Στη διαδικασία επιλογής ασφαλιστικής κατηγορίας για το 2026 βρίσκονται αυτό το διάστημα 1,4 εκατομμύριο μη μισθωτοί, ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες. Αν και σύμφωνα με τα στελέχη της αγοράς, αλλά και του ΕΦΚΑ, η επιλογή αναμένεται να είναι για μια ακόμη χρονιά η ίδια –η χαμηλότερη κατηγορία–, οι ειδικοί προειδοποιούν πως η επιλογή δεν είναι και δεν πρέπει να είναι εύκολη. Η απάντηση στο ποια κατηγορία να επιλέξει κανείς δεν βρίσκεται μόνο στο σημερινό κόστος, αλλά κυρίως στο πώς οι εισφορές μεταφράζονται σε συντάξιμες αποδοχές και μελλοντική σύνταξη. Και εδώ αποκαλύπτεται μια συχνά παραγνωρισμένη πραγματικότητα: ακόμη και οι υψηλές ασφαλιστικές κατηγορίες των ελευθέρων επαγγελματιών δεν αντιστοιχούν σε υψηλά εισοδήματα, αλλά σε μισθούς που κινούνται λίγο πάνω από τον μέσο όρο της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Να σημειωθεί ότι από την 1η Ιανουαρίου 2026 οι ασφαλιστικές εισφορές των μη μισθωτών αυξάνονται κατά 2,6%, ποσοστό που έχει ήδη «κλειδώσει» με βάση την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του 2025 στον νέο κρατικό προϋπολογισμό. Η φετινή αναπροσαρμογή είναι ελαφρώς χαμηλότερη από την αύξηση του 2025 (2,7%) και σημαντικά μικρότερη από εκείνη που θα προέκυπτε αν εφαρμοζόταν ο δείκτης μισθών, ο οποίος θα οδηγούσε σε αύξηση της τάξης του 5,5%. Ωστόσο, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η εφαρμογή του δείκτη μισθών αναβάλλεται και μετατίθεται για το 2027, καθώς δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το σχετικό πόρισμα της αρμόδιας ομάδας εργασίας, κυρίως λόγω ελλιπών στοιχείων για τις αποδοχές στο Δημόσιο.
Με την αύξηση 2,6% οι επιβαρύνσεις στις εισφορές της κύριας ασφάλισης κυμαίνονται από 6,36 ευρώ τον μήνα για την 1η ασφαλιστική κατηγορία έως 17,14 ευρώ τον μήνα για την 6η. Παρότι η αύξηση χαρακτηρίζεται συγκρατημένη, έρχεται να προστεθεί σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους λειτουργίας για τους μη μισθωτούς. Ενέργεια, πρώτες ύλες, ενοίκια, επιτόκια και γενικά έξοδα πιέζουν ήδη τη ρευστότητα χιλιάδων επαγγελματιών, ιδιαίτερα όσων δραστηριοποιούνται με χαμηλά περιθώρια κέρδους.
Σύμφωνα με την επεξεργασία που έκανε ο φορολογικός κόμβος taxheaven σε συνεργασία με τον γνωστό δικηγόρο που ασχολείται με τα ασφαλιστικά θέματα Δημήτρη Μπούρλο και τον επίσης εξειδικευμένο δικηγόρο Θάνο Μπούρλο, αν και για πολλούς επαγγελματίες η επιλογή ασφαλιστικής κατηγορίας αντιμετωπίζεται ως μια βραχυπρόθεσμη απόφαση ρευστότητας, πρόκειται για μια πολύ σημαντική απόφαση.
Οι εισφορές αυξάνονται κατά 2,6% το 2026, επιβαρύνοντας αυτές της κύριας ασφάλισης από 6,36 ευρώ τον μήνα για την 1η ασφαλιστική κατηγορία έως 17,14 ευρώ τον μήνα για την 6η.
Στο ισχύον σύστημα κάθε ασφαλιστική κατηγορία των ελευθέρων επαγγελματιών αντιστοιχεί σε συντάξιμες αποδοχές μισθωτού. Ετσι, η 1η κατηγορία αντιστοιχεί σε περίπου 903 ευρώ μεικτά, ήτοι σχεδόν στον κατώτατο μισθό, η 3η κατηγορία σε περίπου 1.375 ευρώ και η 6η κατηγορία σε περίπου 2.913 ευρώ μεικτά. Αυτό σημαίνει ότι η χαμηλότερη κατηγορία αντιστοιχεί σε χαμηλόμισθο εργαζόμενο, ενώ ακόμη και η υψηλότερη δεν «χτίζει» σύνταξη υψηλών εισοδημάτων, αλλά σύνταξη μέσου στελέχους.
Με άλλα λόγια, το σύστημα θέτει από μόνο του ένα ταβάνι στις μελλοντικές παροχές, ανεξάρτητα από το πόσο υψηλές εισφορές πληρώνει κάποιος.
Η σύνταξη υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των εισφορών από το 2002 μέχρι τη συνταξιοδότηση. Αυτό σημαίνει ότι οι επιλογές των πρώτων και μεσαίων ετών έχουν μεγάλη βαρύτητα, ενώ οι αλλαγές κατηγορίας λίγο πριν από τη σύνταξη επηρεάζουν λιγότερο το τελικό αποτέλεσμα, αλλά δεν είναι αδιάφορες.
Ενδεικτικά, ασφαλισμένος που παραμένει σταθερά στην 6η κατηγορία μπορεί να φτάσει σύνταξη περίπου 1.466 ευρώ. Αν επιλέξει να «κατέβει» στην 1η κατηγορία για τα τελευταία 5 έτη, η σύνταξη μειώνεται περίπου στα 1.293 ευρώ. Η διαφορά των 170+ ευρώ τον μήνα δεν είναι προσωρινή, αλλά διαρκεί σε όλη τη συνταξιοδοτική ζωή.
Οι Δημήτρης και Θάνος Μπούρλος τονίζουν ότι οι μη μισθωτοί οφείλουν να επιλέξουν την κατηγορία που μπορούν να πληρώνουν σταθερά, χωρίς να δημιουργούν οφειλές, γνωρίζοντας ότι η χαμηλή εισφορά δεν είναι «ουδέτερη» επιλογή. «Χτίζει» χαμηλή σύνταξη. Οι υψηλές κατηγορίες έχουν περιορισμένη ανταποδοτικότητα, αλλά παραμένουν ο μόνος τρόπος βελτίωσης του τελικού ποσού.

