Αποτελεί παράδοξο, αλλά τα σταθερά κρυπτονομίσματα (stablecoins) ίσως συνιστούν τη μεγαλύτερη απειλή για το υφιστάμενο επιχειρηματικό μοντέλο των τραπεζών, κι όμως οι ίδιες οι τράπεζες δεν έχουν την επιλογή να τα αγνοήσουν.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τα κρυπτονομίσματα είναι ψηφιακά νομίσματα, δηλαδή χρήμα που υπάρχει μόνο ηλεκτρονικά και δεν εκδίδεται ή ελέγχεται από κάποια κεντρική τράπεζα ή κυβέρνηση. Βασίζονται στην τεχνολογία blockchain, ένα ψηφιακό, δημόσιο αρχείο συναλλαγών που τηρείται ταυτόχρονα από χιλιάδες υπολογιστές σε όλο τον κόσμο. Κάθε συναλλαγή καταγράφεται εκεί με διαφάνεια και ασφάλεια, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου κεντρικού φορέα. Η αξία όμως των περισσότερων κρυπτονομισμάτων, με πιο γνωστά το bitcoin και το ethereum, μεταβάλλεται έντονα, καθώς καθορίζεται αποκλειστικά από την προσφορά και τη ζήτηση, και επηρεάζεται από την επενδυτική ψυχολογία και την κερδοσκοπία. Επειδή δεν υποστηρίζονται από κάποιο σταθερό περιουσιακό στοιχείο ή κρατική εγγύηση, οι διακυμάνσεις αυτές μπορεί να είναι μεγάλες και απρόβλεπτες. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η αστάθεια δημιουργήθηκαν τα stablecoins – κρυπτονομίσματα σχεδιασμένα έτσι ώστε η αξία τους να παραμένει σταθερή, καθώς είναι συνδεδεμένα με πραγματικά νομίσματα όπως το δολάριο ή το ευρώ.
Ο λόγος για τον οποίο τα stablecoins απειλούν τις τράπεζες είναι ότι μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο κινείται, τηρείται και χρησιμοποιείται το χρήμα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τρεις βασικοί πυλώνες του παραδοσιακού τραπεζικού ρόλου ενδέχεται να επηρεαστούν:
1. Καταθέσεις: Αν τα κεφάλαια μετακινηθούν από τραπεζικούς λογαριασμούς προς stablecoins, οι τράπεζες μπορεί να χάσουν μέρος των καταθέσεων, της σταθερότερης και φθηνότερης πηγής χρηματοδότησής τους.
2. Πληρωμές: Τα stablecoins επιτρέπουν άμεσες πληρωμές, εντός και εκτός συνόρων, χωρίς τη μεσολάβηση τραπεζών ή δικτύων καρτών. Αν αυτό επεκταθεί, θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τον ρόλο των τραπεζών ως ενδιάμεσων στις ροές πληρωμών και διακανονισμών.
3. Διαχείριση ρευστότητας: Επειδή λειτουργούν συνεχώς και σε πραγματικό χρόνο, τα stablecoins επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να μεταφέρουν και να αξιοποιούν τα διαθέσιμά τους άμεσα, χωρίς καθυστερήσεις ή τραπεζικούς περιορισμούς. Αυτό μπορεί να μειώσει την ανάγκη για τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι τράπεζες στη διαχείριση των ταμειακών ροών και των υπολοίπων των επιχειρήσεων.
Με λίγα λόγια, τα stablecoins δεν απειλούν απλώς συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες, αλλά την ίδια την κεντρική θέση των τραπεζών στην κυκλοφορία του χρήματος.
Από την άλλη μεριά, η δυναμική των stablecoins είναι δύσκολο να ανακοπεί και σίγουρα δεν εξαρτάται από τις τράπεζες. Η εξάπλωσή τους καθοδηγείται από την πρόοδο της τεχνολογίας και τις ανάγκες της παγκόσμιας οικονομίας για πιο γρήγορες, φθηνές και διαφανείς συναλλαγές. Επιχειρήσεις και καταναλωτές στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε λύσεις που προσφέρουν άμεση μεταφορά αξίας χωρίς γεωγραφικούς ή χρονικούς περιορισμούς, ενώ μεγάλες εταιρείες πληρωμών και τεχνολογίας ενσωματώνουν ήδη τη χρήση stablecoins στις πλατφόρμες τους. Την ίδια στιγμή, οι ρυθμιστικές αρχές σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ασία προχωρούν στη θέσπιση κανόνων που δίνουν θεσμική υπόσταση σε αυτή τη νέα μορφή χρήματος. Ολα αυτά δείχνουν ότι τα stablecoins έχουν ξεπεράσει το στάδιο του πειράματος και εξελίσσονται σε μια νέα μορφή υποδομής για τη μεταφορά και την αποθήκευση αξίας στην ψηφιακή οικονομία. Οι τράπεζες δεν μπορούν να σταματήσουν αυτή τη μετάβαση· μπορούν μόνο να επιλέξουν αν θα συμμετάσχουν ενεργά στη διαμόρφωση του νέου πλαισίου ή αν θα παραμείνουν στο περιθώριο των εξελίξεων.
Πώς θα μπορούσαν όμως οι τράπεζες να επωφεληθούν από αυτές τις εξελίξεις;
Τα stablecoins απειλούν τις τράπεζες γιατί μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο κινείται, τηρείται και χρησιμοποιείται το χρήμα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Οι τράπεζες δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο λειτουργίας τους εδώ και δεκαετίες. Το επιχειρηματικό τους μοντέλο εξακολουθεί να βασίζεται στις καταθέσεις, στις πληρωμές και στον δανεισμό, ενώ γύρω τους αναπτύσσονται ραγδαία νέοι τεχνολογικοί παίκτες –από fintechs μέχρι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας– που ήδη ασκούν πίεση και αμφισβητούν τον ρόλο τους. Το σημείο καμπής έχει ήδη φθάσει, και τα stablecoins προσφέρουν στις τράπεζες μια σπάνια ευκαιρία να ανανεώσουν τον ρόλο τους και να προσαρμοσθούν στο νέο ψηφιακό περιβάλλον. Οι ευκαιρίες αυτές μπορούν να συνοψιστούν σε έξι βασικούς άξονες:
1. Κάθε stablecoin στηρίζεται σε χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία που κρατούνται ως αποθεματικά για να διασφαλίζουν την αξία του. Οι τράπεζες μπορούν να τηρούν και να διαχειρίζονται αυτά τα αποθεματικά με ασφάλεια και διαφάνεια, προσφέροντας αξιοπιστία σε έναν τομέα που χρειάζεται θεσμική αξιοπιστία.
2. Οι ίδιες οι τράπεζες μπορούν να εκδίδουν δικά τους ψηφιακά νομίσματα, συνδεδεμένα με το ευρώ ή το δολάριο, επιτρέποντας πληρωμές σε πραγματικό χρόνο και μειώνοντας κόστος και καθυστερήσεις.
3. Οι τράπεζες μπορούν να ενσωματώσουν τη χρήση stablecoins απευθείας στους λογαριασμούς πελατών, στα προϊόντα διαχείρισης ρευστότητας (treasury) και στα συστήματα διακανονισμού συναλλαγών, προσφέροντας νέες δυνατότητες χωρίς να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ήδη συναλλάσσονται οι πελάτες.
4. Οι τράπεζες μπορούν να λειτουργήσουν ως σύνδεσμος ανάμεσα στο παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα και το νέο οικοσύστημα ψηφιακών συναλλαγών – εξασφαλίζοντας ότι οι συναλλαγές παραμένουν αξιόπιστες, ότι τηρούνται οι κανονισμοί για την προστασία των πελατών και ότι η μετάβαση γίνεται με τρόπο ασφαλή και επωφελή για την πραγματική οικονομία.
5. Οι τράπεζες μπορούν να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στη δημιουργία των δικτύων, πρωτοκόλλων και προτύπων που θα στηρίξουν την ευρεία χρήση των stablecoins, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός συστήματος συμβατού με τα υψηλά πρότυπα ασφάλειας και συμμόρφωσης του τραπεζικού τομέα.
6. Πέρα από τη χρήση τους για πληρωμές, οι τράπεζες μπορούν να αξιοποιήσουν τα stablecoins ως βάση για νέες υπηρεσίες, όπως εμπορική χρηματοδότηση, πληρωμές εφοδιαστικής αλυσίδας ή έξυπνες συμβάσεις (smart contracts) που εκτελούνται αυτόματα μέσω blockchain.
Τα stablecoins συμβολίζουν τη μετάβαση από ένα σύστημα όπου η κυκλοφορία του χρήματος περνάει αποκλειστικά μέσα από ενδιάμεσους και μεσάζοντες, σε ένα σύστημα όπου η οικονομική αξία μπορεί να μεταφέρεται απευθείας μέσω τεχνολογικών υποδομών. Για τις τράπεζες, αυτή η αλλαγή δεν είναι απλώς τεχνολογική· είναι στρατηγική – και ακριβώς γι’ αυτό η προσαρμογή τους δεν είναι εθελοντική, αλλά αναγκαία.
*Ο κ. Παναγιώτης Κριάρης είναι στέλεχος επιχειρήσεων στον χώρο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και του FinTech.

