Ούτε ένα ούτε δύο, αλλά 405 πρώην μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη ζητώντας να ακυρωθούν οι περικοπές στις επικουρικές συντάξεις τους. Ανάμεσα στους εν δυνάμει διαμαρτυρομένους, πρώην «διεθνείς λαϊκιστές», όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ και η Μαρίν Λεπέν, και προφανώς και κάποιοι Ελληνες συνάδελφοί τους. Η προσφυγή δεν αφορούσε τις βασικές συντάξεις τους, αυτές παραμένουν άθικτες και καταβάλλονται από τις χώρες τους. Για τις πρόσθετες γινόταν η φασαρία. Εκείνες που προέρχονταν από ένα ειδικό, προαιρετικό συνταξιοδοτικό ταμείο, το οποίο λειτουργούσε επί χρόνια υπό την αιγίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το ταμείο αυτό, που ιδρύθηκε το 1994, είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας καλής ιδέας που εξελίχθηκε σε κακή πραγματικότητα. Οι συμμετέχοντες κατέβαλλαν εισφορές από τις παχυλές απολαβές τους, το Κοινοβούλιο τις συμπλήρωνε, οι επενδύσεις υποτίθεται πως θα απέδιδαν και όλοι θα έβγαιναν κερδισμένοι. Δημιουργήθηκαν ατομικοί λογαριασμοί που περιείχαν κατά μέσον όρο 375.000 ευρώ για κάθε ευρωβουλευτή, ο οποίος απολάμβανε μηνιαίως ένα ποσό μεταξύ 2.000 και 7.000 ευρώ, επιπλέον της εθνικής σύνταξής του. Ολα αυτά μέχρι που τα νούμερα δεν έβγαιναν, καθώς το 2023 αποκαλύφθηκε ένα έλλειμμα της τάξεως των 310 εκατ. ευρώ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το 2023, πήρε μια απόφαση μάλλον ασυνήθιστη για τα δεδομένα των Βρυξελλών και πιο κοντά στα μέτρα λιτότητας των υπερχρεωμένων χωρών. Μείωσε τις παροχές, σε πολλές περιπτώσεις έως και κατά 50%. Αύξησε την ηλικία συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη. Κατάργησε την αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Είχαν και από αυτή.
Και οι πληττόμενοι αντέδρασαν όπως κάθε άλλος συνταξιούχος σε αυτόν τον πλανήτη –σίγουρα στην Ελλάδα–, προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υποστηρίζοντας ότι παραβιάζονται «κεκτημένα δικαιώματα», ότι αλλάζουν μονομερώς οι όροι, ότι υπονομεύεται η θεσμική αξιοπιστία του Κοινοβουλίου. Ζητούσαν και αυτοί τα αναδρομικά τους. Μόνο που αυτή τη φορά το Γενικό Δικαστήριο της Ε.Ε. είπε κάτι εξίσου γνωστό, αλλά σπανίως εφαρμοζόμενο. Οτι το ρίσκο δεν μπορεί να μετακυλίεται εσαεί στον φορολογούμενο.
Η απόφαση ήταν σαφής. Το ταμείο ήταν προαιρετικό. Δεν υπήρχε εγγύηση αποδόσεων. Οι συμμετέχοντες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι πρόκειται για κεφαλαιοποιητικό σχήμα με κινδύνους. Και όταν ο κίνδυνος υλοποιείται, δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε δημόσια υποχρέωση.
Το δικαστήριο, βέβαια, δεν έλυσε το ευρωπαϊκό συνταξιοδοτικό πρόβλημα. Εκανε κάτι απλούστερο, υπενθύμισε ότι οι κανόνες δεν είναι διακοσμητικοί. Και ότι, κάποιες φορές, ισχύουν και για εκείνους που τους έγραψαν.

