Στην κυριακάτικη έκδοση μεγάλης ημερήσιας εφημερίδας ετέθη το ερώτημα για τα αποτελέσματα της μεταβίβασης πόρων της τάξης των 180 δισ. ευρώ που εισέρρευσαν από το 1981 μέχρι σήμερα στον ελληνικό αγροτικό τομέα από την εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Η απάντηση είναι απλή και μονολεκτική: «Κυρίως κατανάλωση». Δύο είναι οι παράγοντες που το εξηγούν. Πρώτον, ο χαρακτήρας και ο τρόπος εφαρμογής της ΚΑΠ στην Ελλάδα και, δεύτερον, οι θεσμικές αδυναμίες της χώρας.
Στην πρώτη φάση της η ΚΑΠ είχε κυρίως δύο άξονες, στήριξη τιμών (market support) και στήριξη εισοδήματος (income support). Στην υπόλοιπη Ευρώπη κύριος μοχλός στήριξης ήταν η στήριξη τιμών (market support). Στην Ελλάδα στο μεγαλύτερο μέρος της η ΚΑΠ εφαρμόσθηκε με άξονα τις εισοδηματικές ενισχύσεις. Αν και η διαπραγμάτευση για την ένταξη στην τότε ΕΟΚ έγινε πριν από την ένταξη το 1981, η αγροτική πολιτική που εφαρμόσθηκε στη δεκαετία του 1980 και η οποία έθεσε τις βάσεις της εφαρμογής της ΚΑΠ στον ελληνικό αγροτικό τομέα στα επόμενα χρόνια ήταν επιλογή της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, 1981-1985. Ως στόχος πολιτικής ετέθη τότε η «μεγιστοποίηση της εισροής πόρων» μέσω της επιλογής του άξονα στήριξης των «εισοδηματικών ενισχύσεων» κυρίως για προϊόντα φυτικής παραγωγής.
Στον αγροτικό τομέα αυτή η μεταφορά πόρων εξελήφθη ως «εισόδημα εξ ουρανού» (windfall income, όπως λέγεται στα οικονομικά), το οποίο όμως δεν ήταν έκτακτο εισόδημα, αλλά είχε μόνιμα και επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με την υπόθεση του μονίμου εισοδήματος, οι μόνιμες μεταβολές επηρεάζουν έντονα τη μακροπρόθεσμη κατανάλωση, ενώ το παροδικό και έκτακτο εισόδημα (πραγματικά έκτακτα έσοδα) επηρεάζει κυρίως την αποταμίευση και τις επενδύσεις και έχει μικρότερη επίδραση στην κατανάλωση. Επομένως, όταν αυτό που αρχικά αντιμετωπίζεται ως έκτακτο εισόδημα αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά, δίνεται συνεχώς και τα νοικοκυριά αναμένουν ορθολογικά ότι θα συνεχιστεί, η οικονομική θεωρία προβλέπει ότι τα νοικοκυριά θα το ενσωματώσουν σταδιακά στα κανονικά τους σχέδια κατανάλωσης σαν να επρόκειτο για κανονικό εισόδημα. Επομένως, στην ελληνική πραγματικότητα οι αγρότες, όπως κάθε ορθολογικό οικονομικό νοικοκυριό, με την καταβολή των επιδοτήσεων αύξησαν την κατανάλωση, έχτισαν σπίτια, αγόρασαν διαμερίσματα, αγόρασαν αυτοκίνητα και άλλα καταναλωτικά προϊόντα εισαγωγής, αλλά και διασκέδασης (ίσως κάποιοι θυμούνται τα «πολιτιστικά κέντρα που φύτρωσαν στις αγροτικές περιοχές» την περίοδο μετά το 1989). Αυτό έγινε κανόνας, η καταβολή κάθε χρόνο πάνω από 40% του ΑΕΠ ως επιδοτήσεων θεωρείται πλέον κανονικό εισόδημα και αντιμετωπίζεται όπως κάθε άλλο εισόδημα. Οι περιφερειακές πόλεις και οι ημιαστικές περιοχές της χώρας και οι αστοί αυτών των περιοχών, όχι μόνο οι αγρότες, οφείλουν σε μεγάλο βαθμό την ευημερία τους στις αγροτικές επιδοτήσεις.
Ωστόσο, ταυτόχρονα, έγινε μια μεγάλη αλλαγή στις υπηρεσίες του κράτους για τη στήριξη του αγροτικού τομέα, με την εγκατάλειψη του μέχρι τότε συστήματος των «Γεωργικών Εφαρμογών», ενός μηχανισμού μεταφοράς τεχνολογίας και στήριξης των επενδύσεων μέσω κρατικής άτυπης εκπαίδευσης των αγροτών και χρηματοοικονομικής στήριξης της Αγροτικής Τράπεζας. Δεν είναι του παρόντος, αλλά είναι σκόπιμο να αναφερθεί ότι ο μηχανισμός αυτός που στήθηκε με αμερικανική βοήθεια τη δεκαετία του 1950 είχε εξαιρετικά αποτελέσματα στις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970, με σημαντικές θεσμικές αλλαγές και επιτυχίες στην παραγωγικότητα του τομέα. Η αλλαγή αντιλήψεων με την εφαρμογή της ΚΑΠ είχε ως αποτέλεσμα οι γεωπόνοι του υπουργείου αντί να απασχολούνται με την εκπαίδευση και την καθοδήγηση των αγροτών, να ασχολούνται με τη διαχείριση των επιδοτήσεων. Επίσης, τα ΚΕΓΕ (Κέντρα Γεωργικής Εκπαίδευσης) έκλεισαν και άνοιξαν άλλα κέντρα, τα Κέντρα Υποδοχής Αιτήσεων για τις επιδοτήσεις. Αυτή η αλλαγή, όμως, δεν οφείλεται στην ΚΑΠ, αλλά ήταν ενσυνείδητη επιλογή της ελληνικής διοίκησης, δεδομένου ότι στις άλλες χώρες το σύστημα τεχνολογικής και εκπαιδευτικής υποστήριξης του αγροτικού τομέα από εθνικούς πόρους συνυπάρχει με το σύστημα επιδοτήσεων της ΚΑΠ με κοινοτικούς πόρους (Ιρλανδία, Ολλανδία, Δανία κ.α.).
Με τις επιδοτήσεις οι αγρότες αύξησαν την κατανάλωση, έχτισαν σπίτια, αγόρασαν διαμερίσματα, αυτοκίνητα και στήριξαν την ανάπτυξη κέντρων διασκέδασης.
Το δεύτερο πρόβλημα ήταν οι θεσμικές αδυναμίες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, που οδήγησαν σε σημαντική επέκταση της απάτης και της παραβατικότητας. Γενικά, η ΚΑΠ αποτελεί ένα πολύ σύνθετο, πολύπλοκο και αναποτελεσματικό σύστημα στήριξης του αγροτικού τομέα, ουσιαστικά μηχανισμό μεταβίβασης εισοδήματος παρά προώθησης της αγροτικής ανάπτυξης και παραγωγικότητας. Αυτό δεν έγινε αντιληπτό από την ελληνική πολιτεία. Ταυτόχρονα υπήρξε έντονη η αύξηση της απάτης και της διαφθοράς που αντιμετωπίσθηκε «χαλαρά» και με ανοχή από το πολιτικό σύστημα αφού ήταν «κοινοτικά λεφτά» και η έμφαση των κυβερνώντων ήταν στην απορρόφηση πόρων. Οι διάλογοι στην ελληνική Βουλή για τη γνωστή υπόθεση απάτης με το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι έχουν μείνει στην Ιστορία. Επίσης, η ανάθεση της διαχείρισης μεγάλου μέρους των επιδοτήσεων στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, ως όργανο άσκησης αγροτικής πολιτικής, με κατάργηση της εποπτείας από την Αγροτική Τράπεζα, πολιτική πατρωνία και πρόσληψη «ημετέρων» οδήγησαν σε πελατειακές σχέσεις, αναποτελεσματική διαχείριση, διαφθορά, υπερχρέωση και πτώχευση πολλών συνεταιρισμών.
Σήμερα ακούγεται ως αστείο, αλλά είναι πραγματικότητα ότι η ίδρυση του ΟΠΕΚΕΠΕ το 1998 με τον νόμο 2637 και η έναρξη λειτουργίας το 2001 ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, δημοσίου συμφέροντος, εποπτευόμενου από το αρμόδιο υπουργείο, είχε σκοπό «να καταβάλλει έγκαιρα, σωστά και με διαφάνεια τις αγροτικές ενισχύσεις που χορηγούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση στον αγροτικό τομέα». Οι πρόσφατες εξελίξεις αποδεικνύουν τις ευθύνες όχι μόνο του πολιτικού συστήματος, αλλά ολοκλήρου του κοινωνικού συνόλου για την ανοχή.
Ως επίμετρο, με αφορμή τις κινητοποιήσεις των αγροτών, είναι σκόπιμο να τονισθεί ότι η επαναστατική γυμναστική στην οποία έμαθαν να ασκούνται οι αγρότες κάθε χειμώνα με συνθήματα όπως «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά», που έθρεψαν οι επιδοτήσεις της ΚΑΠ (σε ένα βαθμό και οι απάτες) και ανέχεται η ελληνική κοινωνία, δεν αποτελεί μέθοδο υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία. Ο αγροτικός τομέας έχει ανάγκη από σοβαρές μεταρρυθμίσεις, αλλά ο σχεδιασμός και η υλοποίησή τους είναι μια πολύ σοβαρή διαδικασία με πρόγραμμα και όραμα, τα δε προβλήματα δεν λύνονται με κατσούνες και τσίπουρα στα μπλόκα.
*Ο κ. Γεώργιος Μέργος είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικών Επιστημών, ΕΚΠΑ, πρώην γ.γ. υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.

