Η πρώτη επαφή του Δημήτρη Κίτσου με το λογοτεχνικό σύμπαν του Μ. Καραγάτση έγινε μέσα από τον Γιούγκερμαν, σε νεαρή ηλικία. Τη Μεγάλη Χίμαιρα τη διάβασε για τη σειρά της ΕΡΤ, όπου ερμηνεύει τον Μηνά, ο οποίος θα ερωτευτεί τη γυναίκα του αδερφού του, καπετάνιου Γιάννη Ραΐζη (Ανδρέας Κωνσταντίνου). Πρόκειται για τη Μαρίνα, έναν από τους πιο εμβληματικούς, φεμινιστικούς ρόλους της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που τον ερμηνεύει η Φωτεινή Πελούζο με φόντο, κυρίως, τη Σύρο της δεκαετίας του 1930. «Έφυγε απνευστί Η Μεγάλη Χίμαιρα. Παρότι είναι αρκετά σκοτεινό βιβλίο, το σκοτάδι του με τράβαγε αντί να με απωθεί. Και σίγουρα ήταν συγκλονιστικό. Έχει πάρα πολλές στιγμές ακραίας ποιητικής ομορφιάς», μου λέει. Μια και θα κυκλοφορήσει σε νέα έκδοση με την Καθημερινή της Κυριακής στις 4 Ιανουαρίου, του ζητάω να επιλέξει ένα απόσπασμά του που να τον συγκίνησε ιδιαίτερα. Δυσκολεύεται στην επιλογή. Λογικό.
Αποσπάσματα από το βιβλίο
Το βράδυ, μου στέλνει μέσω email τη φωτογραφία δύο σελίδων από το βιβλίο. Αργότερα, με ένα ηχητικό μήνυμα στο WhatsApp μου αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, μια εμβόλιμη ιστορία που παρατίθεται κατά τη διάρκεια της αφήγησης ενός ταξιδιού του «μυθιστορηματικού αδερφού» του στην Ασία, η οποία με είχε μαγέψει κι εμένα όταν τη διάβασα. «Φαινομενικά, δεν έχει να προσφέρει κάτι στην πλοκή. Αφορά έναν ναύτη δεκαέξι χρονών, καλό παιδί, λίγο ατίθασο. Κάτι γίνεται, πεθαίνει, οι σύντροφοί του πάνε να τον θάψουν, αλλά έχουν ξεχάσει τον σταυρό, τον κατεβάζουν στον τάφο πριν από τον ασπασμό, γίνονται πράγματα που θα τα έβλεπες σε κωμωδία», μου λέει. Στη νέα έκδοση του βιβλίου, όλα αυτά περιγράφονται στις σελίδες 208-213. «Η συγκεκριμένη σεκάνς μαζί με άλλες επιλογές του Καραγάτση –π.χ. το ότι δίνει στα στοιχεία της φύσης θεϊκή οντότητα– δημιουργούν έναν πλουραλισμό από ατμόσφαιρες, που σε βάζουν σε μια παραμυθένια διάσταση», παρατηρεί.
Οδηγώντας, ώρα 18.20
Το σπίτι όπου μένω είναι ισόγειο, βρίσκεται σε ένα στενό από το οποίο δεν χωράνε να περάσουν αυτοκίνητα και δεν έχω καλό σήμα. Για να κάνουμε τη συνέντευξη τηλεφωνικά, ενώ εκείνος οδηγεί για να επιστρέψει στο σπίτι του μετά από μια πρόβα, ανοίγω το παράθυρο της κουζίνας και βγαίνω ο μισός έξω. Κοιτάζω το ρολόι του φούρνου μου: 18.20. Θα συμμετάσχει, μου λέει όταν τον ρωτάω σε τι πρόβα ήταν, στο Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα του Δημήτρη Παπαϊωάννου, σε μουσική Γιώργου Κουμεντάκη, που θα ανεβεί τον Ιανουάριο στην Κεντρική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Πρόκειται για ένα έργο που παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1995, αφιερωμένο σε εκείνους που χάθηκαν από το AIDS. «Το θέμα του έργου, από μόνο του, είναι κάτι που με συγκινεί βαθύτατα, γιατί εμπεριέχει μέσα του ένα από τα βασικότερα ζητήματα με τα οποία ασχολείται η τέχνη: τον θάνατο».

Στο Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα, μου αναφέρει, «βλέπουμε μια συνεχή πτώση ανθρώπων από μια τεράστια σκάλα, μια δράση που συμβολίζει τα σώματα που κατρακυλούν στον θάνατο. Κι αυτή τη στιγμή, εμείς είμαστε κυκλωμένοι από τον θάνατο, βλέπουμε μια γενοκτονία να συντελείται μπροστά στα μάτια μας. Αυτό που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια με τους πολέμους στη Γάζα και την Ουκρανία, αλλά και αλλού στον κόσμο, για μένα, εμπεριέχεται στο Ρέκβιεμ». Το ότι ο ίδιος μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στο σύνολο των ερμηνευτών του, το ότι μπορεί να αφηγείται ένα τέτοιο γεγονός τον αγγίζει, ανάμεσα στ’ άλλα, και επειδή προσφέρεται γι’ αυτού του είδους τις αναγνώσεις.
Η επιλογή της υποκριτικής
Πριν τον πάρω τηλέφωνο για να με καλέσει πίσω, τον έχω γκουγκλάρει, έχω παρακολουθήσει συνεντεύξεις του στο YouTube. Γνωρίζω ότι γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1988. Ξεκίνησε το ταξίδι του στην υποκριτική μέσα από τη θεατρική ομάδα του Πολυτεχνείου, στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδαζε, και στη συνέχεια συνίδρυσε τους C. for Circus. Έπειτα, πέρασε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, απ’ όπου αποφοίτησε το 2015. Τριτοετής, έπαιξε στο Park της Σοφίας Εξάρχου.
Ακολούθησαν κι άλλες ταινίες, πολλές παραστάσεις με το Εθνικό Θέατρο και ρόλοι σε τηλεοπτικές παραγωγές. Πώς αποφάσισε να γίνει ηθοποιός; «Κάπως με πήρε η μπάλα. Δεν ήταν συνειδητή επιλογή. Μου άρεσε ο Τσάρλι Τσάπλιν, ένας φίλος μου που είχε περάσει από θεατρικές ομάδες ως φοιτητής μού είχε πει πως αποτελούν υπέροχη εμπειρία, είχε τύχει να δω και το φιλμ Πατς Άνταμς: Γιατρός-μάλαμα με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς».
Σε αυτή την ταινία, ο Γουίλιαμς ντυνόταν κλόουν και πήγαινε σε κλινικές με αρρώστους, σε παιδιά που σε λίγο θα πέθαιναν από καρκίνο, για να τους προσφέρει ανακούφιση. «Το θεραπευτικό κομμάτι που μπορεί να έχει η τέχνη με τροφοδοτεί, με κάνει συνεπή· να θεωρώ ότι αυτό που κάνω είναι λειτούργημα. Φυσικά και η υποκριτική έχει και μια ναρκισσιστική, μια ματαιόδοξη πλευρά, αλλά θεωρώ –ή ελπίζω– να μην είναι αυτή η βασική μου κινητήρια δύναμη». Η τέχνη είναι θεραπευτική για τους άλλους ή και για τον ίδιο, όταν βρίσκεται πάνω στη σκηνή ή στο «σετ»; «Και για μένα, πάρα πολύ. Με φέρνει σε επαφή με το σώμα μου, με τα συναισθήματά μου, με το ποιος είμαι».
Δουλειά με τον εαυτό σου
Για να γίνει καλύτερος ηθοποιός, λοιπόν, αναγκάζεται να δουλέψει με τον εαυτό του, να εξερευνήσει τα σκοτάδια του, να εξερευνήσει την ανθρώπινη ψυχολογία. Η υποκριτική τον κινητοποίησε, μάλιστα, να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία. «Σου επιτρέπει να ανέβεις στη σκηνή, να εμπλακείς σε μια κατάσταση η οποία μπορεί να σου θυμίζει κάτι πολύ τραυματικό και να μπορέσεις όλο αυτό να το διαχειριστείς. Εμένα με έχει κάνει να είμαι πολύ πιο ανοιχτός στο να έρθω σε επαφή με τραυματικές περιοχές, χωρίς αυτό μετά να μου στοιχίζει, χωρίς να δυσκολεύομαι να επιστρέψω στην ισορροπία μου».

Στο σετ της Μεγάλης Χίμαιρας
Έχουν γραφτεί τόσο πολλά, καιρό τώρα, εν αναμονή της πρεμιέρας της Μεγάλης Χίμαιρας, που μου φαίνεται ότι έχει καθυστερήσει η προβολή της. «Συνήθως σε μια παραγωγή τέτοιου μεγέθους», με πληροφορεί, «αφού τελειώσουν τα γυρίσματά της, χρειάζεται χρόνος για να γίνουν σωστά το μοντάζ, το color correction κ.λπ.».
Στη συνέχεια ανοίγει μια μεγάλη παρένθεση και μου αναπτύσσει με πάθος ένα θέμα που θέλει να θίξουμε: το ότι συχνά οι καθυστερήσεις στις τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παραγωγές οφείλονται σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με οικονομικές και άλλες εγκρίσεις. Μου αναφέρει, μάλιστα, τη δημιουργία της πρωτοβουλίας Ορατότης Μηδέν, η οποία στηρίζει τις διεκδικήσεις των ανθρώπων που εργάζονται για τις οπτικοακουστικές παραγωγές στη χώρα μας.
Ξανά μαζί
«Είμαι άνθρωπος που αγαπάει τα ταξίδια, οπότε το να με βάλεις στη διαδικασία τού να πάω για δουλειά κάπου αλλού, με αναζωογονεί», μου λέει όταν η παρένθεση κλείνει και επιστρέφουμε στα της Μεγάλης Χίμαιρας. Γι’ αυτό και απόλαυσε το μεγάλο διάστημα που πέρασε με τους άλλους συντελεστές της παραγωγής στη Σύρο. Στο σετ δούλεψε ξανά με τη Φωτεινή Πελούζο, με την οποία είχαν συνεργαστεί στη σειρά Salade grecque του Amazon, αλλά και με τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, με τον οποίο είχαν παίξει μαζί στην ταινία Dog της Γιάννας Αμερικάνου.
Για την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, που ερμηνεύει τη μητέρα του, τη Ραΐζαινα, θα μου πει: «Ήταν ένα τεράστιο μάθημα το ότι είδα τον τρόπο που υπήρχε στο σετ, το πόσο οργανωμένη ήταν, το πόσο έτοιμη να χωθεί σε μια συνθήκη χωρίς καμία ντροπή, αναστολή ή ενοχή».
Η προσέγγιση του ρόλου
Το καλοκαίρι πριν από τα γυρίσματα, παρακολούθησε ένα σεμινάριο της Αμερικανίδας coach Ιβάνα Τσάμπακ, η οποία έχει δημιουργήσει μια δική της τεχνική υποκριτικής, που θυμίζει λίγο την κατεύθυνση του Actors Studio. Τη χρησιμοποίησε, μου λέει, για να προσεγγίσει τον ρόλο του Μηνά. «Επί της ουσίας, βέβαια, αυτό που εγώ αναζητώ πάντα είναι το να μπω στη θέση του ανθρώπου που ενσαρκώνω, να συνδεθώ συναισθηματικά με τον ρόλο, να μην τον παίζω σαν να είμαι μηχανικός που πρέπει να εκτελέσει ένα έργο σύμφωνα με συγκεκριμένες προδιαγραφές», ξεκαθαρίζει.
Έτσι, βρίσκει κάποιες κοινές περιοχές σκέψης, συμπεριφορών ή καταστάσεων, κάποιες αντιστοιχίες με τη δική του ζωή και προσπαθεί να αντιμετωπίζει τους χαρακτήρες που ερμηνεύει με συμπόνια.
Με την ορμή του έρωτα
Ο Μηνάς ερωτεύεται και κάνει σεξ με τη γυναίκα του αδερφού του, ενώ υπερλατρεύει τον αδερφό του. «Ήταν ένας άνθρωπος που δεν μπόρεσε να κρατηθεί μπροστά στην ορμή του έρωτά του, αυτής της λύσσας», μου λέει, ενώ πιστεύει ότι τον Μηνά τον οδηγούσε, σε καθετί που έκανε, μια ζωώδης ορμή προς τη ζωή. «Κινούνταν στους καλλιτεχνικούς κύκλους, των ποιητών, παρότι είχε σπουδές στη Νομική. Νομίζω πως ασυνείδητα είχε τη γνώση ότι θα πεθάνει νέος και, ειδικά εκείνη την εποχή που το προσδόκιμο ζωής ήταν πιο μικρό απ’ ό,τι σήμερα, αυτό τον οδηγούσε στο να θέλει να τη ρουφήξει όσο πιο έντονα μπορούσε».
Ο ίδιος έχει φόβους;
«Ναι, φυσικά. Ασυνείδητα αλλά και συνειδητά πολλές φορές, ο φόβος του θανάτου, του ότι έρχεται ένα τέλος, είναι πηγή πολλών πράξεών μου».
Τι θέλει να προλάβει να κάνει στη ζωή του;
«Ουφ! Άπειρα πράγματα. Να βρω το σπίτι των ονείρων μου, να μπορέσω να φτιάξω μια οικογένεια, να γυρίσω όλο τον κόσμο, να πάω σε μέρη που δεν θυμίζουν δυτικούς πολιτισμούς. Να ασχοληθώ με άλλα επαγγέλματα, να μπω στο κομμάτι της σκηνοθεσίας, να μπω στη φωτογραφία, να κάνω εθελοντισμό σε σχέση με τα ζώα». Μικρός, ήθελε πάρα πολύ να γίνει κτηνίατρος.
Ανεκπλήρωτη επιθυμία;
«Τώρα θα ήθελα να βρεθώ σε ένα κέντρο προστασίας άγριας ζωής ή να βοηθήσω ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε δυσχερή θέση. Για ένα διάστημα, όταν ήταν στο κόκκινο η κρίση του Προσφυγικού, είχα πάει στη Μόρια».

