1,5 τρισ. δολ. προκειμένου να διασφαλίσει πρόσβαση σε πόρους υπολογιστικής για το μέλλον. Επίσης, για το σύνολο του έτους η Meta υπολογίζει πως οι δαπάνες της για την τεχνητή νοημοσύνη έχουν φτάσει στα 72 δισ. δολ., ενώ δεν έχει περάσει πολύς καιρός από όταν τις υπολόγιζε μόνον στα 66 δισ. δολ. Εκτιμά μάλιστα πως στη διάρκεια του 2026 θα φτάσουν και δεν αποκλείεται να περάσουν τα 100 δισ. δολ. Και η Microsoft προβλέπει πως το 2026 οι δαπάνες της για τη νέα τεχνολογία θα φτάσουν σχεδόν στα 140 δισ. δολάρια.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT