Στις 2 Ιανουαρίου έφυγε από τη ζωή μια σημαίνουσα μορφή της μουσικής και των ελληνικών γραμμάτων, ο Γιάννης Ιωαννίδης. Μία ημέρα πριν από την επέτειο 115 ετών από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, η πνευματική ατμόσφαιρα των έργων τους μπορεί να ήταν εντελώς διαφορετική, ωστόσο αμφότεροι αποτελούν κορυφώσεις του νεοελληνικού πολιτισμού. Ο Γιάννης Ιωαννίδης (1930-2026), ο οποίος ουδεμία σχέση είχε με τον συνώνυμο «Ξανθό» του ελληνικού μπάσκετ (ο οποίος πέθανε το 2023), αποτελούσε ένα mutatis mutandis συνδυασμό μεταφερμένο στα ελληνικά δεδομένα δύο κολοφώνων της μουσικής του 20ού αιώνα: με τον Χέρμπερτ φον Κάραγιαν τον συνέδεαν η αυστηρότητα, η αναζήτηση της τελειότητας, καθώς και το απόλυτο δόσιμο στη (λεγόμενη) σοβαρή μουσική, μαζί με τις φιλοσοφικές ενατενίσεις και τον λιτό τρόπο βίου.
Με τον Λέοναρντ Μπερνστάιν (διάδοχο του Δημήτρη Μητρόπουλου στη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης) μοιραζόταν τον κοσμοπολιτισμό και την πολύπλευρη προσωπικότητα (συνθέτης, πιανίστας, μαέστρος, ερευνητής, χαρισματικός ομιλητής, παιδαγωγός και συγγραφέας). O Γιάννης Ιωαννίδης γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, σπούδασε μουσική μεταξύ άλλων στο Ωδείο Αθηνών και στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης. Εργάσθηκε ως μαέστρος και καθηγητής Θεωρητικών και Σύνθεσης τόσο στην πατρίδα της πιανίστριας συζύγου του (Νίλιαν Πέρεζ-Ιωαννίδου), Βενεζουέλα, η οποία σήμερα βιώνει πολιτικές αναταράξεις, ενώ ο μουσικός θεσμός της, El Sistema αριθμεί αισίως 50 χρόνια ζωής, όσο και στην Ελλάδα.
Μεταξύ άλλων, χρημάτισε διευθυντής της ΚΟΑ (Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών) από το 1983 έως το 1989, έχοντας προηγουμένως θητεύσει ως διευθυντής του Μουσικού Τμήματος (της Πανεπιστημιακής Λέσχης) του ΕΚΠΑ (Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών). Υπήρξε διευθυντής και δίδαξε σε πολλά αθηναϊκά ωδεία, όπως και στο τότε νεότευκτο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, καταλήγοντας να ιδρύσει το 1993 το δικό του Ωδείο και Πολιτιστικό Οργανισμό με την επωνυμία «Μουσική Εταιρία (sic) Αθηνών».
Ο Γιάννης Ιωαννίδης υπήρξε μια ιδιαίτερη και προικισμένη προσωπικότητα με έντονη αίσθηση της ιστορικής και παιδαγωγικής ευθύνης που χαρακτηρίζει έναν καλλιτέχνη και διανοούμενο. Σχεδόν το σύνολο του συγγραφικού έργου του, και τμήμα των ηχογραφήσεων έργων τόσο δικών του όσο και άλλων κλασικών ή σύγχρονων συνθετών με ερμηνευτή τον ίδιο ή συνεργάτες του, θησαυρίζονται στον ιστότοπο της Μουσικής Εταιρίας του (https://athensmusicsociety.com).
Ηταν επίσης δάσκαλος αναρίθμητων μουσικών εκτελεστών, μαέστρων, συνθετών, και συνεργάσθηκε συναυλιακά με πλειάδα μουσικών. Παρ’ όλα αυτά, το έργο του, τόσο το συνθετικό όσο και το θεωρητικό-αισθητικό, δεν έχει λάβει την αναγνώριση που του αξίζει. Πρόσφατα ολοκληρώθηκε το έτος 2025, το οποίο ήταν αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη γέννηση του διδύμου Θεοδωράκη – Χατζιδάκι.
Με τις προσωπικότητες αυτές ο Ιωαννίδης μοιραζόταν το πάθος για την καλλιτεχνική-μουσική καλλιέργεια του λαού και την έκφραση της ελληνικότητας. Ωστόσο, η αισθητική οδός του ήταν αντιδιαμετρική, γι’ αυτό και ο Ιωαννίδης τούς άσκησε δριμεία κριτική, κυρίως στην αισθητική του Θεοδωράκη, τον οποίο ο Ιωαννίδης γνώριζε από τα μαθητικά του χρόνια στο Ωδείο Αθηνών.
Στα τέλη του 2025 έφυγε από τη ζωή και ο Διονύσης Σαββόπουλος, με την πολιτεία και τον λαό επάξια να αποτίουν φόρο τιμής στον μεγάλο καλλιτέχνη. Και με αυτόν τον καλλιτέχνη ο Ιωαννίδης ένιωθε δυστυχώς πως δεν υπήρχαν γέφυρες, αν και ο προβληματισμός του Σαββόπουλου για τη γλώσσα (βλ. https://antifono.gr/τὰ-ἑλληνικὰ-ὡς-τραγούδι/) έρχεται αναπάντεχα κοντά στις αναλύσεις του Ιωαννίδη για τη γλώσσα.
Τέλος, το παρόν έτος συμπληρώνεται η επέτειος 50 ετών από τον τραγικό θάνατο του Γιάννη Χρήστου (8 Ιανουαρίου 1926-1970), φίλου του Γ. Ιωαννίδη, (όπως ήταν άλλωστε και ο πάλαι ποτέ συμμαθητής του, ακαδημαϊκός και φιλόσοφος Ευάγγελος Μουτσόπουλος, 1930-2021), αν και ο σύγχρονος μουσουργός τον οποίο ο Ιωαννίδης θαύμαζε όσο κανέναν άλλον ήταν ο Ιάννης Ξενάκης (1922-2001). Ο Ερμής Θεοδωράκης, διακεκριμένος πιανίστας και ερμηνευτής των πιανιστικών έργων του Ξενάκη, υπήρξε μαθητής του Ιωαννίδη.
Είναι κρίμα το γεγονός ότι ενώ οι προαναφερόμενοι αποβιώσαντες καλλιτέχνες τυγχάνουν επάξιας αναγνώρισης (αν και όχι ισόποσης – αυτό είναι ένα άλλο θέμα), ο Ιωαννίδης παραμένει κάπως παραγκωνισμένος και λησμονημένος, τόσο από την πλευρά της ερμηνείας έργων του όσο και από τη θεωρητική ενασχόληση με το έργο του.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο Ιωαννίδης δεν είχε τις μονομέρειες, τις ελλείψεις και τα ελαττώματά του. Προσωπικά είχα την καλή τύχη να υπάρξω μαθητής του (στο πιάνο και στη σύνθεση) για αρκετά χρόνια. Οταν επρόκειτο σε σχετικά νεαρή ηλικία να δώσω ένα ρεσιτάλ πιάνου (ο Ιωαννίδης με το χαρακτηριστικό χιούμορ του αποκαλούσε αυτού του είδους τις συναυλίες ως «ρεζιλιτάλ»), προκειμένου να μου απαλύνει το άγχος μου, είπε (σε παράφραση) το εξής: «Δημήτρη, δεν θα κριθείς για τα λάθη που θα κάνεις στη συναυλία σου, αλλά για τα όσα θετικά στοιχεία θα αναδείξει η ερμηνεία σου». Δάσκαλε, θα σε θυμόμαστε πάντοτε για τις πολυάριθμες αρετές σου. Ας ευχηθούμε οι επόμενες γενιές να έχουν την ευκαιρία να τις γνωρίσουν.
* Ο κ. Δημήτρης Α. Βασιλάκης είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας της Υστερης Αρχαιότητας και των Μέσων Χρόνων στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

