Μία από τις πιο γνωστές ιστορίες της ροκ εν ρολ εποποιίας έρχεται από το 1959. Ο Νιλ Σεντάκα, οδηγώντας το λευκό καμπριολέ Chevrolet Impala του, ανοίγει το ραδιόφωνο και βλέπει την πραγματικότητα να ξεπερνά τη φαντασία. «Πάτησα τρία κουμπιά και άκουσα το “Oh! Carol” να παίζει ταυτόχρονα παντού. Ηταν κυριολεκτικά σαν όνειρο», θα έλεγε χρόνια μετά. Αυτό ακριβώς το περιστατικό αποτυπώνει το μέγεθος της επιτυχίας του, επιβεβαιώνοντας πως ακόμα και μόνο για αυτό το τρίλεπτο μνημείο εφηβικής αθωότητας να τον ξέραμε, η θέση του στο πάνθεον της ποπ θα ήταν εξασφαλισμένη. Και όμως, ο Αμερικανός μουσικός, που έφυγε από τη ζωή στα 87 του χρόνια στις 27 Φεβρουαρίου, υπήρξε μια πολυσύνθετη καλλιτεχνική οντότητα με τεράστιο δημιουργικό εύρος, που εκτείνεται πολύ ευρύτερα από τη συγκυριακή λάμψη μιας ποπ επιτυχίας.
Γεννημένος στις 13 Μαρτίου 1939, μεγάλωσε στη γειτονιά Brighton Beach του Μπρούκλιν, απορροφώντας τον πλούτο από δύο διαφορετικές παραδόσεις: τις σεφαραδίτικες μελωδίες της Ανατολικής Μεσογείου από την πλευρά του πατέρα του και την ασκενάζι κουλτούρα των Γίντις από τη ρωσική καταγωγή της μητέρας του.
Το 1947 κέρδισε υποτροφία για το φημισμένο Juilliard School of Music και το 1956 ο θρυλικός Αρθουρ Ρούμπινσταϊν τον επέλεξε ως τον καλύτερο πιανίστα λυκείου της Νέας Υόρκης. Την ίδια περίοδο άρχισε να μαγνητίζεται από τους ήχους του ροκ εν ρολ. Στο σχολείο, σε ένα ετήσιο σόου ταλέντων, ερμήνευσε τη δική του ροκ εν ρολ σύνθεση με τίτλο «Mr. Moon», προκαλώντας παράκρουση στο εφηβικό κοινό. Στη συνέχεια σχημάτισε το συγκρότημα The Linc-Tones, που μετέπειτα έγιναν The Tokens και ηχογράφησαν (χωρίς αυτόν) το μνημειώδες «The Lion Sleeps Tonight».
Η καριέρα του συνδέθηκε αναπόσπαστα με το Brill Building στο Μανχάταν, ένα κτίριο-βιομηχανία παραγωγής ποπ επιτυχιών. Εκεί, μαζί με τον στιχουργό Χάουαρντ Γκρίνφιλντ, συνέθεσαν εκατοντάδες τραγούδια, χτίζοντας μια κορυφαία δημιουργική ομάδα. Μετά την επιτυχία του «Stupid Cupid» για την Κόνι Φράνσις το 1958, ο Σεντάκα αναζήτησε τη δική του σόλο καταξίωση. Μετά μια σειρά αποτυχημένων singles, η δισκογραφική εταιρεία RCA Victor ετοιμαζόταν να λύσει το συμβόλαιο μαζί του και εκείνος, αναλαμβάνοντας δράση, άρχισε να μελετά το περιοδικό Billboard, αναλύοντας τα στοιχεία των διεθνών επιτυχιών, τα οποία έπειτα ενσωμάτωσε σε μια δυναμική μελωδία που έγραψε μέσα σε δυόμισι ώρες. Ζήτησε από τον Γκρίνφιλντ στίχους αφιερωμένους στον εφηβικό του έρωτα, τη συμμαθήτριά του Κάρολ Κλάιν (τη μετέπειτα διάσημη Κάρολ Κινγκ), ο οποίος ολοκλήρωσε τους στίχους σε είκοσι λεπτά. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε με τη συμμετοχή τριών έφηβων κοριτσιών στα φωνητικά και γνώρισε παγκόσμια απήχηση. Οι πωλήσεις πλησίασαν τα τρία εκατομμύρια αντίτυπα, αποφέροντάς του το μυθικό ποσό για εκείνη την εποχή των 69.482 δολαρίων. Η Κάρολ Κινγκ ηχογράφησε αργότερα την… απάντησή της στον Σεντάκα, με το τραγούδι «Oh! Neil».
Από το 1958 έως το 1963 κινήθηκε θριαμβευτικά στην απόλυτη κορυφή της ποπ μουσικής, έχοντας δέκα σινγκλ στη σειρά στο Top 10. Πούλησε 40 εκατ. δίσκους, με κομμάτια όπως τα «Happy Birthday Sweet Sixteen» και «Breaking Up Is Hard to Do».
Το 1964, η «βρετανική εισβολή» με τους Beatles άλλαξε ολοκληρωτικά τα δεδομένα, και η ποπ του Brill Building ήταν πια παρωχημένη, αφήνοντας τον Σεντάκα εκτός ραδιοφώνου σε ηλικία μόλις 25 ετών. Στα 13 χρόνια προσωπικής δισκογραφικής ξηρασίας που ακολούθησαν, διοχέτευσε τη δημιουργικότητά του γράφοντας για άλλους καλλιτέχνες, προσφέροντας επιτυχίες στον Ελβις Πρίσλεϊ και στον Φρανκ Σινάτρα. Διαπιστώνοντας ότι η καριέρα του στην Αμερική βρισκόταν σε τέλμα, πήρε τη γενναία απόφαση να μετακομίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Μαζί του βρισκόταν η σύζυγός του Λίμπα, με την οποία ήταν παντρεμένος από το 1962 και που είχε αναλάβει χρέη μάνατζερ, ενορχηστρώνοντας παρασκηνιακά την τεράστια επιστροφή του και παραμένοντας το απόλυτο στήριγμά του.
Η δημιουργική αναγέννηση ήρθε στα βιομηχανικά προάστια του Μάντσεστερ, στα Strawberry Studios, όπου η συνάντησή του με τέσσερις εξαιρετικά ταλαντούχους Βρετανούς μουσικούς (τους Ερικ Στιούαρτ, Γκράχαμ Γκούλντμαν, Κέβιν Γκόντλι και Λολ Κριμ) αποδείχθηκε καταλυτική. Στο πρόσωπό τους βρήκε το τέλειο όχημα για να εξελίξει τον ήχο του, ενσωματώνοντας πιο οργανικές, soft rock ενορχηστρώσεις. Μαζί ηχογράφησαν δύο κομβικά άλμπουμ, δημιουργώντας αριστουργήματα όπως το «Love Will Keep Us Together», το οποίο κέρδισε το βραβείο Grammy για τον Δίσκο της Χρονιάς (Record of the Year) το 1975. Εμπνευσμένοι από την ενέργεια και τον επαγγελματισμό του, οι τέσσερις Βρετανοί μουσικοί δημιούργησαν τους θρυλικούς 10cc, με τον Σεντάκα να λειτουργεί ως ο έμμεσος «νονός» της τεράστιας παγκόσμιας καριέρας τους.
Η ρουτίνα διακόπηκε στο Λονδίνο όταν τον επισκέφθηκε απρόσμενα ο Ελτον Τζον. Ο Βρετανός σούπερ σταρ άκουσε τα νέα τραγούδια και του δήλωσε ευθέως: «Ξέρεις, μπορώ να σε κάνω ξανά αστέρι στην Αμερική», συγκεντρώνοντας το βρετανικό υλικό στον δίσκο «Sedaka’s Back». Το 1975 ο Σεντάκα κατέκτησε ξανά το Νο 1 του Billboard με το «Laughter in the Rain» και το «Bad Blood». Την ίδια χρονιά επανεκτέλεσε το «Breaking Up Is Hard to Do» ως αργή, σπαρακτική τζαζ μπαλάντα, καταρρίπτοντας το ρεκόρ παρουσίας στο Top 10 με δύο εντελώς διαφορετικές εκτελέσεις του ίδιου τραγουδιού.
Εδραιωμένος πλέον ως ζωντανός θρύλος, επέστρεψε στις ρίζες του το 2003 με το άλμπουμ «Brighton Beach Memories: Neil Sedaka Sings Yiddish» και συνέχισε να περιοδεύει σταθερά, γνωρίζοντας τεράστια απήχηση ακόμα και με τις διαδικτυακές συναυλίες του στην πανδημία. Επεκτείνοντας τους ορίζοντές του, συνέθεσε τα συμφωνικά έργα «Joie de Vivre» και «Manhattan Intermezzo», συνεργαζόμενος ταυτόχρονα με τον Φίλιπ Νόρμαν στο βιογραφικό μιούζικαλ «Laughter in the Rain».
Η κληρονομιά του ξεπερνά τις δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων, τα 1.000 καταλογογραφημένα τραγούδια και τα ιστορικά ρεκόρ στα charts, αλλά η πραγματική του διάσταση αποτυπώνεται στο πώς η μουσική του λειτούργησε ως η ιδανική μελωδική χρονοκάψουλα της εποχής πριν από τους Beatles, διατηρώντας ταυτόχρονα μια σπάνια συναισθηματική διαχρονικότητα. Τα τραγούδια του γεννήθηκαν μέσα από μια ανεπανάληπτη αλχημεία: την κλασική πειθαρχία του Juilliard School of Music, τον σπαραγμό της σεφαραδίτικης και ασκενάζι παράδοσης, την εργατική ηθική του Μπρούκλιν και, φυσικά, το αμερικανικό, «bubblegum» όνειρο της μεταπολεμικής ευημερίας.

