Στην ιστορία της ελληνικής τηλεοπτικής μυθοπλασίας υπάρχουν λίγοι χαρακτήρες που κατάφεραν να γίνουν κομμάτι της συλλογικής μνήμης των τηλεθεατών. Ενας από αυτούς είναι αναμφίβολα ο Γιάγκος Δράκος της «Λάμψης», της εμβληματικής σαπουνόπερας του Νίκου Φώσκολου, η οποία προβλήθηκε από τη συχνότητα του ΑΝΤ1 από το 1991 μέχρι το 2005. Σταθερός πυλώνας των 3.457 επεισοδίων της καθημερινής σειράς ήταν ο ηθοποιός Χρήστος Πολίτης, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών.
Παρότι ο Πολίτης διέγραψε αξιόλογη πορεία και στο θέατρο, αποτελώντας ιδρυτικό στέλεχος του «Απλού Θεάτρου», στοχεύοντας στην αποκέντρωση του θεάτρου με περιοδείες σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στον κινηματογράφο (υπενθυμίζουμε πως το τελευταίο πέρασμά του έγινε το 2022 στο «Broadway» του Χρήστου Μασσαλά), ο ηθοποιός έδωσε ζωή σε ένα ρόλο που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην καθημερινότητα των ’90s και των πρώτων χρόνων των ’00s. Βέβαια, μέχρι να εμφανιστεί το φαινόμενο «Λάμψη» το κοινό έδειχνε φαινόμενα μαζικής λατρείας απέναντι σε σειρές και χαρακτήρες, αλλά κυρίως ξένων προϊόντων, όπως η «Τόλμη και γοητεία».
Σε αυτό το πλαίσιο, δύο χρόνια μετά την ίδρυση του ΑΝΤ1, ο Νίκος Φώσκολος δημιούργησε την πρώτη ελληνική σαπουνόπερα με όλα τα αναγνωρίσιμα συστατικά: μια πανίσχυρη δυναστεία, ένας αυταρχικός πατριάρχης, μια επαναστατική σύζυγος, ερωτικά τρίγωνα, ίντριγκες, απόπειρες δολοφονιών και δραματικά «cliffhangers» που κρατούσαν το κοινό σε διαρκή αγωνία.
Η επιρροή της υπήρξε τόσο μεγάλη που κάθε αντίπαλο πρόγραμμα, από τηλεπαιχνίδια μέχρι ενημερωτικές εκπομπές, κατατασσόταν αμέσως στη δεύτερη θέση των τηλεθεάσεων. Κάθε απόγευμα, μόλις ακούγονταν οι πρώτες νότες από το μουσικό θέμα του Ρόμπερτ Ουίλιαμς και εμφανιζόταν ο ουρανοξύστης της Giant (ο πύργος Atrina στο Μαρούσι), νοικοκυρές και ηλικιωμένοι εγκατέλειπαν οποιαδήποτε δραστηριότητα και παρακολουθούσαν το δράμα της οικογένειας Δράκου. Οι πυκνογραμμένοι διάλογοι, οι πομπώδεις ατάκες («που να με πάρει ο διάολος»), οι ασυνήθιστοι χαρακτηρισμοί («ανθρωπόμορφο τέρας») και οι ατελείωτες επαναλήψεις δημιούργησαν μια αισθητική που αργότερα απέκτησε καλτ χαρακτήρα. Για τις νεότερες γενιές, η διαχρονικότητα της «Λάμψης» δεν οφείλεται τόσο στην πλοκή όσο στις παιδικές αναμνήσεις. Δύσκολα θα βρει κανείς άνθρωπο που μεγάλωσε στα τέλη των ’90s χωρίς την εικόνα μιας γιαγιάς καθηλωμένης μπροστά στην τηλεόραση, με τη φωνή στο τέρμα κάθε φορά που εμφανιζόταν ο Γιάγκος Δράκος.
Στα χέρια του Χρήστου Πολίτη ο Γιάγκος Δράκος απέκτησε σπάνιο βάθος. Ο ηθοποιός ισορρόπησε ανάμεσα στη σκληρότητα και την ευαλωτότητα, προκαλώντας φόβο, απέχθεια αλλά και οίκτο, ιδίως στις σκηνές των αλλεπάλληλων αποπειρών δολοφονίας και στο εμβληματικό φινάλε, όπου εκφωνεί έναν συγκινητικό μονόλογο μπροστά σε ένα άδειο τραπέζι, καθώς δεν υπάρχει ίχνος από την πολυμελή οικογένειά του.
Παράλληλα άφησε ως παρακαταθήκη ένα παράδειγμα επαγγελματισμού και αφοσίωσης, χάρη στη συνεχή παρουσία του σε όλη τη διάρκεια της σειράς, διατηρώντας συνέπεια και ποιότητα στην ερμηνεία του παρά τα απαιτητικά γυρίσματα. Η διαρκής προσπάθειά του στο να επαναεφευρίσκει τα υποκριτικά εργαλεία του συνέβαλε στο να αποκτήσει η σειρά μια αίσθηση δραματικής συνέχειας, όπου ο θεατής ένιωθε ότι παρακολουθεί αληθινούς ανθρώπους και όχι κάποιους τηλεοπτικούς ρόλους. Αυτή είναι και μια παρακαταθήκη που αφήνει σε μια γενιά τηλεθεατών, στους οποίους κράτησε συντροφιά τα χρόνια της «Λάμψης».
