Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1940 στα Λιβάδια της Χίου.
«Ολοι θα ζήσουμε» (Τα παιδιά, τα φιλαράκια τα καλά), «Να ξαναγινόμαστε πάλι πιτσιρίκοι», «Δεν καταλαβαίνω τίποτα», «Αμερική – Αμερική», «Τα χειροκροτήματα» (Δεν με συγκινούνε εμένα τα λεφτά), «Τα μάτια σου», «South Africa», «Η μάνα μου δεν με ξανακάνει». Αυτές είναι οι μεγάλες επιτυχίες που έγραψε (στίχο και μουσική), ενορχήστρωσε και τραγούδησε ο Γιώργος Κοινούσης το διάστημα 1970 – 1977.
Είναι η περίοδος που ταυτόχρονα δέσποζε και στη διασκέδαση φτάνοντας, σύμφωνα με δηλώσεις του, να παίρνει μεγαλύτερο νυχτοκάματο ακόμη και από τον Τόλη Βοσκόπουλο.
Στις παραπάνω στιγμές να προσθέσουμε διαχρονικά σουξέ όπως «Αχ ας μπορούσα» με τη Γιώτα Λύδια, «Στο σπίτι μου χαράματα» με τον Μιχάλη Μενιδιάτη και φυσικά το «Ανθρωποι είμαστε» με τη Δούκισσα, που φέρουν τη δημιουργική σφραγίδα του Κοινούση.
Ο μεγαλωμένος στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά καλλιτέχνης βίωσε ζόρικα παιδικά χρόνια, κάνοντας χίλιες δυο δουλειές για να βοηθήσει τον δίχως όραση πατέρα του και την οικογένειά του.
Ακούγοντας το πατρικό ούτι σύντομα εξελίχθηκε σε δεξιοτέχνη του ακορντεόν (παίζοντας ακόμη πιάνο και κιθάρα) και έφθασε να συνοδεύει το 1955 τον Γρηγόρη Μπθικώτση στη «Φωλιά» στην Κοκκινιά. Γρήγορα πέρασε σε μεγαλύτερα πάλκα, όπως στην «Τριάνα» του Χειλά, στη Λεωφόρο Συγγρού με τον Βασίλη Τσιτσάνη και την Πόλυ Πάνου και στου «Κουλουριώτη» στην παραλία Μοσχάτου με τον Στέλιο Καζαντζίδη.
Παράλληλα γίνεται μόνιμος εκτελεστής στην τρανή Columbia συμμετέχοντας σε αμέτρητες ηχογραφήσεις. Απ’ το «Πάρε το δάκρυ μου» του Μανώλη Χιώτη στα «Λιμάνια» (Το πλοίο θα σαλπάρει) και «Το ’ξερα πως θα μου φύγεις» του Τσιτσάνη.

Τη δεκαετία του ’70, όταν πέρασε μπροστά στο μικρόφωνο ο Κοινούσης λειτούργησε σαν σόουμαν κάνοντας «μεγάλες καταστάσεις».
Τα τραγούδια του ήταν ταιριαστά με τον καλοσυνάτο αλλά δυναμικό συνάμα χαρακτήρα του. Διέθεταν ενορχηστρωτική ευρηματικότητα και στιχουργική ανατρεπτικότητα. Με άμεσο τρόπο και χιούμορ κατέγραφαν νεορεαλιστικά κοινωνικές καταστάσεις και έκαναν και την… κριτική τους.
Εμείς δεν είχαμε χαρτί
Κι εσύ είχες το Ρήγα…
Ή
Αμερική, Αμερική
Καλά μου τα ’παν μερικοί
Πως είσαι χώρα τραγική.
Λίγο μετά τα μισά της δεκαετίας του ’70 αντιλαμβάνεται πως ο ρόλος του «δούλου πολυτελείας», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος την ιδιότητα του διασκεδαστή, δεν του ταιριάζει.
Ως χαρακτήρας δεν πίνει, δεν καπνίζει, βοηθάει τους συνανθρώπους του που έχουν ανάγκη και τον ενδιαφέρει όλο και περισσότερο το μεταφυσικό στοιχείο.
Στη ζωή του, στη σκέψη του, ο Χριστός αποκτά κυρίαρχο ρόλο.
Αποσύρεται από τη νύχτα και δημιουργεί τον δικό του παράδεισο στο «Λαγονήσι».
Περνάει τις αναζητήσεις του και στη δισκογραφία όπου και εκεί πλέον έχει διακριτική παρουσία.
«Αποκάλυψη 1989 2000» (1989), «Του καιρού μηνύματα» (1989), «Ενας είναι ο δρόμος – Τραγούδια για μας και τα παιδιά μας» (2000), «Τα λόγια του Ιησού θυμήσου» (2000), οι τίτλοι ορισμένων μεγάλων δίσκων του.
Το 2010 επαναπροσδιόρισε με φρέσκια ματιά στιγμές της δισκογραφίας του και την επόμενη χρονιά παρουσίασε τη βιογραφία του «Στην ατέλειωτη άσφαλτο – Στον απέραντο δρόμο» (Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη).
Σε αυτήν μεταξύ άλλων αναφέρει:
«Δυστυχώς, ακόμα δεν είχα μάθει τα κόλπα και τα μυστικά και τους τρόπους του παιχνιδιού και του star system, που λέει: Γίνε είδηση με οποιονδήποτε τρόπο που θα δημιουργήσει ταραχή και ενδιαφέρον, για να είσαι στην επικαιρότητα. Ευτυχώς, που τα κατάλαβα εγκαίρως όλα αυτά και δεν ήθελα να πουλάω την ψυχή μου στο Διάβολο και κατέβηκα από το τρένο σε κάποιο σταθμό για να γυρίσω εντέλει εκεί απ’ όπου μπήκα».
Κλείνω την «αναφορά» στον Γιώργο Κοινούση με ένα αντιπροσωπευτικό απόσπασμα από ένα τραγούδι του, που στην εποχή του προκάλεσε αίσθηση.
Τον κόσμο βλέπω ανάποδα να μην τρελαθώ
και γίνω αχυράνθρωπος και ισοπεδωθώ.
Τον κόσμο βλέπω ανάποδα και λυτρώνομαι
τον βλέπω απ’ την καλή και μαστιγώνομαι.

