Είναι Σάββατο πρωί και έξω ετοιμάζεται να βρέξει, όταν παίρνω τηλέφωνο τη Νάνσυ Μπούκλη για να τη γνωρίσω καλύτερα και να μιλήσουμε για την Ιουλία, τον ρόλο που ερμηνεύει στη σειρά του Alpha Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι. Εκείνη ετοιμάζεται να πάει σε μια φωτογράφιση ρούχων, συνθήκη που δίνει την πάσα για την πρώτη ερώτηση που της θέτω.
Ποια είναι η σχέση σου με τη μόδα;
Α, τέλεια, θα κάνουμε και κουβέντα! Όλοι για τη σειρά με ρωτάνε! Μου αρέσει η μόδα, ασχολούμαι, ψάχνω το πώς ντύνομαι, είμαι πολύ του χρώματος, μπερδεύω τα patterns. Όσο μεγαλώνω και αποκτώ περισσότερες προσλαμβάνουσες, τόσο πιστεύω ότι ο τρόπος που ντυνόμαστε κάπως μας προσδιορίζει.
Τι πιστεύεις ότι λέει για σένα το ότι σου αρέσει το χρώμα;
Το ότι είμαι έτσι και μέσα μου. Επίσης, μου φτιάχνει τη διάθεση το χρώμα και έχω παρατηρήσει πως με επηρεάζει το ότι στα τελευταία επεισόδια της σειράς φοράω όλο σκούρα. Στη ζωή μου, σπάνια θα φορέσω μαύρα, ενώ ακόμα και όταν δεν είμαι καλά, αν ντυθώ με ωραία, καθαρά και όμορφα ρούχα, κάπως θα ανεβώ ψυχολογικά.
Τι μουσική ακούς;
Οι αγαπημένες μου μουσικές είναι κάτι χορευτικές αφρικανικές. Μου αρέσει, επίσης, η κούμπια, η φανκ, η σόουλ, τέτοια πράγματα. Παλιά έβαζα και μουσική, ήμουν ντι τζέι.

Τη δουλειά της ηθοποιού την κάνεις δεκαπέντε χρόνια τώρα.
Ακριβώς.
Υπολογίζω, λοιπόν, ότι το ξεκίνημά σου έπεσε ακριβώς πάνω στην εποχή που ξεφούσκωνε όλη εκείνη η μεταολυμπιακή ευφορία που ζούσαμε, με τις διεθνείς μετακλήσεις και τις μεγάλες παραγωγές στις παραστασιακές τέχνες. Πώς τη βίωσες αυτή τη συνθήκη;
Το 2005 ήρθα στην Αθήνα, το 2006 άρχισα να σπουδάζω στη δραματική σχολή και δεν έχανα παράσταση. Πήγαινα στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, στην οποία ήταν υπεύθυνος ο Στάθης Λιβαθινός, έβλεπα τους ωραίους ηθοποιούς της γενιάς που σήμερα είναι γύρω στα σαράντα πέντε με πενήντα, ένιωθα την έμπνευση, τη δημιουργικότητα. Δεν ήταν όμως μόνο στο θέατρο όλα αυτά. Και στην τηλεόραση γίνονταν πολύ ωραίες σειρές: Το Νησί, Στο Παρά πέντε. Είχα κι εγώ όρεξη, έλεγα από μέσα μου ότι ο χώρος είναι ανοιχτός για να δοκιμάσω την τύχη μου και με το που βγήκα από τη σχολή, έγινε αυτό ακριβώς που λες.
Στην τηλεόραση κυριαρχούσαν τα ριάλιτι, είχε μπει ένα φρένο στη μυθοπλασία, μετά έγιναν κι όλα αυτά με το μαύρο στην ΕΡΤ και το κλείσιμο του Mega. Εγώ, ευτυχώς, είχα την τύχη και τη χαρά, με το που τελείωσα τη σχολή, να ξεκινήσω με μια παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στο οποίο ονειρευόμουν να παίξω από φοιτήτρια. Είχα δει όλες τις παραστάσεις που ανέβαζε, επειδή ένιωθα ότι όσους δούλευαν εκεί δεν τους ενδιέφερε μόνο το πώς θα πάει εισπρακτικά μια παράσταση, αλλά και το ότι θα έχει κάτι να πει. Ανέβαιναν κείμενα που δεν τα ξέραμε, έκαναν παραστάσεις πιο νέοι σκηνοθέτες, είχε πάρα πολύ κόσμο – δεν πήγαιναν μόνο οι «κουλτουριάρηδες».
Οπότε ξεκίνησες από το θέατρο.
Ναι, το 2010, με την παράσταση Δεν μιλάμε γι’ αυτά του Κώστα Γάκη, που ήταν παραγωγή του ΘτΝΚ. Είχε γίνει talk of the town. Μιλούσαμε για τις σεξουαλικές αποκλίσεις με έναν δικό μας τρόπο, ήταν η εποχή που ήταν στα πάνω του το devised theatre και κάναμε πολλούς αυτοσχεδιασμούς. Όσοι παίζαμε σε αυτή την παράσταση ήμασταν 23 χρονών, από αυτήν πήραμε τα πρώτα μας χρήματα, που ήταν πολύ καλά, ενώ μας έδωσε και μια μεγάλη ώθηση.
Στο ξεκίνημά σου, τον εαυτό σου ως ηθοποι, τον κατηύθυνες προς το θέατρο, προς το σινεμά, προς την τηλεόραση, προς το πουθενά;
Ε, όχι και προς το πουθενά! Θα σου πω. Εμένα μου αρέσει πολύ η έρευνα. Από μικρή, από το σχολείο, διάβαζα βιβλία, έβλεπα ταινίες, άκουγα μουσική, επιζητούσα να έχω πολλές προσλαμβάνουσες. Αν μου άρεσε ένα τραγούδι, θα έψαχνα τον δίσκο, θα έψαχνα τον καλλιτέχνη. Το ίδιο συνέβαινε και με τις ταινίες. Στο Λύκειο ειδικά, τη διέξοδό μου την έβρισκα στον κινηματογράφο. Είχα δει τα πάντα, ήθελα να ασχοληθώ με το σινεμά, παρακολουθούσα τις δραστηριότητες του Φεστιβάλ Ολυμπίας –είμαι από την Ηλεία– και έγραφα κριτικές. Αργότερα, όταν μπήκα στη δραματική σχολή, είδα ότι μου αρέσει και το να προσπαθώ να είμαι παρούσα, ως περφόρμερ, σε ό,τι μου ζητάει η κάθε συνθήκη, το κάθε μέσο.
Φέτος, κάνεις μόνο τηλεόραση. Ως παιδί, ήσουν «τηλεορασάκιας»;
Θα σου πω μόνο ότι οι γονείς μου, όταν ήμουν στο Δημοτικό, μου έγραφαν τις διαφημίσεις σε βιντεοκασέτες, για να τις βλέπω και να κάθομαι ήσυχη. Έβλεπα συνέχεια τηλεόραση. Υπήρχε, βέβαια, και μια απαγόρευση από ένα σημείο και μετά, για να διαβάζω, αλλά εγώ έβλεπα στα κρυφά αυτά που ήθελα: τους Δύο ξένους, Στο Παρά πέντε, σειρές του Παπακαλιάτη. Ήταν σαν να ήξερα το τι θα έκανα στο μέλλον. Κάπως φανταζόμουν ζωές, σκεφτόμουν πώς θα έπαιζα εγώ κάποιον ρόλο.
Ήσουν καλή μαθήτρια;
Θα έλεγα ότι ήμουν πάρα πολύ ετοιμόλογη.
Και παραμένεις.
Νομίζω ότι το έχω πάρει από τους γονείς μου. Μου αρέσει η επικοινωνία. Στο σχολείο με έβαζαν οι συμμαθητές μου να πιάνω κουβέντα με τους καθηγητές μας για να χάνουμε μάθημα. Δεν διάβαζα πολύ, τα «έπιανα» από την παράδοση. Ήμουν, ας πούμε, καλή μαθήτρια, αλλά δεν θα περνούσα ποτέ στην Ιατρική. Ήμουν της θεατρικής ομάδας, της μουσικής, έκανα κοπάνες για να πάω σινεμά.
Την Ιουλία που ερμηνεύεις στο Σπίτι δίπλα στο ποτάμι, την αγαπάς;
Πάρα πολύ, και προσπαθώ να καταλάβω πώς έχει μεγαλώσει. Την είδαμε να αναρωτιέται γιατί, ας πούμε, δεν θέλει να μορφωθεί περισσότερο και προτιμά να κάνει οικογένεια, να είναι ερωτευμένη με τον άντρα της και να ανθίσει στο σπίτι. Αυτό, για μένα, δεν την καθιστά «κατώτερη», παρότι, ως Νάνσυ, θα ήθελα να θέλει να σπουδάσει. Ό,τι πιάνει η Ιουλία στα χέρια της ανθίζει. Έχει έντονη την αίσθηση της δικαιοσύνης, δεν θα άφηνε ποτέ να υποτιμήσεις κάποιον μπροστά της. Δεν δείχνει αλαζονεία επειδή ζει καλά. Καθόλου. Κι αυτό το εκτιμώ αφάνταστα.
Το Σπίτι δίπλα στο ποτάμι προβάλλεται από τον Alpha στις 22.30, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη.

