«Δεν χρειάζεται μουσική για τα τραύματα. Οπως βλέπουμε, τα τραύματα τα επεξεργάζεται περίφημα το κέρδος και η βλακεία». Ο μουσικός και μαέστρος Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, βιρτουόζος τσελίστας και ιδρυτικό μέλος των συνόλων μπαρόκ μουσικής Ex Silentio και Latinitas Nostra, είναι ένας καλλιτέχνης που ζει ενεργά μέσα στην κοινωνία και παρακολουθεί την επικαιρότητα. Η συζήτησή μας γίνεται με αφορμή τη συναυλία «Το τραύμα του πολέμου και το θαύμα της αναγέννησης» από την Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, που θα παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής με ένα πρόγραμμα που διερευνά τη μουσική δημιουργία σε ζοφερούς καιρούς μέσα από τη συνομιλία δύο μεγάλων συνθετών, του Ρίχαρντ Στράους με τις «Μεταμορφώσεις» και του Ντμίτρι Σοστακόβιτς με τη «Συμφωνία αρ. 14». Μαζί με την Καμεράτα υπό τη διεύθυνση του κ. Χρυσικόπουλου συμπράττουν η υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου και ο βαθύφωνος Σρέτεν Μανοΐλοβιτς.
«Οι “Μεταμορφώσεις”, επηρεασμένες και από την ιδέα της μεταμόρφωσης στον Γκαίτε, δεν προσφέρουν εύκολη λύτρωση. Δεν υπάρχει θριαμβικό φινάλε». Μάρκελλος Χρυσικόπουλος
Αυτό το μουσικό γεγονός που μοιάζει με κατάδυση στη μνήμη της Ευρώπης του 20ού αιώνα, έρχεται σε μια στιγμή που ο πόλεμος επιστρέφει στην καθημερινή μας συνείδηση. Μπορεί άραγε η σπουδαία μουσική να λειτουργήσει ως συλλογική επεξεργασία του τραύματος; «Ο πόλεμος δεν μας ενοχλούσε ποτέ από ό,τι φαίνεται, αρκεί να μην είναι μες στα πόδια μας», απαντά ο ίδιος. «Οταν τελείωσε ο Πρώτος Παγκόσμιος κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως κάποιοι θα ήθελαν να προκαλέσουν πάλι τέτοια φρίκη. Δημιουργήθηκε ειδικά η Κοινωνία των Εθνών. Μέσα σε λιγότερο από 20 χρόνια είχαμε τον Δεύτερο Παγκόσμιο. Μετά είπαμε ποτέ ξανά. Δημιουργήθηκε ειδικά ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Τώρα πάμε μεθυσμένοι προς τα ίδια, οπότε δεν ξέρω εάν λειτουργεί η συλλογική συνείδηση».
Την άνοιξη του 1945, όταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έφτασε στο οδυνηρό τέλος του και η Γερμανία κατέρρευσε, ο Στράους ολοκλήρωσε τις «Μεταμορφώσεις». Το έργο, γραμμένο για 23 σόλο έγχορδα, απλώνεται σαν ένα αδιάκοπο ποτάμι ήχου, μια συλλογική ελεγεία για έναν κόσμο που χάνεται μέσα στα ερείπια.

«Ακόμη κι αν γνωρίζουμε το ιστορικό πλαίσιο –την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ, τους βομβαρδισμούς, τη διάλυση ενός ολόκληρου πολιτισμικού οικοδομήματος– το συναισθηματικό φορτίο του έργου δύσκολα περιγράφεται με λέξεις», σχολιάζει ο κ. Χρυσικόπουλος. «Οι “Μεταμορφώσεις”, επηρεασμένες και από την ιδέα της μεταμόρφωσης στον Γκαίτε, δεν προσφέρουν εύκολη λύτρωση. Δεν υπάρχει θριαμβικό φινάλε· μόνο ένας βαθύς θρήνος για τον άνθρωπο και τον ανθρωπισμό».
Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1969, ο Σοστακόβιτς συνέθεσε τη «Συμφωνία αρ. 14», ένα από τα πιο προσωπικά του έργα. Βασισμένη σε ποιήματα των Λόρκα, Απολινέρ, Ρίλκε και Κίχελμπεκερ, η Συμφωνία προσεγγίζει τον θάνατο χωρίς εξωραϊσμούς, αποτελώντας παράλληλα μια πράξη πίστης στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια απέναντι στην αυθαίρετη εξουσία.
Μπορεί να «θεραπευτεί» ή να αφυπνιστεί πραγματικά μια κοινωνία μέσα από μια συναυλία; «Θεωρώ πως είμαστε στην πλειονότητα ανίατες περιπτώσεις», λέει ο κ. Χρυσικόπουλος. «Αν κάποιος είναι ικανός να “θεραπευθεί” από μια μουσική, θα του συμβεί πολύ πριν φτάσει στην αίθουσα της συναυλίας, κοιτάζοντας μία ανατολή του ήλιου ή όταν αγκαλιάζει τη μητέρα του ή όταν τρώει ένα φρέσκο σύκο».
«Στη 14η Συμφωνία ο Σοστακόβιτς με τις συγκεκριμένες επιλογές ποιημάτων στέκεται μπροστά στον θάνατο και τον κοιτά κατάματα». Μυρτώ Παπαθανασίου
Η μουσική, λοιπόν, δεν προσφέρει μαγική θεραπεία. Είναι ένας καθρέφτης, μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Ωστόσο πρόκειται για ένα συναυλιακό πρόγραμμα που μιλάει έντονα για την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Πώς μπορεί η ανθρώπινη φωνή να προσεγγίσει ερμηνευτικά αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην απελπισία και την εσωτερική δύναμη; «Στη 14η Συμφωνία ο Σοστακόβιτς με τις συγκεκριμένες επιλογές ποιημάτων στέκεται μπροστά στον θάνατο και τον κοιτά κατάματα», απαντά η σοπράνο Μυρτώ Παπαθανασίου. «Εχοντας αυτό σαν βάση δεν υπάρχει λόγος να “υποδυθώ” την απελπισία γιατί από μόνη της η μουσική και ο λόγος κουβαλούν αυτό το βάρος. Μόνο την αλήθεια και την ειλικρίνεια με ενδιαφέρει να δώσω. Η φωνή ορθώνεται άλλοτε ως παρατηρητής, άλλοτε ως πρωταγωνιστής-ήρωας της μικρής ιστορίας του ποιήματος και άλλοτε ως συνένοχος. Θα έλεγα πως καλούμαι να είμαι μια ήρεμη εσωτερική φωνή που θέλει να δώσει παρηγοριά στο γενικότερο χάος και με λυρισμό αλλά και με σαρκασμό».
«Το τραύμα του πολέμου», Καμεράτα, Σάββατο 14 Μαρτίου, Μέγαρο Μουσικής.

