Oι δουλειές στο Prima Pizza Kitchen στο Σόμερβιλ του Νιου Τζέρσεϊ πήγαιναν καλά μέχρι πρόσφατα. Τις περισσότερες Παρασκευές πουλούσε πάνω από 325 πίτσες, και οι πελάτες πρόσθεταν ποτά και συνοδευτικά. Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, οι παραγγελίες άρχισαν να αλλάζουν. «Παλιότερα, ένας πελάτης έπαιρνε δύο πίτσες, φτερούγες, σκορδόψωμο, αναψυκτικό, όλα τα έξτρα. Τώρα αρκούνται στις πίτσες», λέει ο διευθυντής Τζέρι Καρόλο. Αυτή η τάση επαναλαμβάνεται σε όλη τη χώρα, από μεγάλες αλυσίδες πιτσαρίας μέχρι μικρά ανεξάρτητα εστιατόρια. Η πίτσα έπαιζε ανέκαθεν ουσιαστικό ρόλο στα αμερικανικά νοικοκυριά. Είναι ένα φαγητό που βολεύει σε δύσκολες στιγμές και που παραδοσιακά θρέφει μια ολόκληρη οικογένεια σχετικώς φθηνά. Πλέον, καθώς η μέση εθνική τιμή μιας μεγάλης πίτσας με τυρί έχει σκαρφαλώσει στα 17 δολάρια, σύμφωνα με την πλατφόρμα παραγγελιών Slice, οι πωλήσεις επιβραδύνονται. Ο ανταγωνισμός από άλλα εστιατόρια σε δημοφιλείς εφαρμογές ντελίβερι και οι μεταβαλλόμενες διατροφικές συνήθειες είναι εν μέρει υπεύθυνα, ωστόσο αποτελεί επίσης ένδειξη ότι ορισμένοι καταναλωτές δυσκολεύονται. Προς το παρόν, οι αλυσίδες πίτσας, οι οποίες αποτελούν τα δύο τρίτα του κλάδου, ο οποίος ανέρχεται σε σχεδόν 50 δισ. δολάρια ετησίως, εξακολουθούν να καταγράφουν σταθερές πωλήσεις από το 2023, σύμφωνα με την εταιρεία έρευνας Technomic.
Τον Οκτώβριο, στελέχη της Papa John’s δήλωσαν ότι κατά το πιο πρόσφατο τρίμηνο οι πελάτες μείωσαν από μεγάλες σε μεσαίες πίτσες και πρόσθεταν λιγότερα υλικά. Η Pizza Hut, ο κυρίαρχος παίκτης τη δεκαετία του 1980, που φιλοξένησε πάρτι γενεθλίων και αθλητικούς εορτασμούς, κατέγραψε οκτώ συνεχόμενα τρίμηνα πτώσης στις πωλήσεις. Η μητρική της εταιρεία, Yum! Brands, εξετάζει τώρα το ενδεχόμενο πώλησης της αλυσίδας. «Η πίεση στις πωλήσεις, ιδίως από καταναλωτές με χαμηλότερο εισόδημα, δεν περιορίζεται μόνο στις πιτσαρίες», σχολιάζει η Σάρα Σενατόρε, αναλύτρια στην Bank of America. «Το βλέπουμε σε όλες τις αλυσίδες fast food και fast-casual, ότι υπάρχει πίεση εδώ και αρκετό καιρό. Και τώρα, φτάνει και στον καταναλωτή μεσαίου εισοδήματος». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι καταναλωτές ανταλλάσσουν συμβουλές για το πώς να αγοράζουν πίτσα σε χαμηλότερη τιμή. Η μάχη με τους ανήσυχους καταναλωτές βέβαια δεν είναι η μόνη που δίνουν οι πιτσαρίες. Στη διάρκεια της πανδημίας, οι πωλήσεις πίτσας εκτοξεύτηκαν επειδή ήταν ήδη καθιερωμένο φαγητό σε πακέτο ή delivery για τις οικογένειες σε lockdown. Αλλά καθώς αυξήθηκε η χρήση εφαρμογών ντελίβερι και άλλες αλυσίδες και επιλογές εστίασης μπήκαν στις πλατφόρμες, η πίτσα αντιμετώπισε νέο, σκληρό ανταγωνισμό για τα χρήματα των καταναλωτών, εξηγούν οι αναλυτές.
Επιπλέον, οι καταναλωτές υιοθετούν ολοένα και περισσότερο τις τάσεις ευεξίας, ενώ πολλοί λαμβάνουν σκευάσματα που περιορίζουν την όρεξή τους. Αυτές οι αλλαγές αποτελούν πρόκληση για ένα προϊόν που παρασκευάζεται με βάση λευκό αλεύρι, επεξεργασμένα κρέατα και άφθονες ποσότητες τυριού. Προς το παρόν, οι μεγάλες αλυσίδες κάνουν προσφορές, ελπίζοντας να κερδίσουν πελάτες. Και οι περισσότερες το καταφέρνουν. Ωστόσο, πολλές ανεξάρτητες επιχειρήσεις εστίασης λένε ότι τα κέρδη τους συρρικνώνονται, καθώς τα έξοδα για ορισμένα υλικά αυξάνονται μαζί με τις χρεώσεις για την καταχώριση των εστιατορίων τους σε πλατφόρμες. Ο Ντάνιελ Ντινάρι, ο οποίος αγόρασε την πίτσα Braazo στο κέντρο του Λος Αντζελες πριν από δύο χρόνια, σημειώνει ότι το εστιατόριό του επιβιώνει, όμως αυτό δεν αρκεί. «Στην αρχή, είδαμε αύξηση στις πωλήσεις, αλλά είναι μια συνεχής μάχη, ένας αγώνας» πρόσθεσε, ελπίζοντας να «ανασάνει» πριν από την Ημέρα των Ευχαριστιών, μία από τις μεγαλύτερες ημέρες του χρόνου για πωλήσεις πίτσας. «Τώρα οι άνθρωποι είναι πιο προσεκτικοί με τα χρήματα. Υπάρχει μεγάλος δισταγμός πριν παραγγείλει κάποιος ένα επιπλέον ορεκτικό ή ένα ποτό».

