Το ημερολόγιο έδειχνε 3 Δεκεμβρίου του 2000 όταν προβλήθηκε στην Αμερική, από το κανάλι Showtime, το πρώτο επεισόδιο του «Queer as folk», μιας σειράς με πρωταγωνιστές πέντε γκέι άνδρες, η οποία έμελλε να γράψει ιστορία.
Αμερικανο-καναδικής συμπαραγωγής, βασίστηκε σε ένα βρετανικό φορμά και κατάφερε με την πλοκή και τον έντονο ρυθμό της να καθηλώσει εκατομμύρια τηλεθεατές ανά τον κόσμο, γνωρίζοντας απρόσμενα μεγάλη επιτυχία στο ευρύτερο κοινό και όχι μόνο ανάμεσα στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, στην οποία είχαν στοχεύσει οι δημιουργοί της. Διήρκεσε πέντε σεζόν και 83 επεισόδια, ενώ στην Ελλάδα ο πρώτος της κύκλος προβλήθηκε από το Star, με τον τίτλο «Ανάμεσά μας», το 2002 και το 2003.

Ενα τηλεοπτικό φαινόμενο
Στους επόμενους κύκλους του, το «Queer as folk» συνέχισε να εξιστορεί με πρωτοφανή –για τα έως τότε τηλεοπτικά δεδομένα– ειλικρίνεια τη ζωή του Μπράιαν, του Τζάστιν, του Μάικλ, του Εμετ και του Τεντ σε μια γκέι γειτονιά του Πίτσμπεργκ της Πενσιλβάνια. Το στόρι γύριζε γύρω από το «περίπλοκο ρομάντζο» του διαφημιστή Μπράιαν (Γκέιλ Χάρολντ) και του Τζάστιν (Ράντι Χάρισον), που αργότερα θα σπούδαζε καλές τέχνες, αλλά και γύρω από το κλαμπ «Babylon», που θα το αγόραζε ο Μπράιαν όταν θα σταματούσε να είναι δημοφιλές για να σώσει, μαζί με αυτό μια ολόκληρη εποχή της οποίας το τέλος πλησίαζε: εκείνη κατά την οποία οι ήρωες της σειράς έζησαν τα ατίθασα νιάτα τους.
Στην πέμπτη σεζόν, που στην Αμερική προβλήθηκε το 2005, η παρέα που αγαπήσαμε βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα νομοσχέδιο που απειλούσε να ανατρέψει τις κατακτήσεις του ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος – λες και στο «Queer as folk» να είχαν προβλεφθεί η επέλαση του Τραμπ και το νεοσυντηρητικό backlash.
Μάλιστα, σε ένα από τα τελευταία του επεισόδια, την ώρα που στη σκηνή του «Babylon» τραγουδούσε η Σίντι Λόπερ, η οποία έπαιζε ως γκεστ τον εαυτό της, έλαβε χώρα, σύμφωνα με το σενάριο, μια βομβιστική επίθεση μίσους με επτά νεκρούς. Εντεκα χρόνια αργότερα, στην αληθινή ζωή, στο γκέι κλαμπ «Pulse» του Ορλάντο ένας άνδρας θα άνοιγε πυρ σκοτώνοντας 49 ανθρώπους.

Μιλώντας με αλήθειες
Το «Queer as folk» ασχολήθηκε με «ταμπού», «δύσκολα», «αμφιλεγόμενα» ή «πολύ φιλελεύθερα» θέματα ακόμα και για την αμερικανική κοινωνία της δεκαετίας του 2000, όπως με την ψυχαγωγική χρήση και τον εθισμό σε παράνομες ψυχοτρόπες ουσίες, το AIDS και τη σεξεργασία. Κυρίως, όμως, λειτουργούσε ως ένας ύμνος στις νεανικές φιλίες και στους έρωτες, όπως γινόταν περίπου την ίδια εποχή στα «Φιλαράκια» (1994-2004). Παράλληλα, αναδείκνυε το δέσιμο που αναπτυσσόταν ανάμεσα στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, καθώς υφίσταντο τις ίδιες διακρίσεις.


