Ας μιλήσουμε για τράπεζες

Ευθύνονται για πολλά. Αλλά όχι για τη δομή της οικονομίας και προφανώς δεν φταίνε που η εποπτεία είναι αυστηρή

2' 33" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Για περισσότερο από μια 15ετία στην Ελλάδα δεν θέλουμε να μιλάμε για τράπεζες. Το μεγαλύτερο διάστημα αυτής της περιόδου, ούτε οι τράπεζες ήθελαν να μιλάμε για αυτές. Κλεισμένες μέσα στα προβλήματά τους, στην ανάκαμψη μετά τη χρεοκοπία τους, στον μετασχηματισμό τους, στον ψηφιακό τους εκσυγχρονισμό, στην υποχρεωτική ενσωμάτωση μιας νέας γενιάς στελεχών, χωρίς την παλιά τραπεζική κουλτούρα. Εκτελούσαν το δικό τους μνημόνιο περικοπών, από την εποπτική αρχή στη Φρανκφούρτη. Ολα αυτά συνετέλεσαν στο να απομονωθούν από την κοινωνία, η οποία τις ένιωθε απέναντι, είτε αυτό αφορούσε τα μηδενικά επιτόκια καταθέσεων, είτε την πώληση του δανείου χωρίς ενημέρωση σε φορείς (servicers), χωρίς καμία τραπεζική εξυπηρέτηση. Δεν ήταν ωστόσο ποτέ αυτός ο ρόλος τους. Το αντίθετο, η επαφή με την τράπεζα στην Ελλάδα ήταν διαχρονικά η χαρά του νοικοκύρη. Οι τράπεζες ήταν ανοιχτοί στους πολίτες οργανισμοί.

Αυτός ο απομονωτισμός οδήγησε στο εύκολο «ανάθεμα». Για οτιδήποτε δεν πήγαινε καλά στην οικονομία υπεύθυνες θεωρούνταν οι τράπεζες. Το έκαναν με ευκολία οι πολίτες, το έκαναν με ευκολία οι πολιτικοί. Οι ίδιες με δυσκολία ψέλλιζαν κάποια επιχειρήματα υποστήριξης των κινήσεών τους. Μόνο τελευταία αυτό αλλάζει. Πλέον οι διοικητικοί ηγέτες των τραπεζών μιλούν ανοιχτά για την ανάγκη επαφής ξανά με την κοινωνία.

Δεν μπορεί ωστόσο να χτιστεί αυτή η σχέση, αν δεν συζητήσουμε το πρόβλημα. Η πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τον κλάδο κάνει λόγο για ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς, κάτι που αναγνωρίζουν πολλοί. Μόνο που οι τράπεζες δεν είναι ένας κλάδος του λιανεμπορίου. Αντίθετα, είναι ένας βαριά εποπτευόμενος κλάδος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπου η δημιουργία μιας νέας τράπεζας είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, καθώς ουδείς θέλει να κινδυνεύσουν οι καταθέσεις. Το σίγουρο είναι ότι δεν ευθύνονται για αυτό οι ελληνικές τράπεζες.

Γράφει η Επιτροπή Ανταγωνισμού στην ίδια έκθεση ότι αυτή η συγκέντρωση ευθύνεται για την καθυστερημένη μετακύλιση της αύξησης των επιτοκίων της ΕΚΤ στις καταθέσεις. Η αλήθεια ωστόσο σε πίνακα της ίδιας έκθεσης δείχνει ότι το ίδιο κάνουν οι χώρες της δικής μας δυναμικής, όπως η Ιταλία, η Κύπρος, η Ισπανία, ακόμα και η Ιρλανδία. Για τις καταθέσεις οι οποίες, ως γνωστόν, ξεπερνούν τα 205 δισ. έναντι 124 δισ. δανείων, πράγματι υπάρχει πλεόνασμα το οποίο δυσκολεύει την πληρωμή υψηλότερων επιτοκίων. Ποιος θα έδινε κάτι παραπάνω για κάτι που δεν χρειάζεται;

Να δώσουν στεγαστικά ή δάνεια σε μικρομεσαίους, θα έλεγαν πολλοί. Μόνο που με μέσο μισθό 1.450 ευρώ και αξία διαμερισμάτων άνω των 200.000 το φτηνότερο, ποιος δικαιούται στην Ελλάδα δανεισμό και ποιος θα υπέγραφε χρηματοδότηση σε μια υπερχρεωμένη μικρή επιχείρηση;

Για να εξηγούμαστε, οι τράπεζες φταίνε για πολλά. Αλλά όχι για τη δομή της οικονομίας και προφανώς δεν φταίνε που η εποπτεία είναι αυστηρή. Φταίνε όμως που δεν προσπάθησαν να χτίσουν ξανά την εμπιστοσύνη με τον πελάτη τους και να αντιληφθούν τα προβλήματά του. Είναι τυχαίο ότι η ιταλική UniCredit που έχει ισχυρή μετοχική θέση στην Alpha Bank, αντιλαμβανόμενη τη σημασία της σχέσης με τον πελάτη, έχει δημιουργήσει δύο είδη καταστημάτων στην Ιταλία; Ενα ψηφιακό στον Βορρά και ένα παραδοσιακό με άμεση επαφή με τον πελάτη στον Νότο. Αντιλήφθηκε ότι αυτό ήθελε ο πελάτης της και αυτό έκανε. Ας ξεκινήσουμε οπότε από τα απλά…

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT