Τον Νοέμβριο του 2025, οι μέτοχοι της Tesla ενέκριναν με πλειοψηφία 75% ένα πακέτο αμοιβής για τον Ελον Μασκ που θα μπορούσε –υπό εξαιρετικά φιλόδοξες προϋποθέσεις– να του αποφέρει 1 τρισ. δολάρια σε βάθος χρόνου. Είναι μια γιγαντιαία υπόσχεση μετοχικής αξίας συναρτώμενη αποκλειστικά με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων έως το 2035, όπως η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας να φθάσει στα 8,5 τρισ. δολ. και η παραγωγή οχημάτων να φθάσει στα 20 εκατ. στο τέλος της περιόδου. Αλλοι στόχοι, όπως η κυκλοφορία ενός εκατομμυρίου ρομποταξί και ενός εκατομμυρίου ανθρωποειδών ρομπότ, θα εξαρτηθούν από τις απαιτούμενες αλλαγές του θεσμικού πλαισίου. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος αυτής της αμοιβής, το 2024 το παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν 111 τρισ. δολ. και το ΑΕΠ των ΗΠΑ 29 τρισ. δολ. Η αμοιβή του Μασκ, που αντιστοιχεί σε σχεδόν 0,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ και σε 3,5% του αμερικανικού, υπερβαίνει το ετήσιο ΑΕΠ πολλών ανεπτυγμένων χωρών. Οπως παρατήρησε ο Μάρτιν Γουλφ των Financial Times, όταν η αποτίμηση μιας εταιρείας και η αμοιβή ενός στελέχους κινούνται στην ίδια κλίμακα με εθνικές οικονομίες, «ο καπιταλισμός παύει να είναι ένα σύστημα επιχειρήσεων και γίνεται ένα σύστημα συγκέντρωσης ισχύος ανεξέλεγκτης και επικίνδυνης». Την ίδια περίοδο έχουμε και μια άλλη πρωτόγνωρη, όσο και επικίνδυνη εξέλιξη. Η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά βρίσκεται σε μια φάση συγκέντρωσης αξίας άνευ προηγουμένου. Πλησιάζοντας το τέλος του 2025, οι πέντε μεγαλύτερες εταιρείες του Nasdaq (Nvidia, Apple, Microsoft, Alphabet, Amazon) ξεπερνούν σε αξία τα 17,5 τρισ. δολ., που αντιστοιχεί στο 60% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνται και, σε μεγάλο βαθμό, ελέγχουν την παγκόσμια ηλεκτρονική και ψηφιακή υποδομή, τουλάχιστον του δυτικού κόσμου. Ηγούνται πρωτοποριακής έρευνας και τεχνολογίας στην ανάπτυξη και χρήση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, ρομποτικής τεχνολογίας και, το πιο σημαντικό, στην παραγωγή γνώσης.
Η πρωτόγνωρη συγκέντρωση πλούτου έχει διευρύνει την εισοδηματική ανισότητα στα επίπεδα της περιόδου πριν από την κρίση του 2009. Η απόσταση ανάμεσα σε έναν διευθύνοντα σύμβουλο και τον μέσο εργαζόμενο στις ΗΠΑ έχει εκτιναχθεί από την αναλογία 31:1 το 1978 στο 281:1 το 2024. Κατ’ αναλογίαν, και τα ανώτερα στελέχη διοίκησης και έρευνας, η αμοιβή των οποίων συμπεριλαμβάνει μετοχική συμμετοχή, έχουν πολλαπλασιάσει τις αποδοχές τους υπερβολικά συγκρινόμενες με το μέσο εισόδημα. Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς περιγράφει την κατάσταση αυτή ως «συστηματική απόσπαση και μεταφορά πλούτου από την εργασία προς το κεφάλαιο». Κάτι που είχε διατυπώσει ο Καρλ Μαρξ με την ίδια σαφήνεια και βεβαιότητα για τον καπιταλισμό του 19ου αιώνα.
Αλλά η συγκέντρωση του πλούτου και η διεύρυνση της ανισότητας δεν είναι μόνο ηθικό ζήτημα. Αποτελούν κρίσιμο παράγοντα που επηρεάζει τη χρηματοπιστωτική, δημοσιονομική και κοινωνική σταθερότητα και ισορροπία. Οπως έχει επισημάνει ο Τομά Πικετί, όταν οι αποδόσεις του κεφαλαίου υπερβαίνουν σταθερά την οικονομική ανάπτυξη και ο πλούτος συσσωρεύεται μηχανικά (χρηματιστηριακές υπεραποδόσεις), η πραγματική οικονομία διαβρώνεται από τα μέσα και το σύστημα καθίσταται επιρρεπές σε κρίσεις, με διόγκωση των συστημικών κινδύνων, το μέγεθος των οποίων δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί (ή και καθόλου) με τα συμβατικά δημοσιονομικά και νομισματικά εργαλεία. Οι πολιτικές επιπτώσεις είναι εξίσου σημαντικές καθώς η εισοδηματική ανισότητα, η εργασιακή αβεβαιότητα λόγω των νέων τεχνολογιών και οι μεταναστευτικές ροές διαβρώνουν την ευημερία και ασφάλεια των πλειοψηφικών μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων. Απότοκος αυτών των συνθηκών είναι η άνοδος ακραίων συντηρητικών πολιτικών σχηματισμών με έντονα τα στοιχεία του εθνικισμού, του προστατευτισμού και της ξενοφοβίας, συμπτώματα που συναντάμε εκτός από την Αμερική και στις ευρωπαϊκές χώρες. Σημαντικοί αναλυτές (Στίγκλιτς και Κρούγκμαν ανάμεσά τους) διαπιστώνουν ότι οι εξελίξεις αυτές διαβρώνουν το οικοδόμημα της ελεύθερης αγοράς, αλλά και της δημοκρατίας.
Παρά αυτές τις εύλογες επισημάνσεις των επικριτών, είναι χρήσιμο να επισημάνουμε μια «χρονική ασυμμετρία», όχι ως δικαιολογία, αλλά ως ερμηνεία αυτών των εξελίξεων. Η ασυμμετρία έγκειται στο γεγονός ότι η τεχνολογική πρόοδος διεισδύει με αργό ρυθμό στην παραγωγική διαδικασία και, κατά συνέπεια, στη διάχυση εισοδήματος και πλούτου στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Υπό αυτή την έννοια, έχουμε μια πρωτογενή συσσώρευση κεφαλαίου (έστω και χρηματιστηριακού) λόγω των εξελίξεων στην ψηφιακή τεχνολογία και τεχνητή νοημοσύνη. Διαχρονικά και ιστορικά, κάθε τεχνολογική εξέλιξη μεγάλης εμβέλειας, τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα, αυξάνει γεωμετρικά τον πλούτο των «ιδιοκτητών της» και μειώνει δραστικά τα εισοδήματα αυτών που η εργασιακή προσφορά τους περιθωριοποιείται. Είναι ακριβώς αυτές οι συνθήκες που γεννούν κοινωνικά και πολιτικά κινήματα με ακραίο συντηρητικό πρόσημο, κάτι που είναι απόλυτα ευδιάκριτο και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την αντιστοίχιση της απασχόλησης με τις νέες τεχνολογίες είναι και το πιο κρίσιμο. Εδώ ακριβώς βρισκόμαστε.
Οι πέντε μεγαλύτερες εταιρείες του Nasdaq (Nvidia, Apple, Microsoft, Alphabet, Amazon) ξεπερνούν σε αξία τα 17,5 τρισ. δολ., που αντιστοιχεί στο 60% του ΑΕΠ των ΗΠΑ.
Ας κλείσουμε το άρθρο αυτό με μια αναφορά στη λέξη του τίτλου «προσδεθείτε». Δεν είναι υπερβολικό να επισημάνουμε ότι στις ΗΠΑ έχει ανατείλει μια περίοδος όπου η ισχύς και η οικονομική δύναμη μετατοπίζονται από τους συλλογικούς θεσμούς προς τον πρόεδρο και τους πρωταγωνιστές της Wall Street. Στην παρούσα φάση, η οικονομική σταθερότητα εξαρτάται από χρηματιστηριακές διακυμάνσεις και όχι από το εύρος παραγωγής, τη δημιουργία εργασιακού εισοδήματος και τη διατήρηση της ζήτησης. Το ενδεχόμενο διόρθωσης των χρηματιστηριακών αξιών προφανώς και θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην αμερικανική οικονομία, αλλά και στην παγκόσμια, παρά το γεγονός ότι οι πολιτικές του προέδρου Τραμπ έχουν εξαναγκάσει τις μεγαλύτερες ανταγωνίστριες οικονομίες (Κίνα, Ε.Ε. και Ιαπωνία) να λάβουν μέτρα προστασίας, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Το γεγονός, βέβαια, ότι το δολάριο είναι το κορυφαίο αποθεματικό νόμισμα και τα αμερικανικά ομόλογα βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των ανταγωνιστών της μόνο ανώδυνη δεν θα κάνει την προσαρμογή σε επερχόμενη διόρθωση της αμερικανικής οικονομίας και χρηματιστηριακών αξιών. Οσον αφορά τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες, στις οποίες συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, που δεν διαθέτουν τις απαραίτητες υποδομές ή πόρους για την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, αυτές ενδέχεται να υστερήσουν ακόμη περισσότερο σε ανταγωνιστικότητα και αναπτυξιακές προοπτικές. Κάθε τεχνολογική επανάσταση επιφέρει τέτοιου είδους ανακατατάξεις, δημιουργώντας νέους πρωταθλητές και νέους ηττημένους. Οι μικρότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες στέκονται μπροστά σε δύο επιλογές: ή να προστατεύσουν τη στασιμότητά τους ή να τολμήσουν βήματα εκσυγχρονισμού που οδηγούν στο μέλλον. Επιλογές που επανειλημμένως έχουν τεθεί, και δυστυχώς επανειλημμένως έχει αποδειχθεί ότι η προστασία του παλαιού τις περισσότερες φορές υπερισχύει του εκσυγχρονισμού.
Τέλος, το αν θα πάρει ο Μασκ ένα τρισ. είναι κάτι που δεν θα μάθουμε πριν από το 2035. Αλλά αυτό το γεγονός, όπως και η εκτόξευση και συγκέντρωση των χρηματιστηριακών αξιών σε πρωτοφανή επίπεδα δείχνει πως η αμερικανική οικονομία εν έτει 2025 στέκει κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό. Το μέλλον του συστήματος φαντάζει πιο απρόβλεπτο, πιο ασταθές και πιο ρευστό από ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, όπως έλεγε ο Φρέντρικ Τζέιμσον, «είναι πιο εύκολο να φανταστείς το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού». Προσδεθείτε λοιπόν.
*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

