Μια φιγούρα ξεπροβάλλει από τα δεξιά του πλάνου, κρατώντας έναν προβολέα φιλμ βγαλμένο από άλλη εποχή. Φοράει κόκκινο παντελόνι, μοβ παλτό και ολοστρόγγυλα γυαλιά. Η λευκή γενειάδα και τα μαλλιά πιασμένα πίσω τον κάνουν αμέσως αναγνωρίσιμο: είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος, σε μορφή κινουμένων σχεδίων. Ο προβολέας στήνεται, ανάβει και στο μαύρο φόντο εμφανίζεται μια φωτογραφία του «Νιόνιου» σε νεαρή ηλικία να παίζει κιθάρα.
Αυτή είναι μία από τις πρώτες εικόνες που παρακολουθούμε στη σειρά ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ, «Σαββόπουλος Long Play», όπου ο ίδιος ο Διονύσης Σαββόπουλος αφηγείται τη ζωή του και τη δισκογραφική του πορεία με σημείο εκκίνησης το 1965 και τον δίσκο «Το Φορτηγό» και συνταξιδιώτη του στην παρουσίαση και το σενάριο τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα. Η αφήγηση εμπλουτίζεται με συνεντεύξεις φίλων και συναδέλφων του, όπως ο Νίκος Πορτοκάλογλου, η Μαρία Φαραντούρη κ.ά. Με αφορμή τη μετάδοσή του, που ξεκίνησε την Κυριακή και θα ολοκληρωθεί την Παρασκευή, πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα η επίσημη παρουσίασή του σε μια συγκινητική εκδήλωση.

Πρόκειται για μια ξεχωριστή δουλειά έξι επεισοδίων μέσα από την οποία σημαντικό ρόλο παίζει η τέχνη του animation που δίνει μια πρωτότυπη και δυναμική διάσταση στην εικόνα, παράλληλα με το αρχειακό υλικό και τις συνεντεύξεις. «Αυτό ήταν ιδέα της παραγωγής και του σκηνοθέτη Ανδρέα Λουκάκου. Οπου δεν υπήρχε εικόνα για τα τραγούδια που ακούγονται στο φιλμ, θα κάναμε animation», μας λέει ο ζωγράφος, συνεργάτης και στενός φίλος του Διονύση Σαββόπουλου, Αλέξης Κυριτσόπουλος. Από την αρχή παρακολουθούμε σεκάνς όπου οι χαρακτήρες των τραγουδιών παίρνουν μορφή. Μαζί με τους animators Ειρήνη Βιανέλλη και Νίκο Κέλλη, ο κ. Κυριτσόπουλος ζωντανεύει τον μάγο με το ψηλό καπέλο, τον παλιάτσο, τη Ζωζώ, το μπουλούκι και το δέντρο – δευτερεύοντες ήρωες που οδηγούν τη ροή του πρώτου επεισοδίου. Αλλά και στο δεύτερο επεισόδιο, τραγούδια όπως «Το Μωρό», «Ντιρλαντά» και «Το Περιβόλι» αποκτούν εικόνα μέσα από σκίτσα που αποτυπώνουν τη μελωδία και το πνεύμα τους.
Για τον κ. Κυριτσόπουλο, ο αγαπημένος χαρακτήρας του ντοκιμαντέρ δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Σαββόπουλο. «Είναι το κεντρικό πρόσωπο, όλα τα υπόλοιπα είναι μορφές», εξηγεί ο ζωγράφος, τονίζοντας ότι για εκείνον, το πρότζεκτ αποτέλεσε έναν καινούργιο πειρασμό. «Το έκανα με πολύ ενδιαφέρον, ήταν πρόκληση».

Παρά το γεγονός ότι έχει επιμεληθεί εικαστικά πολλά έργα και δίσκους του Σαββόπουλου, ο ζωγράφος ποτέ δεν είχε αποδώσει τους χαρακτήρες των τραγουδιών με αυτόν τον τρόπο. «Μου δόθηκε ακόμα μία ευκαιρία: ενώ έχω διαβάσει και ακούσει τα τραγούδια του Διονύση πολλές φορές, μέσα από αυτή την εμπειρία ανακάλυπτα καινούργια πράγματα», λέει. Οπως αναφέρει, μελέτησε προσεκτικά στίχους από τα «Παιδιά που χάθηκαν», το «Κιλελέρ», το «Ολαρία Ολαλά». «Φράσεις όπως “σε συμμορίες με ζητιάνους, σε αχυρώνες και σ’ αυλές και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές/ και το ‘να δόντι μου πονεί στο σώμα μου έχω ανατριχίλες και το ‘να δόντι μου πονεί” ή “τραγούδι τρύπιο και στιχάκι μπαλωμένο πού θα με κρύψεις, πες μου πού ακούω φωνές από παντού και φοβάμαι το καημένο”, μου αρέσουν πολύ».

Η δημιουργία των κινουμένων σχεδίων διήρκεσε έξι μήνες, με τον πρώτο να αποτελεί μήνα γνωριμίας μεταξύ των συντελεστών. «Ο Κυριτσόπουλος είχε πάρει αυτό το πείραμα πάνω του, όλες οι ζωγραφιές είναι δικές του και εμείς ασχοληθήκαμε με το animation, την κίνηση», σημειώνει ο Νίκος Κέλλης, ο οποίος συνεργάστηκε με την παραγωγή κυρίως στο πρώτο και το δεύτερο επεισόδιο. «Για κάποια κλιπάκια ειδικά, μπορεί να έκανε τρία και τέσσερα σετ συνεχόμενα. Εφτιαχνε ένα, δεν του άρεσε. Το άφηνε και πήγαινε σε κάτι άλλο», λέει. Ο animator υπογραμμίζει ότι οι τρεις υπεύθυνοι των animations συζητούσαν μαζί πώς πρέπει να στηθεί το κάθε κομμάτι και μάλιστα δεν χρησιμοποιούσαν εικονογραφημένο σενάριο (storyboard). «Αποφασίζαμε προφορικά. Για παράδειγμα, ετοίμαζα κάτι εγώ, το έβλεπε ο Κυριτσόπουλος, κάναμε διορθώσεις και έτσι προχωρούσαμε».
«Οπου δεν υπήρχε εικόνα για τα τραγούδια που ακούγονται στο φιλμ, θα κάναμε animation», λέει ο σημαντικός ζωγράφος, συνεργάτης και στενός φίλος του τραγουδοποιού Αλέξης Κυριτσόπουλος.
Για την Ειρήνη Βιανέλλη, η διαδικασία αυτή ήταν ένα «μεγάλο σχολείο». «Ηταν τόσο συναρπαστική, που έχανα τον ύπνο μου από τον ενθουσιασμό. Ξυπνούσαμε μέσα στη νύχτα, σκεπτόμενοι τι άλλο μπορούμε να κάνουμε», σχολιάζει, τονίζοντας ότι με τον ζωγράφο δούλεψαν πολύ κοντά και «πολλές φορές οι ιδέες γεννιούνταν αυθόρμητα». Η ίδια θυμάται ότι κάποια σκίτσα ήταν πιο χαρτοκοπτικά, άλλα πιο ζωγραφικά. «Επρεπε να ανακαλύψω πώς κινείται το καθένα. Υπήρξαν και “πολύ βαριά” κομμάτια, τα οποία επέλεξα να χορέψουν σε τρελό ρυθμό και αυτό μου άρεσε».

Στο ίδιο πνεύμα, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος εξηγεί πώς ορισμένα κομμάτια απέκτησαν κινηματογραφική διάσταση: «Για παράδειγμα, στο κομμάτι “Το Δέντρο”, στη φράση “τη νύχτα αυτή τη λες εσύ φωτιά, μα εγώ τη λέω δέντρο”, έκανα ένα σκίτσο 3 μέτρων που ο Κέλλης κινηματογράφησε σαν travelling: καμία κίνηση, μόνο η κάμερα κινούνταν. Αυτό σόκαρε τον Ανδρέα Λουκάκο, γνήσιο κινηματογραφιστή που ήθελε δράση».
Ο Σαββόπουλος, δυστυχώς, δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο το έργο πριν φύγει από τη ζωή τον περασμένο Οκτώβριο. Πρόλαβε, όμως, να δει τέσσερα επεισόδια και με τα λόγια του Αλέξη Κυριτσόπουλου, «γούσταρε πολύ».
Η σειρά ντοκιμαντέρ «Σαββόπουλος Long Play» προβάλλεται καθημερινά στις 23.00, με νέο επεισόδιο έως και την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου.






