Μαρινέλλα (1938-2026): «Ποτέ δεν αισθάνθηκα μύθος. Κάτω από τη σκηνή δεν είμαι τίποτα»

Μαρινέλλα (1938-2026): «Ποτέ δεν αισθάνθηκα μύθος. Κάτω από τη σκηνή δεν είμαι τίποτα»

Τα παιδικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στο τραγούδι, οι έρωτες, οι χωρισμοί, η οικογένεια, το ταξίδι αυτογνωσίας. η ζωή και η πορεία της σπουδαίας ερμηνεύτριας όπως τη διηγήθηκε μέσα από συνεντεύξεις της στην «Κ»

μαρινέλλα-1938-2026-ποτέ-δεν-αισθάνθηκα-μύθ-564151732 «Στο χέρι σου είναι από κάθε έρωτα να κρατάς τα καλά. Αυτό έκανα πάντα, γι’ αυτό είμαι φίλη με όλους όσοι πέρασαν από το πλευρό μου. Μια συμβουλή θα σου δώσω: Χώρισες; Μην κατηγορήσεις ποτέ τον άνδρα με τον οποίο έζησες. Θα σου γυρίσει μπούμερανγκ». [ΘΑΛΕΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ]
«Στο χέρι σου είναι από κάθε έρωτα να κρατάς τα καλά. Αυτό έκανα πάντα, γι’ αυτό είμαι φίλη με όλους όσοι πέρασαν από το πλευρό μου. Μια συμβουλή θα σου δώσω: Χώρισες; Μην κατηγορήσεις ποτέ τον άνδρα με τον οποίο έζησες. Θα σου γυρίσει μπούμερανγκ». [ΘΑΛΕΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ]
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η πρώτη της ανάμνηση

«Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι στη ζωή μου είναι η μέρα που γύρισε από τον πόλεμο ο πατέρας μου. Hταν άνοιξη του ’41. Hμουν δεν ήμουν τριών ετών. Από τα ξημερώματα τα καράβια έφερναν φαντάρους. Τον περίμενα. Από την ανυπομονησία, βγήκα από το σπίτι μας, μπλέχτηκα μες στον κόσμο κι όπως περνούσαν οι φαντάροι τούς κοίταζα μέσα στα μάτια. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου; Κάποια στιγμή, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, σταμάτησα μπροστά σε έναν ψηλό άνδρα. Κοιταχτήκαμε για λίγο. “Μπαμπά!” φώναξα. Εκείνος πέταξε το σακίδιό του και με σήκωσε στην αγκαλιά του. Ξωπίσω ερχόταν η μάνα μου αλαφιασμένη. “Γιώργο! Πώς σε γνώρισε το παιδί;”. Είχαν σαστίσει. Αφού βρέφος ήμουν όταν είχε φύγει, ούτε φωτογραφία του δεν είχα δει, πώς ήξερα ότι ήταν εκείνος; Ενστικτο, θα μου πεις. Μάλλον».

Οι γονείς της

«Γλεντζές ο πατέρας μας, πλακατζού η μάνα μας, ποτέ δεν θα ξεχάσω τα γλέντια μας. Είχαμε γραμμόφωνο και μερικούς δίσκους 78 στροφών, βάζαμε στην άκρη τα έπιπλα, έμενε μόνο το τραπέζι στη μέση της σάλας. Εκεί με ανέβαζαν και χόρευα. Ποτέ δεν είδα τους γονείς μου κατσουφιασμένους. “Μουντρούχος” δεν ήξερα τι σημαίνει. Ο,τι και να συνέβαινε, “δόξα τω Θεώ” έλεγαν και προχωρούσαν. Με το κεφάλι ψηλά. Από εκείνους το έμαθα κι εγώ: ποτέ δεν κουβαλάω στο σπίτι μου στενοχώριες».

Η μαθητεία δίπλα στον Καζαντζίδη

«Δεν θα ξαναβγεί ποτέ τραγουδιστής σαν τον Καζαντζίδη. Δεν το λέω γιατί υπήρξα δίπλα του, αλλά γιατί έτσι είναι. Γιατί μόνο “πατιτούρα” μπορούμε εμείς να πούμε τα τραγούδια του· όπως κανείς δεν πρόκειται ποτέ να παίξει τα σόλα του Ζαμπέτα ή του Χιώτη όπως εκείνοι. Κάποιοι άνθρωποι είναι μοναδικοί. Ο Στέλιος απεχθανόταν τις φιοριτούρες και τους εντυπωσιασμούς. Τραγουδούσε σέργια, ίσια. Ετσι του άρεσε. Εκανε τα σπασίματα της φωνής του μόνο εκεί που το τραγούδι το “σήκωνε”. Και ξέρεις κάτι; Οταν βλέπεις έναν ίσιο δρόμο ν’ ανοίγεται μπροστά σου, ίσως βαριέσαι στην αρχή να τον περπατήσεις. Ομως σύντομα συνειδητοποιείς πως αυτή η ισάδα σού δίνει τη δυνατότητα να θαυμάσεις το τοπίο αριστερά και δεξιά. Μετά θαυμάζεις και τους τεχνίτες· πώς έκαναν αυτό το έργο τόσο ίσιο. Οι τσαλκάντζες –όσοι ξέρουν μουσική θα καταλάβουν– γίνονται για να αποφύγουμε κανένα φάλτσο ή επειδή η φωνή μας έχει βιμπράτο και θέλουμε να το καλύψουμε με σπασίματα. Εκείνος δεν τα είχε ανάγκη. Ηταν ένας χείμαρρος. Χωρίς να μου διδάξει συνειδητά τίποτα, ήταν ο σπουδαιότερος δάσκαλός μου. Αλλά είχε και καλή μαθήτρια…».

Το ρεπερτόριό της

«Εχω βάλει κι εγώ το λιθαράκι μου σ’ αυτό που λέγεται ελληνικό τραγούδι, αλλά έχω λιγότερα καλά τραγούδια σε σχέση με άλλους που έχουν μπαούλα από δαύτα. Δεν παραπονιέμαι, έτσι έτυχε. Κοίταξε, ούτε τον κόσμο κοροϊδεύω ούτε τον εαυτό μου. Το μεγαλύτερο ποσοστό των τραγουδιών μου δεν ήταν καλά. Μη με κοιτάς έκπληκτη, έτσι είναι. Δεν υπήρξα από τους τυχερούς. Η Μοσχολιού, για παράδειγμα, τραγούδησε Καλδάρα, Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο. Κι εγώ έκανα σουξέ με τον Ζαμπέτα, τον Πλέσσα, τον Κατσαρό, σαν τα δικά της τραγούδια δεν ήταν, όμως, τα δικά μου. Γιατί τα είπα; Θα έχεις δίκιο να με ρωτήσεις. Συνήθως επειδή μου άρεσε μια φράση μέσα σ’ αυτά. Τόσο ψώνιο ήμουν… Ομως υπήρχαν και διαχωρισμοί στον χώρο μας τότε. Αν έπαιρνες ένα δρόμο –εμπορικό να τον πω– δεν μπορούσες εύκολα να αλλάξεις πορεία. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Στάθηκα στα πόδια μου μ’ αυτή την πραμάτεια, μ’ αυτή την προίκα. Και καλά τα πήγα».

Μαρινέλλα (1938-2026): «Ποτέ δεν αισθάνθηκα μύθος. Κάτω από τη σκηνή δεν είμαι τίποτα»-1
Μαρινέλλα (1938-2026): «Ποτέ δεν αισθάνθηκα μύθος. Κάτω από τη σκηνή δεν είμαι τίποτα»-2

Το θέμα είναι τι τραγουδάς

«Είναι πολλοί οι τραγουδιστές που επιδίδονται σε σαχλαμαρίτσες μέσω της TV και κάποιων περιοδικών. Νομίζουν πως αν δείξουν το βρακί τους και το κορμί τους θα κάνουν καριέρα. Ωραίοι οι κοιλιακοί σου και τα μπούτια σου σμιλεμένα, να τα χαίρεσαι, το θέμα είναι όμως τι τραγουδάς. Ποια είναι η ουσία. Τι θα γράψει για σένα το βιβλίο αύριο. Αλλά μήπως έχει νόημα να μπαίνουμε πια και στο στούντιο; Ολα στα κομπιούτερ φτιάχνονται. Μια φράση από δω, μια άλλη από εκεί, τα δένει ο ηχολήπτης και ιδού το τραγούδι. “Είμαι λίγο χαμηλή”, του λες. “Μην ανησυχείς, θα σε ανεβάσω”, σου απαντά. Ολα πια είναι κοπτορραπτική. Εμείς μπαίναμε στο στούντιο όλοι μαζί, ορχήστρα και τραγουδιστές. Μια κι έξω έπρεπε να τα πούμε τα τραγούδια. Χωρίς λάθος. Η ένταση ήταν απίστευτη».

Εμπιστοσύνη στους νέους

«Πάντα εμπιστευόμουν νέους ανθρώπους. Δεν μπορώ τους ίδιους και τους ίδιους. Ούτε τις κλίκες και τα παρεάκια – τους Compagnons de la chanson. Θέλω να μοιράζεται η τράπουλα. Πολλοί από το σινάφι μου δεν το κάνουν. Οι περισσότεροι από όσους θεωρούνται φτασμένοι –όχι μόνο στο τραγούδι, αλλά σε όλους τους επαγγελματικούς χώρους– φοβούνται πως αν βάλουν κάποιον άλλον, νεότερο, στα χωράφια τους, θα τους πάρει ένα κομμάτι από την επιτυχία. Δεν θέλουν να ρισκάρουν τα κεκτημένα τους. Επαναπαύονται στις δάφνες τους. Ε, ας τις βάλουν στο φαΐ. Η φακή με δάφνη ξέρεις πόσο ωραία γίνεται;».

«Το μεγαλύτερο ποσοστό των τραγουδιών μου δεν ήταν καλά. Γιατί τα είπα; Θα έχεις δίκιο να με ρωτήσεις. Συνήθως επειδή μου άρεσε μια φράση μέσα σ’ αυτά. Τόσο ψώνιο ήμουν…».

Η πρωτοπορία και οι μιμητές

«Σ’ αυτή τη δουλειά, σε ό,τι διαφορετικό και επιτυχημένο γίνεται, υπάρχουν οι μιμητές. Κάθε μου παράσταση… τσουπ, την κοπιάρουν αμέσως. Επαιξα σε μιούζικαλ; Δεν υπάρχει τραγουδιστής που να μην μπήκε σε θίασο. Αλλά δεν με νοιάζει. Σημασία για μένα έχει να κατεβάζω ιδέες και να δοκιμάζω πράγματα. Οι φίλοι μου με λένε πολυεργαλείο και ελβετικό σουγιά. Γιατί τα κάνω όλα! Δεν είμαι υπάλληλος στην τέχνη μου, να κάθομαι σε ένα γραφείο να γράφω. Το 1991 γύρισα από την Αργεντινή και τους ανακοίνωσα: “Θα χορέψω ταγκό!”. “Στα μπουζούκια ταγκό; Τρελή είσαι;” απόρησαν οι συνεργάτες μου. Κι όμως, έστησα ένα ολόκληρο πρόγραμμα με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσουμε να χορέψουμε με τον Παπάζογλου. Την επόμενη χρονιά, όλες ταγκό χόρευαν!».

Στο βαρκάκι της

«Από μικρή λατρεύω το ψάρεμα. Κι όταν λέω ψάρεμα εννοώ την καθετή. Για καλάμια και παραγάδια ούτε ν’ ακούω δεν θέλω. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ωραίο είναι να κάθεσαι στην ησυχία της βάρκας, την ώρα που δύει ο ήλιος ή νωρίς το πρωί, να περιμένεις τι θα κάνει το ψάρι, πώς θα αντιδράσει, να επικοινωνείς μαζί του. Συνήθως έχω κι ένα ραδιοφωνάκι μαζί μου κι ακούω Τρίτο Πρόγραμμα. Το ψάρεμα δεν θέλει λαϊκά και τέτοια. Κι εκείνες τις ώρες ό,τι με βασανίζει φεύγει στη θάλασσα, στον αέρα, καίγεται στον ήλιο. Αδειάζω. Και κάνω τον σταυρό μου. Μόνο γι’ αυτό που μπορώ να απολαμβάνω, Θεέ μου, λέω, δεν μπορεί, κάτι καλό θα έχω κάνει στη ζωή μου».

Οι άνδρες

«Εκανα δύο γάμους, είχα και δύο – τρεις μεγάλες σχέσεις. Αν κάνεις τη σούμα, βγαίνουν πολλά χρόνια. Γνώρισα τον πατέρα της Τζωρτίνας, γεννήθηκε εκείνη, με τον Φρέντι (σ.σ. Σερπιέρη) μείναμε καλοί φίλοι. Από τότε που το παιδί μου έγινε 11-12 ετών είπα: Δεν σε παίρνει πια, κορίτσι μου, τελείωσαν οι άνδρες για σένα. Δεν ήθελα η κόρη μου να με βλέπει μια με τον έναν γκόμενο και μια με τον άλλον, ούτε να διαβάζει για τους έρωτές μου στα περιοδικά. Και μια χαρά είμαι έτσι. Είμαι χορτάτη. Ερωτεύτηκα, με ερωτεύτηκαν, έκανα έρωτα, ευχαριστήθηκα, το φόρεσα αυτό το “κοστούμι”. Δεν λέω ότι δεν με φλέρταραν από τότε, αλλά όλα είναι στο μυαλό μας. Οπως πέταξα ένα πρωί τα τσιγάρα μου από το παράθυρο, εγώ που κάπνιζα πέντε πακέτα τη μέρα, όπως σταμάτησα να τρώω κρέας, έτσι έγινε και με τους άνδρες. Τέρμα! Μου έλεγε η Αλίκη, με την οποία ήμασταν στενές φίλες: “Εγώ δεν μπορώ χωρίς άνδρα στο κρεβάτι μου, να μου ζεσταίνει τα πόδια”. “Και δεν παίρνεις καλύτερα μια μπουγιότα (σ.σ. θερμοφόρα)”, της απαντούσα, “να μην έχεις κανέναν ανάγκη;”».

Οι χωρισμοί

«Στο χέρι σου είναι από κάθε έρωτα να κρατάς τα καλά. Αν πάρεις και τη σαβούρα, εσύ θα φταις. Αυτό έκανα πάντα, γι’ αυτό είμαι φίλη με όλους όσοι πέρασαν από το πλευρό μου. Μια συμβουλή θα σου δώσω: Χώρισες; Μην κατηγορήσεις ποτέ τον άνδρα με τον οποίο έζησες. Θα σου γυρίσει μπούμερανγκ».

Η οικογένεια

«Πάντα άνθρωπος της οικογένειας ήμουν. Ούτε στον ιππόδρομο ή στα χαρτιά έχασα τα χρήματά μου ούτε στα ναρκωτικά τα ξόδεψα. Η κόρη μου είναι τα πάντα για μένα. Το “τσέρκι” της ζωής μου είναι η Τζωρτίνα και κατ’ επέκτασιν ο άνδρας της και τα παιδιά της. Αισθάνομαι ευλογημένη, λοιπόν. Τι να το κάνω μόνο το τραγούδι; Αγάπη μου, η δουλειά ποτέ δεν πρέπει να είναι σε πρώτο πλάνο. Οσοι το πιστεύουν είναι ανόητοι. Μετά εξήντα και βάλε χρόνια σ’ αυτόν τον χώρο, έχω βρει μέσα μου την ισορροπία και είμαι καλά. Αν δεν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, ούτε ο έρωτας μπορεί να σε βοηθήσει, ούτε τα παιδιά, ούτε η καριέρα. Είσαι χαμένος από χέρι…».

Κοιτάζοντας στον καθρέφτη

«Κοίταζα τις προάλλες μια νεανική φωτογραφία μου. “Ποια είναι αυτή; Δεν μ’ αρέσει καθόλου”, είπα. Περνάει η ζωή. Καμία μέρα δεν ταιριάζει με την άλλη, αύριο δεν μπορείς να είσαι όπως ήσουν χθες, ούτε όπως είσαι σήμερα. Και οι ρυτίδες θα έρθουν, και η κυτταρίτιδα, και η πρεσβυωπία. Είπε κάποτε ο Μορίς Σεβαλιέ πως κάθε πρωί που ξυπνάει πηγαίνει στον καθρέφτη του και πριν κοιταχτεί, κλείνει τα μάτια και λέει στον εαυτό του “Φτου σου, αγόρι μου, τι ωραίος που είσαι!”. Εστω κι αν, όταν ανοίγει τα μάτια, βλέπει απέναντί του έναν άνδρα άπλυτο, αξύριστο, με τα μαλλιά αχτένιστα. Αυτό κάνω κι εγώ. Φτου σου, κοπελάρα μου, τι ωραία που είσαι, λέω στον εαυτό μου».

Το κοινό

«Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα μύθος. Σαχλαμάρες… Κάτω από τη σκηνή, και δεν το λέω για να καμωθώ την ταπεινή, δεν είμαι τίποτα. Μόνο όταν βγαίνω να τραγουδήσω, μου αρέσει πολύ αυτό που κάνω, που νιώθω ότι “φτάνω” στο κοινό, τους ακουμπάω. Στο Ηρώδειο, για παράδειγμα, είτε είναι δέκα οι θεατές, είτε σαράντα, είτε πενήντα, τους βλέπω σαν ένα πρόσωπο, που το κοιτάω στα μάτια και του λέω “σ’ αγαπώ”. Αυτό το εισπράττουν όλοι».

Η σκηνή

«Η σκηνή δεν χορταίνεται. Φεύγεις πάντα νηστικός. Δηλαδή εσύ, αν φας σήμερα, αύριο δεν θα πεινάσεις; Γι’ αυτό και εύχομαι να μείνω στη σκηνή κι από εκεί να φύγω. Μια κι έξω. Δεν λέω ότι δεν φοβάμαι τον θάνατο, αλλά δεν είμαι από αυτούς που λένε “χτύπα ξύλο, μακριά από εμάς”. Γέννηση – θάνατος, αυτή είναι η διαδρομή μας».

Η κηδεία της Μαρινέλλας θα πραγματοποιηθεί σήμερα στις 2 μ.μ. σε κλειστό κύκλο. Από τις 8 το πρωί έως τη 1 το μεσημέρι η σορός θα τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου, δίπλα στη Μητρόπολη Αθηνών.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT