Σημαντικές οι προμήθειες για την κερδοφορία των τραπεζών

Σημαντικές οι προμήθειες για την κερδοφορία των τραπεζών

Οι ελληνικές τράπεζες υστερούν έναντι των ευρωπαϊκών ως προς τη διαφοροποίηση των εσόδων, εκτιμά η DBRS

2' 22" χρόνος ανάγνωσης

Εμφαση στα έσοδα από προμήθειες αναμένεται να δώσουν οι ελληνικές τράπεζες, στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα της κερδοφορίας τους σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων, επισημαίνει η DBRS.

Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, οι ελληνικές τράπεζες υστερούν έναντι των ευρωπαϊκών ως προς τη διαφοροποίηση των εσόδων, με τα καθαρά έσοδα από προμήθειες να αντιπροσωπεύουν περίπου το 17% των συνολικών λειτουργικών εσόδων κατά μέσον όρο το πρώτο εξάμηνο του 2024, χαμηλότερα από το 22% στην Ευρώπη. Οπως επισημαίνει, οι τράπεζες στη Γερμανία, στην Ιταλία και στις σκανδιναβικές χώρες παρουσιάζουν την υψηλότερη συμβολή των καθαρών προμηθειών στα συνολικά έσοδα, ενώ οι ολλανδικές, ελληνικές και ιρλανδικές κατατάσσονται στην τελευταία θέση. Οι ελληνικές τράπεζες είναι μεταξύ αυτών που επωφελήθηκαν περισσότερο στην Ευρώπη από τις αυξήσεις των επιτοκίων, τονίζει η DBRS. Ενα σημαντικό ποσοστό των δανείων τους είναι με κυμαινόμενα επιτόκια και δεν έχουν μετακυλίσει μεγάλο μέρος των αυξήσεων επιτοκίων στους καταθέτες. Ωστόσο, ο υποτονικός βαθμός διαφοροποίησης των εσόδων τους αντιπροσωπεύει ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε αυτό το πλαίσιο της αναμενόμενης μείωσης των ΝΙΙ. Ενώ οι καθαρές προμήθειες συμβάλλουν λιγότερο στα έσοδά τους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι καθαρές προμήθειες των ελληνικών τραπεζών επί του συνολικού ενεργητικού είναι σε γενικές γραμμές σύμφωνες με αυτές των ευρωπαϊκών. Κατά την άποψη του οίκου, αυτό αντανακλά ορισμένα χαρακτηριστικά του ελληνικού τραπεζικού τομέα, συμπεριλαμβανομένου του μεγέθους, των επιπέδων συγκέντρωσης και της δομής των προϊόντων και των υπηρεσιών προμηθειών του.

Η υποαπόδοση των ελληνικών τραπεζών σε σχέση με την Ευρώπη όσον αφορά τη διαφοροποίηση των εσόδων έχει τις ρίζες της στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και στην κρίση του ελληνικού δημοσίου χρέους, επισημαίνει ο οίκος. Η οικονομία δεν μπορούσε να υποστηρίξει την ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με εισοδήματα από αμοιβές, κυρίως λόγω των χαμηλών επιπέδων εισοδήματος και αποταμίευσης των νοικοκυριών.

Ωστόσο, η ελληνική οικονομία έχει αποδειχθεί πλέον ανθεκτική, παρά το γεγονός ότι αντιμετώπισε σημαντικές προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, με την ανάπτυξη το 2024 να αναμένεται να έχει κινηθεί πάνω από το 2%, υπεραποδίδοντας σε σχέση με τον μέσο όρο στην Ευρωζώνη. Ο οίκος αναμένει ότι οι αυξανόμενες εκταμιεύσεις κονδυλίων της Ε.Ε., η χαλάρωση των συνθηκών χρηματοδότησης, η βελτίωση του εξωτερικού περιβάλλοντος και οι πρόσφατες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα στηρίξουν την ανάπτυξη.

Οι εξελίξεις στο μακροοικονομικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με τις πρωτοβουλίες των διοικήσεων επέτρεψαν στις ελληνικές τράπεζες να μειώσουν το χάσμα με τις ευρωπαϊκές τα τελευταία χρόνια, καθώς οι καθαρές προμήθειες των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκαν σε περίπου 17% των συνολικών λειτουργικών εσόδων το πρώτο εξάμηνο του 2024 από 15% το 2019 και στο 0,6% του συνολικού ενεργητικού από περίπου 0,5% την ίδια περίοδο. Οσον αφορά το μέλλον, οι ευνοϊκές οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας και οι κινήσεις των τραπεζών (οργανικές και μη οργανικές δράσεις, μέσω εξωτερικών συνεργασιών και μικρών εξαγορών) θα οδηγήσουν σε περισσότερες επενδύσεις από τις ιδιωτικές αποταμιεύσεις, συμβάλλοντας στην περαιτέρω μείωση του χάσματος με την Ευρώπη, εκτιμά η DBRS.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT