Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να είναι επιφυλακτική όσον αφορά την υπερβολική μείωση των επιτοκίων, καθώς το κόστος δανεισμού βρίσκεται ήδη κοντά σε ένα επίπεδο που δεν συγκρατεί πλέον την οικονομία και η νομισματική χαλάρωση θα μπορούσε να γυρίσει μπούμερανγκ, εκτιμά η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.
Ενα από τα γεράκια της Ευρωζώνης, η Σνάμπελ είπε σε συνέντευξή της ότι οι αξιωματούχοι μπορούν να συνεχίσουν να χαλαρώνουν τη νομισματική πολιτική, αλλά θα πρέπει να το κάνουν μόνο σταδιακά για να αποφύγουν τη μείωση των επιτοκίων κάτω από το λεγόμενο ουδέτερο επίπεδο. Η υπερβολική χαλάρωση θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες, προειδοποίησε.
«Δεδομένων των προοπτικών για τον πληθωρισμό, νομίζω ότι μπορούμε να κινηθούμε σταδιακά προς το ουδέτερο επίπεδο, εάν τα εισερχόμενα στοιχεία συνεχίσουν να επιβεβαιώνουν το βασικό μας σενάριο», δήλωσε η Σνάμπελ. «Θα προειδοποιούσα να μην κινηθούμε πολύ μακριά, δηλαδή σε διευκολυντικό έδαφος», πρόσθεσε.
Η ίδια τοποθετεί το ουδέτερο επιτόκιο, το οποίο δεν μπορεί να μετρηθεί επακριβώς, μεταξύ του 2% με 3% – υψηλότερα από άλλους αξιωματούχους της ΕΚΤ, όπως ο Γιάννης Στουρνάρας και ο Μάριο Σεντένο, που είναι ο κεντρικός τραπεζίτης της Πορτογαλίας. Με το επιτόκιο αναφοράς να βρίσκεται στο 3,25% μετά τις τρεις μειώσεις κατά ένα τέταρτο της μονάδας μέσα στο 2024, η Σνάμπελ δήλωσε ότι «μπορεί να μην είμαστε τόσο μακριά» από το επίπεδο του ουδέτερου επιτοκίου.
Οι αγορές χρήματος περιόρισαν τα στοιχήματα για μειώσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ μετά τα σχόλια της Σνάμπελ, βλέποντας μόνο 146 μονάδες βάσης χαλάρωσης έως το τέλος του 2025 έναντι 150 προηγουμένως.
Οι παρατηρήσεις της τροφοδοτούν μια εντεινόμενη συζήτηση σχετικά με το πώς θα πρέπει να αντιδράσει η ΕΚΤ στην επιδείνωση της οικονομίας της Ευρωζώνης, παράλληλα με τον πληθωρισμό που πλησιάζει τον στόχο του 2% ταχύτερα από ό,τι προβλεπόταν προηγουμένως – αλλά όχι χωρίς να αφήνει θυλάκους ανησυχίας.

