Στον κόσμο των επιχειρήσεων, όσοι ασχολούμαστε επαγγελματικά με ζητήματα συμμόρφωσης και ηθικής ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με ερωτήματα που δεν είναι θεωρητικές κατασκευές, αλλά έχουν υπαρκτό οικονομικό μέγεθος. Για παράδειγμα: τι ωθεί μια ομάδα ανθρώπων να συνεργάζεται για έναν κοινό σκοπό και όχι απλώς για να συνυπάρχει κάτω από την ίδια εταιρική στέγη; Πώς μπορεί να καλλιεργηθεί σε μια επιχείρηση μια κουλτούρα εμπιστοσύνης που να λειτουργεί ως καταλύτης για αποτελεσματική συνεργασία; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα αφορά όχι μόνο την κουλτούρα του επιχειρείν, αλλά και τη δυνατότητα μιας ευρύτερης οικονομίας να αναπτυχθεί βιώσιμα και δίκαια, καθώς η έννοια της συνεργασίας δεν είναι απλώς ηθικό αίτημα αλλά και μια οικονομική αναγκαιότητα.
Από το 2008, περίοδο έναρξης της πιο πρόσφατης οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, διεθνείς έρευνες έχουν αποδώσει στην Ελλάδα μια ιδιαίτερη θέση λόγω ενός παράδοξου ευρήματος στη συσχέτιση ακριβώς αυτών των δύο κρίσιμων παραμέτρων, της συνεργασίας και της εμπιστοσύνης στις κοινωνικές και συνεπώς και επιχειρηματικές αλληλεπιδράσεις. Το εύρημα αυτό, αν και αποκαλυπτικό, έχει παραμείνει σχεδόν αθέατο στην ευρύτερη δημόσια συζήτηση (πέραν της ακαδημαϊκής).
Οταν αναφέρομαι στη σύγχρονη διεθνή έρευνα, μιλώ κυρίως για πειράματα προερχόμενα από τους νεότερους διεπιστημονικούς κλάδους, όπως η συμπεριφορική οικονομική (behavioral economics), η οποία συνδυάζει τις θεωρίες της οικονομικής επιστήμης με τα πορίσματα της ψυχολογίας. Τα πειράματα αυτά προσφέρουν χρήσιμα μαθήματα για το πώς πραγματικά συμπεριφέρονται οι άνθρωποι όταν καλούνται να λάβουν αποφάσεις.
Ενα από τα πλέον εδραιωμένα πειράματα σε αυτόν τον χώρο είναι το λεγόμενο παίγνιο του «δημόσιου αγαθού» (public goods game), η διάρθρωση του οποίου είναι απλή και έχει εφαρμοστεί από ερευνητές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης και υπό τις πιο διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες: οι συμμετέχοντες στο πείραμα λαμβάνουν ένα χρηματικό ποσό και καλούνται να αποφασίσουν, ο καθένας χωριστά, αν θα συνεισφέρουν σε ένα κοινό ταμείο και, αν ναι, ποιο ποσό. Ενας βασικός κανόνας του πειράματος είναι ότι το συνολικό ποσό που θα συγκεντρωθεί από αυτές τις εθελοντικές συνεισφορές πολλαπλασιάζεται με ένα συντελεστή (π.χ. διπλασιάζεται) και στη συνέχεια μοιράζεται εξίσου σε όλους, ανεξάρτητα από το αν κάποιος έχει συνεισφέρει ή όχι. Το δίλημμα είναι προφανές: συλλογικά, όλοι ωφελούνται αν συνεισφέρουν ατομικά το σύνολο του ποσού που τους αναλογεί, όμως ο καθένας σε ατομικό επίπεδο έχει ταυτόχρονα το κίνητρο να μην προσφέρει τίποτα (ή μόνο ελάχιστα) και να επωφεληθεί από τη γενναιοδωρία των άλλων! Το αποτέλεσμα είναι μια λεγόμενη «τραγωδία των κοινών», όπως τη δίδαξε πρώτος ο Αριστοτέλης, όπου η συλλογική αποτυχία προκύπτει απλώς από την επικράτηση μιας (ορθολογικής) ατομικής λογικής. Ενδιαφέρον εντούτοις προκύπτει όταν το ίδιο παίγνιο παίζεται σε πολλαπλούς γύρους και οι συμμετέχοντες έχουν τη δυνατότητα να «τιμωρήσουν» όσους δεν συνεισφέρουν καθόλου ή συνεισφέρουν πολύ λίγο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, σε μια μεγάλη έρευνα του 2008, τα συμπεράσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν στο έγκυρο περιοδικό Science και η οποία διεξήχθη από Βρετανούς και Ελβετούς ερευνητές σε πόλεις όπως η Βοστώνη, η Κοπεγχάγη, η Αθήνα, το Ριάντ, η Σεούλ και η Μελβούρνη, η δυνατότητα τιμωρίας και η επαναληπτικότητα του πειράματος αύξησαν τις εθελοντικές συνεισφορές, με σημαντικές διαφορές εντούτοις μεταξύ του δείγματος των πόλεων. Για παράδειγμα, σε πόλεις όπως η Βοστώνη και η Κοπεγχάγη οι εθελοντικές συνεισφορές των συμμετεχόντων έφτασαν ακόμη και στο 75% του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη μόλις στο 25%.
Το ερώτημα για τη χώρα μας πλέον δεν είναι τόσο γιατί δεν συνεργαζόμαστε, αλλά κυρίως γιατί δεν εμπιστευόμαστε.
Το πραγματικά αναπάντεχο εύρημα όμως ήταν κάτι άλλο: στην Αθήνα, στη Μουσκάτ του Ομάν και δευτερευόντως στο Ριάντ και στην Κωνσταντινούπολη οι συμμετέχοντες χρησιμοποίησαν τη δυνατότητα να τιμωρήσουν άλλους συμπαίκτες τους όχι για να συνετίσουν όσους είχαν επιδείξει εγωιστική συμπεριφορά, αλλά για να τιμωρήσουν εκείνους που είχαν επιδείξει ιδιαίτερη γενναιοδωρία! Το φαινόμενο αυτό έχει γίνει γνωστό διεθνώς με τον όρο «αντικοινωνική τιμωρία» (antisocial punishment), διότι σε αυτή την περίπτωση η «τιμωρία» δεν αποσκοπεί στη διόρθωση της εγωιστικής συμπεριφοράς, αλλά ουσιαστικά στην αποθάρρυνση της ίδιας της πιθανότητας της συνεργασίας. Σύμφωνα με ερευνητές όπως ο Ρόμπερτ Σαπόλσκι (Stanford) και ο Τζόσουα Γκριν (Harvard), η αντικοινωνική τιμωρία εμφανίζεται κυρίως σε κοινωνίες με χαμηλό «κοινωνικό κεφάλαιο» – εκεί όπου οι πολίτες δεν εμπιστεύονται καθόλου ο ένας τον άλλον ή τους θεσμούς γύρω τους.
Το φαινόμενο αυτό της «αντικοινωνικής τιμωρίας», σχεδόν ανύπαρκτο σε άλλες δυτικές χώρες, μαρτυρεί το πολλάκις διαπιστούμενο σοβαρό έλλειμμα κοινωνικού κεφαλαίου στη χώρα μας. Οταν λείπει η εμπιστοσύνη –στους θεσμούς, στους κανόνες και στις μεταξύ μας σχέσεις– η γενναιοδωρία παρεξηγείται ως αφέλεια και η ηθική συμπεριφορά ως επίδειξη ή υποκρισία. Ετσι, η συνεργασία δεν επιβραβεύεται, αλλά ουσιαστικά τιμωρείται, κι αυτό έχει συνέπειες τόσο στην κοινωνία ευρύτερα όσο και στις επιχειρήσεις μας, όπου βλέπουμε το ίδιο μοτίβο. Οταν οι εργαζόμενοι αμφισβητούν τη συνέπεια ή τη δικαιοσύνη των κανόνων, η κουλτούρα της συμμόρφωσης μετατρέπεται σε «τυπική υποχρέωση», όχι σε κοινό αξιακό πλαίσιο. Η εμπιστοσύνη διαβρώνεται, η συνεργασία γίνεται επιφανειακή και το κοινό όραμα χάνεται.
Στο τέλος της ημέρας, από έρευνες και πειράματα αυτού του είδους, το ερώτημα για τη χώρα μας πλέον δεν είναι τόσο γιατί δεν συνεργαζόμαστε, αλλά κυρίως γιατί δεν εμπιστευόμαστε. Χωρίς εμπιστοσύνη, κανένας κανόνας, καμία στρατηγική και κανένα «σύστημα συμμόρφωσης» δεν μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά. Και εμπιστοσύνη δεν θα χτιστεί ποτέ αποτελεσματικά μόνο με φορολογικά ή δημοσιονομικά μέτρα κι επιδοτήσεις, όσο οι θεσμοί της κοινωνικής μας οργάνωσης παραμένουν τόσο παροιμιωδώς αδύναμοι (κι όταν αναφέρομαι σε «θεσμούς», αναφέρομαι σε όλους εκείνους τους επίσημους κι ανεπίσημους μηχανισμούς και τις δομές που καθορίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα την κοινωνική συμπεριφορά μας). Οσο αυτό συμβαίνει, η δυσπιστία θα συνεχίσει να υπονομεύει κάθε συλλογική προσπάθεια – από την ποιότητα της δημοκρατίας και το επίπεδο του κοινωνικού διαλόγου στη χώρα έως την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία του κράτους και της ελληνικής επιχείρησης. Χωρίς θεσμική εμπιστοσύνη, καμία επιχείρηση –και καμία κοινωνία– δεν μπορεί να κερδίσει το δύσκολο παίγνιο της κοινής, δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης.
*Ο κ. Αντώνης Ρούσσος είναι δικηγόρος, επικεφαλής του τμήματος Ethics & Compliance Global Excellence & Innovation της ιαπωνικής φαρμακευτικής εταιρείας Astellas Pharma Inc.

